Μάρκος Μπόλαρης: Ωραίοι, ως Έλληνες

Σχόλιο

Του Μάρκου Μπόλαρη*

Με το πρώτο λεωφορείο της συγκοινωνίας από το Ρέθυμνο, ακολουθώντας μια διαδρομή μέσα σ΄ αρχαίους ελαιώνες και όμορφα χωριά της κρητικής υπαίθρου ανηφορίζαμε για το περίφημο Μοναστήρι, για το Αρκάδι της μοναστικής άσκησης, μα πιότερο για το Αρκάδι της αντρειοσύνης, του αγώνα για λευτεριά, της μαρτυρίας και της θυσίας! Τι καλαισθησία τούτη η λιτή αρχιτεκτονική των χωριών! Δεν είναι μόνον η μαστοριά, η τεχνική, η πρακτικότητα, η έγνοια για την σταθερή δόμηση, για το φώς, για την προφύλαξη από ζέστη και κρύο, για τη συλλογή του βρόχινου νερού, είναι πρώτιστα η τέχνη, είναι η καλλιτεχνία στο κάθε σπίτι , στο κάθε υποστατικό, στην κάθε πύλη , στο πηγάδι ή τη βρύση χωριστά, το θαυμαστότερο όλων, το μείζον που αναδεικνύει την καλλιτεχνική ευαισθησία τούτου του λαού είναι το συνταίριασμα, είναι η συναρμογή, το πετυχημένο δέσιμο των επιμέρους σε αρμονικό όλον, σε σύνολο με στενοδρόμια, δρόμους, πλατείες, πράσινο, λιθόστρωτα, εκκλησιά, παρεκκλήσια, σχολειό, καφενέδες, μια συναρμογή του ιδιωτικού και του δημόσιου χώρου, ένα σύνολο, με αξιοποίηση των υλικών του τόπου, που μαρτυρά, που φανερώνει μια κοινωνία σύνολο προσώπων που κοινωνεί, που  βιώνει εμφανώς τα κοινά της, καθημερινά και σχολιανά, της χαράς και της λύπης, της εργασίας και της γιορτής, που οσφραίνεται και χαίρεται τις κοινές ευωδιές γιασεμιού και λεμονιάς, ζυμωτού ψωμιού απ΄ τον φούρνο της αυλής κι οφτού κρέατος της γιορτής, που χαίρεται την αρμύρα του βοριά από το Κρητικό, την ένταση του νοτιά απ ΄το Λιβυκό, την πρόσκληση της καμπάνας όρθρου βαθέως, το κελάηδημα του κότσυφα, την πρόκληση και το μεράκι της λύρας για να ανάψει ο χορός στη κοινή χαρά!

Λιτότητα συνδυασμένη με αρχοντιά!

Ωραιότητα που αναδεικνύεται με απλότητα!

Χωριά, οικισμοί, μετόχια, λευκές ανάπαυλες, μέσα στην κυριαρχία του ασημοπράσινου της ελιάς, μέσα στην απλοχωρία των ελαιώνων. Τι μήπως τυχαία οι Αθηναίοι εψήφισαν την Αθηνά για προστάτιδα; Σοφή και ζυγισμένη η επιλογή, αφού τους χάρισε το ελαιόδεντρο, πηγή ζωής στους αιώνες! Στοχευμένη η Μυθολογία, ρήματα και μύθοι που αποτυπώνουν την σοφία ενός Λαού, την παρατήρησή του, την εμπειρία του. Και πώς αλλιώς, σκεφτείτε το,  θα επιβίωνε, στην ιστορική διαχρονία του, τούτος ο Λαός, πάνω σε τούτη τη χερσόνησο με τα όρη και τους βράχους, με το λιγοστό νερό και το λιγότερο το στάρι, εάν δεν ρίζωνε και δεν κάρπιζε, πεισματικά κι ετσιθελικά, πάνω σε  βράχους ριζιμιούς, η ελιά, για να δίνει τον ευλογημένο καρπό της, να προφέρει το έλαιον, το πολύτιμο λάδι ώστε να πορεύονται στους καιρούς οι αναγκεμένοι της ζωής και των περιστάσεων!

Νοέμβρης πάλι…

Ο Νοέμβρης, στο φοιτητικό μου ημερολόγιο ήταν ο μήνας της Κρήτης. Είχε αρχίσει το φοιτητικό έτος, είχαμε βάλει στη σειρά βιβλία, συγγράμματα, διαβάσματα, πολιτικά,  νεολαίες, συνελεύσεις, έτσι ώστε μια εβδομαδιαία απόδραση λειτουργούσε ευεργετικά. Άλλωστε είχα παλιότερη συνήθεια να πανηγυρίζω στα Χανιά μαζί με την αγαπημένη μου Θειά την Στέλλα, πρωτοξαδέρφη του πατέρα μου, την γιορτή της, Στυλιανού του Παφλαγόνος στις 26 του Νοέμβρη, που ήταν μια από τις προσφορότερες ευκαιρίες οικογενειακής συνάντησης και ευωχίας! Στην γειτονιά Άη Γιάννη, σκαρφαλώνοντας νοτιοδυτικά στο λόφο από τα Χανιά, πριν κατηφορίσεις για τον κάμπο με τις πορτοκαλιές και τον κόλπο της Σούδας. Φορτωμένος στην πλάτη ένα βολικό προσκοπικό σακίδιο, τι ενθύμιο εμπειριών κι αυτό , κινούσα πεζή από την αποβάθρα του λιμανιού της Σούδας μέσα στη δροσιά κι υγρασία του πρωινού, να βγω τον ανήφορο του Άη Γιάννη, εκεί που η ονομασία των δρόμων σε προδιαθέτει, αφού καθώς διαβαίνεις την  Ηγουμένου Γαβριήλ  θα να βρεις παράλληλα την Γιαμπουδάκη, και στην Σκαλτσούνη, απέναντι από Ναύδριο του Αγίου Σπυρίδωνα, στόχος, να προλάβω πρώτος εγώ να ευχηθώ τα «Χρόνια Πολλά» στην εορτάζουσα θεία, χτυπώντας την πόρτα γύρω στις επτά, επτάμιση το πρωί!

Το παλιό λεωφορείο ανηφόρισε, έφτασε στο Μοναστήρι. Ήμασταν οι μόνοι επιβάτες με προορισμό το Αρκάδι. Οι τελευταίοι πριν από εμάς είχαν κατέβει στο Αμνάτο το πλησιέστερο στη Μονή χωριό. Η τουριστική περίοδος είχε τελειώσει. Ένα ηλιόλουστο πρωινό. Χρυσάφιζε το πέλαγος. Και τα κοτσύφια ανταπέδιδαν τον χαιρετισμό, τρυπωμένα στους βάτους, στ΄ αμπέλια, στα λιόδεντρα. Μάγεμα η φύση κι όνειρο σε ομορφιά και χάρη, η μαύρη πέτρα ολόχρυση … Δεν ολοκληρώνω τον στίχο του Σολωμού, αφού το χορτάρι δεν ήταν ξερό. Αντίθετα οι ελαιώνες ήταν στρωμένοι με το καταπράσινο, με τα λιανό χορτάρι του φθινοπώρου, ραδίκια, ζοχούς, σταμναγκάθια, λάπατα, περδικονύχι, καυκαλίθρες, παπούλες, γαλαστίδες, λαγουδόχορτα, ασκολύμπροι, μάραθα, σχινόπρασα, πεντάνευρα, ραπανήθρες, λογιώ λογιώ αγριόχορτα, λογιώ λογιώ θαυματουργά βότανα, που ομορφαίνουν τον τόπο, που νοστιμίζουν το τραπέζι μας κι ανανεώνουν το σώμα μας, πού θεραπεύουν την ζωή μας. Κι αν ήθελα τώρα το περιγράψω το αίσθημα της ώρας εκείνης, της αξέχαστης ώρας της άφιξης στο Αρκάδι, κι αν πρέπει τώρα να το αποτυπώσω, θα έλεγα μια λέξη, ξεχασμένη, θα ΄λεγα: ευφροσύνη! Ναι, ευφροσύνη, από τις στιγμές, τις ώρες που γεμίζει αγαλλιάσεως η ψυχή, αισθάνεται πληρότητα ευφρόσυνη η ανθρώπινη ύπαρξη, και σιωπά απολαμβάνοντας, δεν μιλεί για να μην διακόψει την εσωτερική τέρψη κι απλά σιγοψιθυρίζει, Δόξα Σοι Κύριε!

Ανάψαμε κερί στον Δεσπότη Χριστό, στη Μεταμόρφωση του οποίου είναι αφιερωμένο το Καθολικό της Μονής. Άλλο Θαβώρ το Αρκάδι, στα πεντακόσια περίπου μέτρα υψόμετρο από τη θάλασσα, χτισμένο μάλλον μετά που απελευθέρωσε ο κλεινός Αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς την Μεγαλόνησο από την κατοχή των Σαρακηνών, στους  εννιακόσιους εξήντα τρείς χρόνους από Χριστού Γέννας, ένα Μοναστήρι που μοιάζει να συγκεφαλαιώνει την μοίρα, τα πάθη, τα μαρτύρια, τους αγώνες, τις θυσίες αυτού του πονεμένου Λαού, Μοναστήρι που το κάψαν, το ξαναέκαψαν, το τριτοκάψαν για να μην αντιστέκεται, να μην φωτίζει, αλλά, να πού τούτες οι φλόγες, τούτες οι πυρκαγιές γινόντουσαν φωτοχυσίες, έφεγγαν τοις εν σκότει σκλαβιάς καθημένοις, έδειχναν τον δρόμο,  μέχρι την τελική μεγάλη Θυσία επί Ηγουμένου Γαβριήλ, το ολοκαύτωμα του 1866 διά χειρός του πυρπολητή Κωνσταντίνου Γιαμπουδάκη, το Αρκάδι,  που εν ταυτώ φανερώνει το μεγαλείο της ψυχής, την θέληση, την αποφασιστικότητα των επαναστατημένων Κρητών και βέβαια ομολογεί  τις νίκες και τα κατορθώματα για την Λευτεριά καθώς αυτή είναι βγαλμένη από τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά!

Προσκυνήσαμε τούτα τα κόκκαλα! Τα ιερά!  Άλλης τάξης αισθήματα, άλλος συγκλονισμός!

Γονατίσαμε! Μπροστά στα κόκκαλα των αγωνιστών, που καθώς τους πρέπει καίει ακοίμητο καντήλι, πολεμιστών κι αμάχων, που θυσιάστηκαν στο Ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου, διάβημα γενναίων κι αποφασισμένων ψυχών, που έχουν ιεραρχημένες αρχές και αξίες της ζωής, που γνωρίζουν τούτη την μίζερη καθημερινότητα, που την σκιάζει φόβος θανάτου, να την ανάγουν σε νοηματοδοτημένη βιωτή, ατρόμητο διάβημα που άνοιξε τον δρόμο για την Αυτονομία της Κρήτης. Με λέξεις ανάγλυφες, με στίχους στιβαρούς η λαική μούσα ύμνησε, θρήνησε, καυχήθηκε, δόξασε τη θυσία όσων ξαναεπέλεξαν να φυλάγουν Θερμοπύλες! Και περισσότερη τιμή τους πρέπει, όταν γνωρίζουν… Ανεπανάληπτος ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, ο Αλεξανδρεύς. Ηχεί στ΄ αυτιά μου η γλυκόλαλη λύρα του μαίστορα Σκουλά, που αφηγείται με την τέχνη του, μοναδικά, τις μεγάλες εκείνες μέρες, που σημάδεψαν την ιστορία.

Κι όταν στον απογευματινό καφέ με τις Θειάδες μου, θυγατέρες του καπετάν Γιάννη, οπλαρχηγού του Μακεδονικού Αγώνα, την Καλλιόπη και την Στέλλα, στο σπίτι με την αειφόρα λεμονιά να δεσπόζει στην μέση της αυλής και να προμηθεύει ολοχρονίς την οικογένεια, όλη την γειτονιά και κάθε επισκέπτη με ευωδιαστά λεμόνια, στο σπίτι με το αγαπημένο γιασεμί που σε κρεββατό κληματαριάς στόλιζε και σκίαζε το προαύλιο μυρώνοντας μοναδικά πρωινές και δειλινές συναντήσεις κι επισκέψεις, στα Χανιά, έναν καφέ που συνόδευαν τα φρεσκοτηγανισμένα χορταροκάλτσουνα και μια θεσπέσια τσικουδιά, όταν αναφέρθηκα στα πρωινά βιώματα στο Αρκάδι, η μεγαλύτερη από τις αδερφάδες, η Καλλιόπη, που άλλες μέρες μου ξεδίπλωνε παρασταστικά τις συγκλονιστικές αναμνήσεις της από την εξορία, από το στρατόπεδο των εξόριστων γυναικών στο νησάκι, στο Μοναστήρι της Παναγίας, στο Τρίκερι, στον Παγασητικό, γύρισε , με κοίταξε κατάματα και μου είπε με νόημα: εδώ να ιδείς τι Αρκάδι είχε να γίνει ! Μας φύλαξε η Παναγία κι οι προσευχές της μάνας μας! Κι άρχισε την αφήγηση.

Ακούστηκαν αυτοκίνητα! Τρεχαλητό! Αρβύλες! Ποδοβολητό! Διαταγές στη γερμανική! Κύκλωσαν το τετράγωνο! Ο κόσμος έκλεινε τα παράθυρα! Μαντάλωνε τις πόρτες! Παγωνιά στις ψυχές! Φόβος! Τί θέλουν; Ποιόν γυρεύουν; Ποιόν κυνηγούν;

Κι ο Θειος σου, ο αδελφός του παππού σου, ο καπετάν Γιάννης, εργολάβος τότε στα Χανιά, βγήκε από την πόρτα της κουζίνας στην αυλή, πήγε στο πετρόχτιστο, στο ομορφόχτιστο φούρνο της αυλής, εκεί δίπλα στο γιασεμί, μα τον βλέπεις τον φούρνο, ο ίδιος είναι, και άναψε  τα προσανάμματα, που τα είχε έτοιμα μέσα στον θάλαμο του φούρνου. Αναζήτησε και τροφοδότησε την φωτιά με ξύλα που είχε συγκεντρωμένα παραδίπλα ! Η μάννα όλο αγωνία! Δεν είπε τίποτε! Η αγωνία όμως ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. Τον παρακολουθούσε από το παράθυρο της κουζίνας. Όλοι είχαν κλειδαμπαρωθεί κι αυτός άναψε και φρόντιζε την φωτιά στο φούρνο. Σαν να μην συνέβαινε τίποτε. Μπήκε στη συνέχεια στην κουζίνα. Χαμογελώντας είπε στη μάννα: ο φούρνος ετοιμάζεται! Ξεκίνα να σιάζεις την πίτα! Και έβαλε το αλεύρι πάνω στο τραπέζι, για να επισπεύσει την ετοιμασία. Εσείς, τότε μόνον γύρισε και μας κοίταξε, εσείς, μας είπε, κοπελιές,  στο σαλόνι να πάτε μπροστά! Εκεί να μείνετε να παίξετε, μέχρι να σας φωνάξω!  Δεν υπήρχε αντίρρηση στα λόγια του κύρη. Ανεβήκαμε την σκάλα και βγήκαμε στο σαλόνι της υποδοχής, στο επίσημο του σπιτιού.

Ότι προλάβαμε! Αφού είχε γίνει η κύκλωση του τετραγώνου, που το ορίζουν από τον βοριά η οδός Ηγουμένου Γαβριήλ, της Μονής του Αρκαδίου και από νοτιά η οδός Γιαμπουδάκη, του μαχητή, που με εντολή του Ηγουμένου πυροδότησε την μπαρουταποθήκη του Μοναστηριού κι οδήγησε στο Ολοκαύτωμα, αφού παρατάχτηκαν ένα γύρο οι πάνοπλοι Γερμανοί στρατιώτες με το δάχτυλο στη σκανδάλη και στις γωνιές είχαν σταθεί τζιπ με πολυβόλα, με κλωτσιές χτύπησαν κι άνοιξαν την αυλόπορτα και χύθηκαν μέσα στην αυλή, στην κουζίνα, στα σαλόνι, στα δωμάτια, στις κρεβατοκάμαρες, στις αποθήκες, στα λαδαριό!  Ο έμπειρος αντάρτης και καπετάνιος του Μακεδονικού Αγώνα, ο πολεμιστής των Βαλκανικών, του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της Μικρασίας, ο σημαδεμένος βενιζελικός, ήξερε, καταλάβαινε, ψυχανεμιζόταν ότι είναι στοχοποιημένος από τους ρουφιάνους του Μεταξά και συνεπώς εύκολα θα γινόταν στόχος των καταδοτών, των κουκουλοφόρων προδοτών και συνεργατών των Γερμανών για σχέσεις με την Αντίσταση. Εφιάλτες, πρόθυμοι στους αιώνες! Νύν και αεί! Στάθηκε ψύχραιμος. Ο διερμηνέας, μεταφράζοντας την εντολή του επικεφαλής αξιωματικού, του ζήτησε να παραδώσει τον οπλισμό του! Γνωρίζουμε ότι είσαι πολεμιστής! Γνωρίζουμε που πολέμησες! Μας έχουν πληροφορήσει ότι ανδραγάθησες! Να παραδόσεις τώρα, με δική σου θέληση τον οπλισμό σου. Είσαι ύποπτος! Εάν αρνηθείς να το πράξεις, τότε θα ψάξουμε σ΄ όλο το σπίτι! Εάν βρούμε το παραμικρό, θα σε  εκτελέσουμε εδώ, επιτόπου!

Δεν έχω στο σπίτι ούτε όπλα, ούτε πυρομαχικά! Μπορείτε να ψάξετε, απάντησε ψύχραιμος κι ήρεμος, Είχαν ιδεί πολλά τα μάτια του! Είχε αντικρύσει πολλές φορές τον χάρο με τα μάτια του για να δειλιάσει μπροστά στον Γερμανό αξιωματικό!  Και γυρίζοντας στη σύζυγό του, της ξαναλέει: γυναίκα, όπως βλέπεις έχουμε μουσαφιραίους. Σιάξε την, πίτα, να τους φιλέψουμε. Κι εγώ φροντίζω τον φούρνο!

Έψαξαν! Λύσσαξαν! Αναποδογύρισαν, έσκισαν, έσπασαν, ξήλωσαν!

Εμείς στο μπροστά σαλόνι. Έντρομες , σφιχταγκαλιασμένες. Όσο γινόταν πιο μακριά από την εσωτερική αυλή, πιο μακριά από την κουζίνα του σπιτιού. Οι γείτονες με κομμένες ανάσες από τις γρίλιες των παντζουριών, πίσω από τις κουρτίνες , μέσα από τις χαραμάδες παρακολουθούσαν. Όλοι ήξεραν ότι ο καπετάνιος είχε όπλα.

Ο φούρνος αναμμένος! Ο καπετάν Γιάννης ήρεμος , παρακολουθούσε την μέχρις καταστροφής έρευνα του σπιτιού του, και φρόντιζε την θράκα του φούρνου.

Η πίτα φουρνίστηκε.

Οι Γερμανοί αφηνίασαν! Μεθοδικοί! Δεν άφησαν τίποτε χωρίς να το ψάξουν, χωρίς να το ανακατέψουν! Στο τέλος ερεύνησαν την αυλή, ξήλωσαν πλάκες στην αυλή, στα σκαλιά, ξήλωσαν πέτρες από τους τοίχους, χτύπησαν με σιδερολοστούς στον κήπο!

Τίποτε!  Δεν βρήκαν τίποτε! Ολόκληρη επιχείρηση για ένα τίποτε! Εκτέθηκαν κι οι προδότες, οι ρουφιάνοι! Έφυγαν. Στο τέλος, έφυγαν!

Μας φώναξε η μάννα. Ανάσανε. Προσευχόταν όλη την ώρα. Εκείνη ήξερε. Προσπαθούσε τώρα να ηρεμήσει. Προσπαθούσε τώρα να μας ηρεμήσει. Ξεφούρνισε. Γευτήκαμε την πιο νόστιμη, την πλέον αξέχαστη πίτα της ζωής μας.

Μόνον μετά από χρόνια, μόνον μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, μόνον όταν πήραν λίγο να σιάζουν τα πράγματα ο πατέρας, ο αδερφός του παππού σου, ο καπετάν Γιάννης μας φανέρωσε το μυστικό: τα όπλα, όπλα για να πολεμήσει μια διμοιρία, και τα πυρομαχικά, ήταν κρυμμένα στο φούρνο! Κάτω από τις χοντρές πέτρινες πλάκες του δαπέδου του θαλάμου. Η φωτιά, που πρόλαβε και την άναψε, έχοντας πάντα έτοιμα προσανάμματα μέσα στο φούρνο, μόλις κατάλαβε ότι γίνεται μπλόκο, ήταν το ισχυρότερο αποτρεπτικό για την έρευνα στο συγκεκριμένο χώρο! Μας έδειξε και την φοβερή δικλείδα! Μια πέτρα χοντρή, του δαπέδου του φούρνου εξείχε ελαφρά, τόσο ώστε να μπορεί κανείς να την τραβήξει με χειρολαβή. Από το κενό που θα δημιουργούνταν τα κάρβουνα της φωτιάς θα πυροδοτούσαν τα πυρομαχικά! Και, έ τότε,  γαία πυρί μειχθήτω!

Θα γινόταν κι εδώ πάλιν, στην οδό Ηγουμένου Γαβριήλ και Γιαμπουδάκη, το ολοκαύτωμα!  Γι αυτό, ο πατέρας μας έστειλε τις δυο κοπελιές του, να παίξουμε στην άλλη πλευρά του σπιτιού, όσο γινόταν πιο μακριά από τον φούρνο, από το σημείο της πιθανής έκρηξης. Για να έχουμε πιθανότητα επιβίωσης. Ευτυχώς ο Θεός τους στράβωσε, τους Γερμανούς, δεν υποπτεύτηκαν κάτι.

Γλύτωσαν έτσι οι Γερμανοί που έψαχναν το σπίτι!

Γλυτώσαμε έτσι κι εμείς!

Και να που είμαστε σήμερα εδώ , να σου ιστορώ το πώς δεν έγινε το νέο Αρκάδι στα Χανιά!

Τούς είπες , όμως ψέματα, πατέρα, τον πείραξα, αργότερα. Τους είπες ότι δεν έχεις όπλα!

Και βέβαια τους είπα αλήθεια, απάντησε γελώντας ! Τους είπα ότι δεν έχω όπλα στο σπίτι! Στον φούρνο ήταν!

Άλλοι άνθρωποι!

Ωραίοι, ως Έλληνες!

 

*Μάρκος Μπόλαρης. Νομικός – Πρώην Υπουργός

Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο reformer.gr είναι προσωπικές και εκφράζουν τον συγγραφέα.

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post