Γιατί η Τεχεράνη αποτελεί το «κόκκινο πανί» για ΗΠΑ, Ισραήλ και Σαουδική Αραβία

Σχόλιο

Η σύσφιξη των σχέσεων της Αθήνας με την Ουάσιγκτον, η συγκυριακή στρατηγική συνέργεια της Άγκυρας με την Τεχεράνη, οι τριγωνικές – επίσης ευκαιριακές – συνεργασίες Ελλάδας και Κύπρου με χώρες της Μέσης Ανατολής (Ισραήλ – Αίγυπτος – Ιορδανία) και γεγονότα όπως ο προβληματισμός για τον πιθανό ελλιμενισμό ενός ιρανικού τάνκερ έχουν αναθερμάνει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για την χώρα στην οποία επικράτησε εδώ και 40 χρόνια η Ισλαμική Επανάσταση.

Ο μέσος Έλληνας αντιλαμβάνεται την επικινδυνότητα του Ιράν για  λάθους λόγους: στην φαντασία του, αποτελεί την χώρα του απόλυτου θρησκευτικού φανατισμού που θα ελέγξει το παγκόσμιο Ισλάμ, είναι εντελώς αντιδημοκρατική και δεν τηρεί την περίφημη συμφωνία για το πυρηνικό της πρόγραμμα. Ξεκινώντας από τον θρησκευτικό φανατισμό, το σιϊτικό Ιράν με θεωρητικά «θεοκρατικό» καθεστώς είναι πολύ δημοκρατικότερο από τις περισσότερες χώρες της Μέσης Ανατολής. Φυσικά πόρρω απέχει από το να εγγυάται τις πολιτικές ελευθερίες ή ακόμα και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά θα δυσκολευτεί κανείς να βρει χώρα στη Μέση Ανατολή που να τα τηρεί ευλαβικά με τα Ευρωπαϊκά δεδομένα: φυσικά δεν τα τηρεί ούτε η Τουρκία, ούτε το Ισραήλ, ούτε η Αίγυπτος. Όμως αυτό το γεγονός δεν θα πρέπει να μας επηρεάζει ιδιαίτερα αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές και να επιζητούμε το καλύτερο για την εξωτερική μας πολιτική.

Επιπρόσθετα, υπάρχουν χώρες, προεξαρχούσης της Σαουδικής Αραβίας που ο φονταμενταλισμός είναι σκληρότερος και επιβεβλημένος. Αν η ισχυρότερη χώρα της Αραβικής Χερσονήσου, με την οποία αναζητούμε – και ορθώς πράττουμε – εξαιρετικές σχέσεις, έχει ταυτιστεί με το γουαχαμπισμό δεν θα πρέπει να μας πειράζει η θρησκευτική ταυτότητα του Ιράν. Εννοείται επίσης ότι μια σιϊτική χώρα δεν μπορεί να αποτελεί κίνδυνο για ένα παγκόσμιο θρησκευτικό κίνημα αφού η συντριπτική πλειοψηφία των μουσουλμάνων είναι σουνίτες. Τέλος, η Τεχεράνη μέχρι την μονομερή αποχώρηση του Ντόναλντ Τραμπ από την Διεθνή Συμφωνία για το Πυρηνικό της πρόγραμμα την τηρούσε ευλαβικά όπως φαίνεται από όλες τις αναφορές του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας. Μήπως τελικά το «ειρηνικό» Ιράν αποτελεί θύμα μιας ενορχηστρωμένης προπαγάνδας;

Ευθεία απειλή

Η απάντηση είναι αναμφίβολα αρνητική. Το Ιράν αποτελεί μια χώρα που απειλεί ευθέως αλλά και εμμέσως τους γείτονές του. Κατάφερε με πολιτική διείσδυση, χρήση τρομοκρατικών οργανώσεων και ανοικτή σύρραξη όποτε χρειάστηκε να αποκτήσει τον έλεγχο τεσσάρων Αραβικών πρωτευουσών: Βαγδάτη, Δαμασκός, Βηρυτός και Σανάα εκτελούν πρόθυμα την ημερήσια διάταξη του Ιράν. Και αν το 2011 δεν είχε επέμβει έγκαιρα ο Σαουδαραβικός στρατός θα ήλεγχε μέσω της υποκινούμενης σιϊτικής εξέγερσης και την Μάναμα στο Μπαχρέιν. Στην Υεμένη οι υποβοηθούμενοι – αν όχι πλήρως ελεγχόμενοι – από την Τεχεράνη, αντάρτες του Χουσεΐν Μπαντρεντίν αλ-Χούθι (γνωστοί από το επίθετο του ηγέτη τους) ανέτρεψαν την κυβέρνηση και έκτοτε στη χώρα μαίνεται ένας εμφύλιος που έχει οδηγήσει και σε ανθρωπιστική καταστροφή, για την οποία φυσικά φταίνε όλοι οι εμπλεκόμενοι. Στο Λίβανο η τρομοκρατική οργάνωση, τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για την ΕΕ, Χεζμπολά αποτελεί κράτος εν κράτει, συμμετέχει στην κυβέρνηση και ελέγχεται τουλάχιστον εν μέρει από το Ιράν, από το οποίο και εξοπλίζεται. Στον Συριακό εμφύλιο που πήρε προς στιγμήν και θρησκευτική τροπή, οι σιΐτες μαχητές της Χεζμπολά ήταν αυτοί που στην κυριολεξία έσωσαν τον Μπασάρ αλ Άσαντ. Το πόσα οφείλει στην Τεχεράνη αλλά και κατά πόσο ελέγχεται ο Σύριος ηγέτης από το Ιράν είναι σχεδόν αυταπόδεικτο. Φυσικά, τα συνεχόμενα λάθη των Αμερικανικών κυβερνήσεων, ξεκινώντας από τον Κλίντον, κλιμακούμενα από τον Μπους τον νεότερο, καθόλου βελτιούμενα από τον Ομπάμα και τέλος σε σαφή χειροτέρευση επί Τραμπ, οδήγησαν και τη Βαγδάτη της σιϊτικής πλειοψηφίας στην αγκαλιά της Τεχεράνης. Η πολιτική του Μαλίκι αποξένωσε την σουνιτική μειοψηφία που μεγάλο μέρος της «καλοδέχθηκε» το Νταές (ISIS). Μεταξύ των δυο κακών, προτιμούσε το απόλυτα ομόθρησκο.

Τα χτυπήματα στα τάνκερ

Συνεπώς, η Τεχεράνη των 80 εκατομμυρίων με τον ισχυρότερο στρατό στην περιοχή του Κόλπου συμπεριλαμβανομένων βαλλιστικών πυραύλων, η οποία έχει καταλάβει τρία νησιά των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (Αμπού Μούσα, Μικρή και Μεγάλη Τουνμπ) και έχει πολεμήσει επί δεκαετία εναντίον του Ιράκ, που εμπλέκεται σήμερα σε δυο εμφυλίους στην περιοχή και που ελέγχει τα στενά του Ορμούζ, είναι ο «μεγάλος αδερφός» στη Μέση Ανατολή. Δεν πρέπει να υπάρχει ιδιαίτερη αμφιβολία ότι τα κτυπήματα στα 6 τάνκερ τον περασμένο Μάιο και τον Ιούνιο έγιναν από οργανώσεις ιρανικών συμφερόντων. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ήταν επιθυμητή ενέργεια για τον πρόεδρο Ρουχανί, όμως το σύστημα της χώρας δεν του δίνει τον έλεγχο τόσο των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης όσο και των σχετικών υπηρεσιών ασφαλείας. Συνεπώς, μπορεί να έγιναν και εν αγνοία του. Η κατάσταση τον τελευταίο μήνα, χωρίς να είναι έκρυθμη, είναι επικίνδυνη λόγω της πιθανότητας ανεπιθύμητης κλιμάκωσης από ανθρώπινο λάθος, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερο κανάλι επικοινωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Φυσικά θα πρέπει να γίνει κάτι πολύ σοβαρό και όχι μια κατάρριψη μη επανδρωμένου αεροσκάφους.

Η συμμαχία με το Κατάρ

Επίσης, το Ιράν αποτελεί «κόκκινο πανί» για τις κυριότερες Αραβικές χώρες (Αίγυπτο, Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα) λόγω της υποστήριξης στο Κατάρ και της προσπάθειας πλήρους προσεταιρισμού του από την στιγμή που αυτό απομονώθηκε από τους υπόλοιπους σουνίτες Άραβες του Κόλπου, λόγω της υποστήριξης της Μουσουλμανικής Αδελφότητας (οικονομικά, πολιτικά και μέσω προπαγάνδας από το Αλ Τζαζίρα). Το Κατάρ θα υπέκυπτε εύκολα στις πιέσεις των υπολοίπων Αράβων αν δεν είχε την απόλυτη στήριξη του Ιράν. Χωρίς υπερβολή, ακόμα και για τα καθημερινά τρόφιμα η Ντόχα βασίζεται στην Τεχεράνη. Φυσικά λόγω της κοινής στήριξης στους Μουσουλμάνους Αδελφούς έχει αγαστή συνεργασία και με την Άγκυρα. Κλείνοντας, η de facto πολιτική συνεργασία της Άγκυρας με Ντόχα και Τεχεράνη και η de jure στρατιωτική συνεργασία με ισχυρή βάση στο Κατάρ θέτει την Τουρκία στην διεθνή σκακιέρα στο πλευρό του «παρία» της διεθνούς κοινότητας, του Ιράν. Το κατά πόσο θα μπορέσει η Ελλάδα να αξιοποιήσει αυτό το παράθυρο ευκαιρίας για να προωθήσει τα συμφέροντα της παραμένει μέγα ζητούμενο για την εξωτερική μας πολιτική.

Από τον Κλεάνθη Κυριακίδη

* Επίκουρος Καθηγητής του Αμερικανικού Πανεπιστημίου στα Εμιράτα

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post