*Του Χαράλαμπου Γκότση
Θα περίμενε κανείς ότι η τραγικότητα από την εξέλιξη των γεγονότων σχετικά με την εξάπλωση του κορωνοιού και της εκατόμβης των θυμάτων που αφήνει πίσω της, θα είχε συνετίσει κάποιους από τους εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου ενώ το πρόβλημα είναι συγκεκριμένο και αφορά το παρόν και το μέλλον της ίδιας της Ευρώπης, συνεχίζουν να επιχειρηματολογούν με όρους και κλισέ του παρελθόντος.
Μετά τα απογοητευτικά αποτελέσματα στο τελευταίο Eurogroup, όπου προτάθηκε η διάθεση βασικά 300 δις Ευρώ μόνο για την ενίσχυση των υγειονομικών συστημάτων και της απασχόλησης, ήλθε η σειρά της συνόδου κορυφής της 23/4, όπου το θέμα της επανόρθωσης των ευρωπαϊκών οικονομιών από τις καταστροφικές επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης, παραπέμφθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επεξεργαστεί λύση σε συγκεκριμένη κατεύθυνση και να κατατεθούν στη νέα της συνάντηση στις 6 Μαΐου.
Όπως ήταν αναμενόμενο, οι χώρες συνασπίστηκαν στα γνωστά δύο μπλοκ των Βορείων και των Νοτίων, πάντα με το ίδιο επιχείρημα, ακόμη και όταν δεν αναφέρεται τελευταία expressis verbis. Οι Βόρειοι, που ασκούν συνετή δημοσιονομική πολιτική και αποταμιεύουν και οι Νότιοι που είναι σπάταλοι και κάνουν μόνο χρέη. Και για να το στηρίξουν αυτό επικαλούνται την αύξηση του δημοσίου τους χρέους τους, ακόμη και κατά τη διάρκεια της κρίσης. Αναφέρονται προφανώς, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά κυρίως στην Ιταλία, την Πορτογαλία, την Κύπρο, καθώς και τη Γαλλία που ποτέ δεν ονομάζεται ανοιχτά. Όμως, αν τώρα το χρέος αποτελεί πρόβλημα για τις Βρυξέλλες, ποια θα είναι η κατάσταση μετά την κρίση του κορωνοιού και τις αναγκαίες ενέσεις ρευστότητας που θα διοχετευτούν στις οικονομίες για να σταθούν και πάλι στα πόδια τους; Και τι θα γίνει, αν επαληθευτούν οι εκτιμήσεις για την Ευρωζώνη που εκφράζονται στο ECONOMIST ότι το χρέος από 80% κατά μέσο όρο του ΑΕΠ που είναι σήμερα θα εκτιναχτεί στο 130%; Αν συμβεί αυτό, τότε βέβαια πολλές από τις Βόρειες χώρες πλέον θα αντιμετωπίζουν και εκείνες το ίδιο ή παρόμοιο πρόβλημα.
Για τις υπερχρεωμένες χώρες του Νότου, ισχύει πράγματι, ότι κατά τη διάρκεια της Ευρωπαϊκής κρίσης της περασμένης δεκαετίας το δημόσιο χρέος αντί να μειωθεί, αυξήθηκε. Αυτό όμως δεν οφείλεται στην κακή διαχείριση, αλλά στην πολιτική λιτότητας που εφαρμόστηκε, όπου μειώθηκαν οριζόντια οι δαπάνες, κυρίως στην υγεία, που βρίσκουμε σήμερα μπροστά μας, όπως επίσης και στην παιδεία, ενώ αυξήθηκαν παράλληλα και οι φόροι. Έτσι, όπως θα έπρεπε να είναι αναμενόμενο, στο τέλος διαπιστώσαμε ότι τόσο στην οικονομία όσο και στους προϋπολογισμούς τα πράγματα πήγαν χειρότερα, με αποτέλεσμα να αυξηθεί και το δημόσιο χρέος.
Η αλήθεια λοιπόν είναι, ότι οι χώρες μας παλεύουν εδώ και χρόνια να μειώσουν ένα σχετικά παλαιό χρέος, που στην Ιταλία συσσωρεύτηκε τη δεκαετία του ’80, ενώ στην Ελλάδα εκτροχιάστηκε τη διετία 2006-2008. Αντί λοιπόν να αναζητηθεί τρόπος να απαλλαγούν οι χώρες έστω σταδιακά από ένα μέρος αυτού του βάρους, όπως έγινε με τη Γερμανία το 1953, η αντιδραστική προπαγάνδα του κ. Schaeuble, πλαισιωμένου από τον θεωρητικό του μίσους, τέως Διευθυντή του Ινστιτούτου ifo καθηγητή Sinn, πότισε το λαό των βορείων χωρών με αστήριχτους ισχυρισμούς που συνοψίζονται στον αφορισμό: «Δεν πρέπει να τους απαλλάξουμε από το χρέος ή να εκδώσουμε Ευρωομόλογα γιατί αυτοί θα συνεχίσουν να χρεώνονται ασύστολα»!
Και όμως η κοινή έκδοση ομολόγων με ευρωπαϊκή εγγύηση ήταν και παραμένει η πιο καθαρή λύση για την αντιμετώπιση αυτής της λαίλαπας που σαρώνει όλες τις οικονομίες του πλανήτη. Η επιλογή των εργαλείων για την αντιμετώπιση της κρίσης θα πρέπει να είναι τέτοια που να ενώνει τους λαούς της Ευρώπης και να μην τους διχάζει σε Νότιους και Βόρειους, σε συνετούς και σπάταλους. Κοινές εκδόσεις ομολόγων θα καταστήσουν την Ευρώπη πιο δημοκρατική και πιο διαφανή. Με χαμηλότερο κόστος για όλους, με βελτίωση της εμπιστοσύνης και με μεγαλύτερη διαφάνεια. Ταυτόχρονα θα δοθεί και ένα αδιαμφισβήτητο σήμα προς όλους, ότι η Ευρώπη αντί του δρόμου του διχασμού επιλέγει τη λύση που οδηγεί στην ολοκλήρωση.
Αντίθετα κάθε άλλη επιλογή, πλην των ομολόγων αέναης διάρκειας, τα οποία τεχνικά παρέχουν τη δυνατότητα να μην προσμετρώνται στο χρέος, θα μας οδηγήσουν σε μεγάλη περιπέτεια, με ανυπολόγιστες επιπτώσεις για όλες τις οικονομίες οι οποίες θα έρθουν να προστεθούν στις ζημιές που προξένησε η κρίση του κορωνοιού.
*Ο Χαράλαμπος Γκότσης είναι Καθηγητής Οικονομικών, τ. Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς
Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο reformer.gr είναι προσωπικές και εκφράζουν μόνο τον συγγραφέα.


Συζήτηση σχετικά με post