Σε μια διαπραγμάτευση όπως αυτή που είναι σε εξέλιξη εδώ και 4 μήνες ανάμεσα στην Ελληνική κυβέρνηση και τους δανειστές μας, παίζουν πολλά, πάρα πολλά πράγματα ρόλο. Ένα από τα βασικότερα είναι η κοινωνία, οι πολίτες και η δικιά τους βούληση. Η κοινωνία και η δικιά της ζυγαριά, πάνω στην οποία βάζει τη ζωή και το αύριο.
Παράλληλα όμως – και κυρίως μέσα από τις δημοσκοπήσεις – οι επαΐοντες βλέπουν τα θέλω, τα πιστεύω, τις αντοχές, τις οπισθοχωρήσεις, τις πραγματικές κόκκινες γραμμές και ανάλογα πορεύονται. Κάπου εδώ όμως τα πράγματα αρχίζουν και μπερδεύονται. Ο λόγος; Τα δικά μας «θέλω», που μάλλον δεν ξέρουμε ποια είναι, δεν είμαστε απόλυτα σίγουροι, που ποικίλουν, ή τέλος πάντων για τα οποία δεχόμαστε να κάνουμε πολλές εκπτώσεις.
Εκπτώσεις που γίνονται αμέσως αντιληπτές – οι άνθρωποι είναι γάτες – και μεταφράζονται σε μέτρα, σε επώδυνες λύσεις, σε κακές συμφωνίες.
Μήπως πρέπει τελικά ως κοινωνία να αποφασίσουμε τι ακριβώς θέλουμε; Γιατί διαρκώς ζούμε μέσα στην αντίφαση, κάτι το οποίο καταλήγει να το εισπράττουν ως αδυναμία, είτε οι εκάστοτε κυβερνώντες, είτε –πολύ περισσότερο – οι δανειστές.
Στην παρούσα χρονική περίοδο η αντίφαση που υπάρχει είναι το πλέον κατανοητό παράδειγμα και συνάμα το «όπλο» στα χέρια – κυρίως – των πιστωτών μας.
Αυτό που προκύπτει από όλες τις δημοσκοπήσεις, αλλά και από τις καθημερινές συζητήσεις που κάνουμε όλοι μας, είναι ότι επιθυμούμε να είμαστε στο ευρώ και να υπάρξει συμφωνία. Ταυτόχρονα δυσκολευόμαστε να αποδεχθούμε συγκεκριμένα μέτρα και θεωρούμε ότι η ρήξη δεν μπορεί να λειτουργήσει ως εναλλακτική πρόταση.
Πέστε μας, τι συμπέρασμα θα βγάζετε εσείς αν είσαστε από την πλευρά των δανειστών; Πολύ απλά, αυτό που βγάζουν – και ταυτόχρονα θέτουν – οι δανειστές. «Εναλλακτικός δρόμος για αυτούς δεν υπάρχει, άρα θα ακολουθήσουν το δρόμο της Ευρώπης, αλλά με τους δικούς μας όρους και τα δικά μας μέτρα».
Δυστυχώς αυτή είναι η ωμή αλήθεια, γιατί ποτέ τα τελευταία χρόνια ως λαός δεν δείξαμε τα δόντια μας. Ποτέ δεν είπαμε «ως εδώ και μη παρέκει». Αντίθετα φροντίσαμε (μάλλον φρόντισαν) να προσπαθούμε να βγάλουμε ο ένας το μάτι του άλλου.
Πέστε μας, αυτό το τετράμηνο που νοιώσαμε – δημοσκοπικά τουλάχιστον – υπερήφανοι και αξιοπρεπείς, με ποιο τρόπο δείξαμε ότι έχουμε όρια; Τι περιμέναμε για να βάλουμε τις δικές μας κόκκινες γραμμές και να καταλάβουν μέσα και κυρίως έξω από εδώ, ότι τις εννοούμε;
Τι δεν καταλάβαμε είτε γιατί μας το έκρυψαν, είτε γιατί δεν θέλαμε να το δούμε, είτε γιατί είμαστε φοβισμένοι; Ότι αν ένας παράγοντας είναι αστάθμητος και τον «φοβούνται», αυτός είναι η κοινωνία, αφού αρκεί ένα μικρό φυτίλι για να ανάψει μια μεγάλη φωτιά.
Μάλλον όμως αυτό το δικαίωμα το απωλέσαμε πλέον. Το θυσιάσαμε στο βωμό των δημοσκοπήσεων και των συμφερόντων.


Συζήτηση σχετικά με post