Εντυπώσεις από μια παράσταση
Γράφει ο Γιάννης Γαβρίλης
Ο Γιώργος Νανούρης στη πρώτη του σκηνοθετική «δοκιμασία» στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, επανέφερε την αξία και την προσοχή που θα έπρεπε πάντα να υπάρχει σε μια παράσταση Αρχαίου Δράματός στον ιερό αυτόν χώρο.
Σε συζήτηση μαζί του που είχα, μετά τη παράσταση χάρηκα που μου είπε «πρέπει να σέβεσαι τον ποιητικό λόγο του Ευριπίδη, το κοινό και πόσο μάλλον τον χώρο».
Γιατί η αλήθεια είναι, ότι το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, πολλάκις έχει μετατραπεί σε πειραματική σκηνή αγγίζοντας και ξεπερνώντας πολλές φορές τον σεβασμό που, κατά την προσωπική μου άποψη (και ευτυχώς, όχι μόνο δική μου), πρέπει να προσφέρει μια παράσταση Αρχαίου Δράματος η Κωμωδίας στον ποιητή της, στο κείμενό του, στο Αρχαίο αυτό Θέατρο . Όπου εκεί δεν χωρούν (και δεν θα έπρεπε να επιτρέπεται), η «παραποίηση», η «αυθαίρετη διασκευή» και η «εκμοντερνοποίηση» στο όνομα της «σύγχρονης… αποδόμησης».
Και να που έρχεται ο Γιώργος Νανούρης με την «σύγχρονη απόδοση» της Τραγωδίας του Ευριπίδη «Ιφιγένεια η εν Ταύροις».
Ο Νανούρης εμβάθυνε και φώτισε και «είδε» με καθαρότητα και γνώση και φανερά βαθιά μελέτη, την αμφιλεγόμενη από τους μελετητές και αναλυτές, σε παγκόσμιο επίπεδο αυτή Τραγωδία. Όπου άλλοι επιμένουν στην τραγικότητα του ποιητικού έργου και άλλοι την χαρακτηρίζουν ως Τραγικωμωδία (H.D.F. Kitto κ.α.) η ρομαντικό δράμα η μελόδραμα (Gilbert Murray κ.α.) ακόμη και ως θρίλερ, χαρακτηρίστηκε.
Ο Νανούρης μας προσέφερε χωρίς περιττές έως άχρηστες παρεμβάσεις την λυρικότητα του Ευριπίδη μέσω της εμπεριστατωμένης μετάφρασης του Γιώργου Ιωάννου.
Η καθαρότητα του λόγου, κυριάρχησε (παρ’ όλα τα κάποια τεχνικά προβλήματα).
Οι λέξεις μια προς μια «ανέβηκαν» και στο «άνω διάζωμα» με την προσήλωση και την διαυγή εκφορά του λόγου των ηθοποιών που αποτέλεσαν την εξαιρετική διανομή.
Λένα Παπαληγούρα ως Ιφιγένεια. Αιθέρια μα και τόσο τραγική. Η Ιφιγένεια της τρυφερότητας και της συγκινησιακής φόρτισης, της επιθετικότητας και πανουργίας. Η Παπαληγούρα μας παρέσυρε με την ερμηνεία της να εισέλθουμε στον ψυχισμό, στην οδύνη, στην ελπίδα, στην τελική απελευθερωτική λύση που τόσο επιδέξια υπαγορεύει ο Ευριπίδης στην Τραγωδία του, όλα αυτά με υποκριτική σαφήνεια, άνευ ερμηνευτικών υπερβολών, έτσι απλά, καθαρά, ειλικρινά.
Μιχάλης Σαράντης, Ορέστης. Η χρήση του σώματος είναι ένα από τα στοιχεία της υποκριτικής του. Ορέστης. Επιβλητική ερμηνεία των δεινών που του υποβάλλουν οι Ερινύες που τον καταδιώκουν. «Καλλίτερα να με φωνάζουν δυστυχισμένο». Ο Σαράντης τις μετέφερε στην ορχήστρα, ανοίγοντας, λες, το μυαλό του που εκεί τον «τριβελίζουν», με το σώμα του που πάσχει και πασχίζει να διαφύγει ώσπου σε κάποια σημεία νομίζαμε ότι αιωρείται. Λες και δεν πατάει στην ορχήστρα αναλήφθηκε με την ερμηνευτική του πειστικότητα, προς τον Φοίβο Απόλλωνα απαγγέλλοντας… «Σε ποια παγίδα με έκλεισες με τους χρησμούς σου, Φοίβε».
Πυγμαλίων Δαδακαρίδης ως Γελαδάρης και Αγγελιοφόρος. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Είναι ένας εξαιρετικός πολλών ερμηνευτικών επιπέδων ηθοποιός. Εδώ όμως ξεπερνάει και τον ίδιο του τον εαυτό. Ξεπερνά τα ίδια δικά του επίπεδα. Βρίσκεται σε μια άλλη υποκριτική διάσταση και φωνητικά, και κινησιολογικά και εκφραστικά. Στεντόριος. Ακριβώς αυτό. Αν και είναι αυτός που ερμηνεύει δυο ρόλους και με το ίδιο κοστούμι, δεν είναι ο ίδιος. Άλλος ως γελαδάρης, διαφορετικός σαν αγγελιοφόρος. Αν πω ότι με ξάφνιασε, με καθήλωσε, δεν θα είναι υπερβολή. Ξεχώρισε.
Νίκος Ψαρράς, Θόας. Ο απόλυτος βάρβαρος βασιλιάς. Ο επιβλητικός μεγαλοσχήμων ηγεμόνας. Ο εύπιστος μέσα στην καχύποπτη προσωπικότητα του. Ο Ψαρράς είναι ο ηθοποιός των εκπλήξεων. Ξεφεύγει με ευκολία από την παγίδα της μανιέρας όπου και εδώ, ενδύεται με περισσή άνεση (και λόγω μακρόχρονης πείρας), τον ρόλο του Θόα, με πειστικότητα ιδιαίτερη, με αφοπλιστική άνεση στις εναλλαγές ισορροπώντας ανάμεσα στην αφέλεια (όντας έρμαιο στα λεκτικά ”τεχνάσματα” και την πειθώ, της Ιφιγένειας), που μόνο ένας έμπειρος ηθοποιός όπως είναι ο Ψαρράς μπορεί εντέχνως, να χειριστεί την θυμηδία που προσάπτει στον ρόλο, τελικά, ο Ευριπίδης και να μην φτάσει στο άλλο άκρο. Του γελοίου.
Προμηθέας Αλειφερόπουλος ως Πυλάδης. Αποδεικνύει την ερμηνευτική του ικανότητα και πατάει γερά, σε έναν ρόλο με πολλές «σιωπές». Εκεί είναι που αποκαλύπτεται κανείς, πόσο μελετημένος και συνεπής ηθοποιός είναι. Μια φιγούρα στιβαρή ο Αλειφερόπουλος – Πυλάδης ισάξιος μέσα στους άξιους συναδέλφους του, συγκροτεί και δεν ερμηνεύει απλώς, έναν ακόμη Πυλάδη.
Η Χάρις Αλεξίου ως Θέα Αθήνα. Ως η από μηχανής Θεά αξιοπρεπής όπως την είχε «στήσει» και διδάξει ο Γιώργος Νανούρης, μέσα στο κατάλευκο κοστούμι της, φιγούρα υποβλητική στην πύλη του Ναού αναδυόμενη μέσα από καπνούς και ένα φως πίσω της που με την ένταση του δεν επέτρεπε στους θεατές να ξεκαθαρίσουν την φιγούρα της Αλεξίου-Αθηνάς…
Ιέρειες στον Ναό της Αρτέμιδος οι Ελληνίδες αιχμάλωτες, ακόλουθες της Ιφιγένειας. Ερμηνεύουν, Αρετή Τίλη, Δανάη Πολίτη, Βιβή Συκιώτη, Άννα Κωνσταντίνου, Μαρία Κωνσταντα, Νικόλ Κουνενιδάκη.
Εδώ κι αν μεγαλούργησε ο Νανούρης. Αρχαϊκές μορφές, λες και βγήκαν από υπέρθυρα γλυπτά η από εικονογραφημένους αμφορείς. Αιθέριες, μέσα στη δυστυχία της σκλαβιάς τους, λες και έμοιαζαν με ονειρικά πλάσματα που ψέλνουν αντιφωνώντας, χωρίς συνοδεία μουσικών οργάνων φέροντας φωτιζόμενες προσφορές. Με κορυφαία την Κίττυ Παιταζόγλου που σωστά τοποθετημένη, εκφραστικά και φωνητικά, απαγγέλει τον ποιητικό λόγο των χορικών. Ο Άγγελος Τριανταφύλλου συνέθεσε ψαλμωδίες άξιες της προσοχής μας ( ίσως περισσότερες από το επιτρεπτό μέτρο, αγγίζοντας το όριο των μετά αρχαϊκών θρησκευτικών δρώμενων).
Κατόπιν πολλών συζητήσεων και επανειλημμένων σχεδιασμών το σκηνικό της Μαίρης Τσαγκάρη, ο Ναός της Αρτέμιδος, λαξεμένος σε βράχο, υπό κατάρρευση όμως, όπως θα καταρριφτούν οι επιβουλές του Θόα έναντι του εξαγνισμού και της απόδοσης δικαιοσύνης κατά τις βουλές της Θεάς Αθηνάς.
Υποβλητικοί οι φωτισμοί σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη (ο Νανούρης έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τους φωτισμούς), του Αλέκου Γιάνναρου.
Εντυπωσιακά σχεδιασμένα (ειδικά των γυναικών), τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη.
Μια παράσταση Αρχαίας Τραγωδίας με μέτρο, χωρίς δήθεν, με σεβασμό, με συνέπεια, χωρίς υπερβάσεις η υπερβολές, ήρεμη, αξιοπρεπώς εξελισσόμενη η μη-δράση που χαρακτηρίζει την συγκεκριμένη Τραγωδία, όπου εδώ βρίσκεται και η επιτυχία της παράστασης. Επιδραστική συνέχεια των γεγονότων, με επιτυχημένες αναγωγές στο σήμερα, μέσα από τη ποίηση του Ευριπίδη όμως.
Η Ιφιγένεια εν Ταύροις είναι τραγωδία του Ευριπίδη, συνέχεια της Ιφιγένειας εν Αυλίδι, που διδάχθηκε ωστόσο πριν από αυτή (414-413 π.Χ.). Πραγματεύεται το προσφιλές στην ελληνική αρχαιότητα θέμα της σωτηρίας δύο ανθρώπων που τους συνδέουν συγγενικοί δεσμοί, υπό αντίξοες συνθήκες.
Στο ναό της Αρτέμιδας στην Ταυρίδα τελούνται ανθρωποθυσίες. Ειδικά θυσιάζουν στη Θεά τους Έλληνες που συλλαμβάνουν στη χώρα και η Ιφιγένεια, ως ιέρεια, κάνει τον εξαγνισμό των θυμάτων πριν τη σφαγή.
Η Ιφιγένεια έχει δει κακό όνειρο τη νύχτα, ότι πέθανε στο Άργος ο αδελφός της Ορέστης και έχει βγει τώρα το πρωί στον αέρα και στο φως να το διηγηθεί και έτσι να το ακυρώσει.
Φτάνει στο μεταξύ ο Ορέστης με τον Πυλάδη και όπως λέει ο χρησμός και η εντολή του Απόλλωνα-Φοίβου, πρέπει να πάρουν από το ναό το ξόανο της θεάς και να το φέρουν στην Αθήνα. Έτσι θα λυτρωθεί από τη μανία των Ερινύων ο Ορέστης, που τον κυνηγάνε σαν μητροκτόνο. Αλλά οι δύο ήρωες συλλαμβάνονται από τους βάρβαρους Ταυρίτες, ως ιερόσυλοι, που σύμφωνα με δικούς τους νόμους και καθώς ο βασιλιάς της Ταυρίδας, Θόας, μισούσε τους ξένους και τους Έλληνες, έπρεπε να θυσιαστούν. Προτού λοιπόν θανατωθούν ως θυσία προς τη Θεά Αρτέμιδα, οδηγούνται για εξαγνισμό, στο ναό της Θεάς, από την ιέρεια του ναού. Όμως ιέρεια του Ναού της Θεάς τυγχάνει να είναι η αδελφή του Ορέστη η Ιφιγένεια με την οποία αναγνωρίζονται. Έτσι με τέχνασμα αυτής οι ήρωες και μαζί τους η Ιφιγένεια καταφέρνουν με την βοήθεια της Θεάς Αθηνάς να αποδράσουν αποκομίζοντας και το ιερό ξόανο της Θεάς.
Πρώτος σταθμός περιοδείας 12-15 Ιουλίου στο Θέατρο Βράχων.


Συζήτηση σχετικά με post