του Γιάννη Γαβρίλη
Ο τραγικός μύθος του οίκου των Λαβδακιδών και η έριδα για την εξουσία.
Σκηνοθεσία: Γιάννης Μόσχος
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου 30, 31 Ιουλίου & 1η Αυγούστου
Παραγωγή: Εθνικό Θέατρο
Περί της Τραγωδίας των ”Φοινισσών”.
Ο Ευριπίδης διδάσκει μεταξύ του 411και του 409 π.Χ. (και κερδίζει το 2ο βραβείο στα εν άστει Διονύσια) την Τραγωδία του ”Φοίνισσες”, αμέσως μετά τη συντριβή των Αθηναίων στη Σικελία.
Η Τραγωδία διασώθηκε ολόκληρη και αποτελούσε μέρος τριλογίας (Υψιπύλη, Αντιόπη).
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός οτι ο Ευριπίδης, αν και είχαν προηγηθεί οι Τραγωδίες, του Αισχύλου ”Επτά επί Θήβας” (467 π.χ.) και του Σοφοκλή «Αντιγόνη» που πραγματεύονται τον ίδιο μύθο, λαμβάνοντας δε υπόψη του και τις πιθανές συγκρίσεις του κοινού, διαχειρίζεται διαφορετικά την πλοκή. Πλάθει καινούρια δραματική αφήγηση, πολλαπλότητα επεισοδίων, ζωηρή σκηνική δράση και κυρίως δίνει έμφαση στην διάψευση των προσδοκιών των ηρώων του. Οι σύγχρονοι μελετητές έχουν προσδώσει σε αυτή την Ευριπίδεια Τραγωδία, τον σύγχρονο όρο ”σασπένς” σε σχέση με την παρομοίου θέματος, Σοφόκλεια και την Αισχύλεια.
Έχει ενδιαφέρον ότι οι Αρχαίοι μελετητές χαρακτήρισαν το έργο ως ”παραφορτωμένο” . Οι δε σύγχρονοι παρόμοιοι, δικαιολόγησαν το όρο ”σασπένς-(αγωνία για την εξέλιξη της πλοκής ) κατηγοριοποιώντας την ως εξής.
”Τραγωδία πλούσια σε χαρακτήρες και γεγονότα.
Πλοκή που δεν εκτυλίσσεται γραμμικά και βασίζεται σε αυτοτελή, επισοδιώδεις σκηνές.
Ο Ευριπίδης με την πρωτότυπη γραφή του, απορρίπτει, από τη μια, το δόγμα Αριστοτέλη ”κατά το είκος και το αναγκαίον” ( στενή συνάφεια και αιτιακή σχέση του ενός με το άλλο) και από την άλλη ”προκρίνοντας πιο ”ανοιχτές” δομές, επιτρέπει έτσι, την συμμετοχή του θεατή, στην παραγωγή του νοήματος ως δυναμικότερης”.
Η Υπόθεση
Ο συμμαχικός στρατός των Αργείων με επικεφαλής τον εξόριστο Πολυνείκη έχει παραταχθεί έξω από τις πύλες της Θήβας. Στο εσωτερικό, η Ιοκάστη, σε μια απέλπιδα προσπάθεια αποτροπής του κακού, καλεί τους δύο γιους της να λύσουν τη διαφορά με ειρηνικό τρόπο. Μετά τον χρησμό του μάντη Τειρεσία που αποκαλύπτει τη θεϊκή βουλή που επιβάλλει τη θυσία νεαρού βασιλικού γόνου για την επιτυχή έκβαση της μάχης για τους υπερασπιστές της Θήβας, ο ευσεβής Μενοικέας, γιος του Κρέοντα, πείθεται να θυσιαστεί για το καλό της πόλης.
Στο πεδίο της μάχης οι Θηβαίοι παίρνουν το προβάδισμα. Ετεοκλής και Πολυνείκης αποφασίζουν ο νικητής και κάτοχος του θρόνου να κριθεί από τη μεταξύ τους μονομαχία. Η κατάρα του Οιδίποδα για την αδελφοκτόνο μοίρα των γιών του επαληθεύεται και τα δύο αδέλφια σκοτώνονται ο ένας από το χέρι του άλλου. Το θέαμα των νεκρών γιων της ωθεί την Ιοκάστη στην αυτοκτονία, ενώ ο Οιδίποδας παίρνει τον δρόμο της εξορίας. Τη διακυβέρνηση της Θήβας αναλαμβάνει ο Κρέων.
Η παράσταση
Ο Γιάννης Μόσχος στη πρώτη του αυτή επαφή με την Αρχαία Τραγωδία και την παρθενική του σκηνοθετική δουλειά στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου,(σε παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου) μας προσέφερε μια προβαλλόμενη στο μέλλον σκηνοθεσία με ικανές αναφορές στο παρόν του Θεάτρου μας. Χωρίς υπερβολές, χωρίς περιττές υπερβάσεις.
Ενδιαφέρουσα η επιλογή του να παρέμβει δραματουργικά και στο Αρχαίο κείμενο ( ευτύχησε μιας καθαρής, ευκολονόητης, λόγω της χρήσης ενός καθομιλούμενου λόγου, μετάφρασης του Νικηφόρου Παπανδρέου) αλλά και στην δράση/ πλοκή/ εξέλιξη, του Αρχαϊκού Ευριπίδειου κειμένου όπως…
*Παρέμβαση στην εναρκτήρια προλογική σκηνή του έργου όπου με τον μονόλογο της Ιοκάστης ξεκινάει το έργο ο Ευριπίδης. Εδώ, τον εκφωνεί ο Χορός. Επίσης μας παρουσιάζεται μια πιο ξεκάθαρη αποχώρηση/ κλείσιμο του έργου από αυτή που αναφέρεται στο Αρχαϊκό κείμενο (σ.σ. Οι μελετητές του έργου, αμφισβητούν το να γράφτηκε από τον Ευριπίδη το κλείσιμό του, θεωρώντας ότι υπήρξε μια μεταγενέστερη νοθεία στους στίχους της εξόδου. Και η αλήθεια είναι ότι, δεν είναι δυνατόν η Αντιγόνη ενώ αποκρούει την διαταγή του Κρέοντα περί μη ταφής του Πολυνείκη και εκείνη επιμένει σθεναρά να τον θάψει, από την άλλη να αποχωρεί με τον τυφλό πατέρα της Οιδίποδα από την Θήβα οδηγούμενοι στην εξορία, ως παρείσακτοι και βδελυροί.
*Ο Μόσχος έφερε επί σκηνής, την Σφίγγα που πολλάκις γίνεται αναφορά σε αυτήν στο κείμενο όπως και στα δεινά που έχει επιφέρει στην πόλη της Θήβας.
*Επίσης ( αν κάθε άλλο παρά συμφώνους μας βρίσκει ως ανώφελος νεωτερισμός και μας εξέτρεψε από την επιθυμητή προβαλλόμενη ατμόσφαιρα) η κινηματογραφική απεικόνιση επί του απέριττου σκηνικού, των ηθοποιών. Κάθε φορά που εμφανίζονταν για να ερμηνεύσουν τον ήρωα που υποδυόταν ο καθένας, το πρόσωπό του εμφανιζόταν πρώτα σε γκρο-πλαν. Το θεωρήσαμε μη συμβατό (αλλά, ο σχεδιασμός της κινηματογράφησης από τον Απόστολο Κουτσιανικούλη εξαιρετική).
Εντοπίσαμε και ένα ακόμη ενδιαφέρων στοιχείο. Η σαφής συνύπαρξη επί σκηνής, των ερμηνευτών, λειτουργώντας ως «σφικτό» σύνολο και όχι αυτονομημένοι, ως οι μεν, πρωταγωνιστές και οι δε, δευτερεύοντες ρόλοι. Αυτή η ιδέα/ εύρημα του σκηνοθέτη, με έμφαση παρουσιάστηκε, στην είσοδο (έναρξη παράστασης) των ηθοποιών, αλλά και κατά διαστήματα στην εξέλιξη της δράσης όπου όλοι μαζί (Χορός προτωστατούντος) περιστρέφονται στην ορχήστρα ως μια οντότητα, μια ύπαρξη που βιώνει και επιχειρεί να απεμπολήσει την τραγικότητα, να αποποιηθεί του προπατορικού αμαρτήματος, των δεινών του οίκου των Λαβδακιδών, του ενοχικού παρόντος τους και του μη αναστρέψιμου αλληλοσκοτωμού του Ετεοκλή και Πολυνείκη.Η την αυτοχειρία της Ιοκάστης οδηγούμενη σε αυτήν καθώς αντικρίζει νεκρά τα παιδιά της, και την αυτοθυσία του γιου του Κρέοντα, Μενοικέα, για την σωτηρία της πόλης, όπως την είχε ανακοινώσει με χρησμό του ο μάντης Τειρεσίας.
Οι ερμηνείες
Συνήθως αναφέρομαι διεξοδικά, ξεχωριστά σε κάθε ηθοποιό και στην ερμηνεία του. Αυτή τη φορά δεν θα γίνει έτσι γιατί, όπως προανέφερα, είδαμε ένα σύνολο και οι ερμηνείες διαδέχονταν,( όπως και οι διάλογοι) , αρμονικά και με τόση τραγικότητα, η μια την άλλη.
Πρώτιστη αναφορά μου, στον Χορό που εντυπωσίασε. Με την συνολικότητα του, την υποβλητική κίνηση του ως ένα πάσχων σώμα και με σωματική σπασμωδικότητα και εκφραστική εκτροπή (η κίνηση διδάχτηκε από την Αμαλία Μπένετ, δεν χρειάζεται συστάσεις!), την άψογη και καθάρια εκφορά του λόγου ( εξαιρετική ορθοφωνική τοποθέτηση από όλες τους), την επιβλητική πολυφωνία στα χορικά (που συνέθεσε, με ήθος μουσικό, ο ευφυής, έμπειρός, ευρηματικός Θοδωρής Οικονόμου. Πριν όμως κλείσω την παρένθεση, μια ένσταση. Τα χορικά ήταν περισσότερα από όσα, κατά τη γνώμη μου, χρειαζόντουσαν, αν και υποθέτουμε, αυτό επιθυμούσε και επέβαλλε ο σκηνοθέτης. Αν και επέμεινε στην άποψη του περί των συντμήσεων του κειμένου προς « όφελος της πρόσληψης του έργου από τον θεατή», εδώ, τα χορικά λειτούργησαν, αν και εξαιρετικές συνθέσεις επαναλαμβάνω, αναχαιτιστικά στην δράση, λειτουργώντας ως μουσικά διαλείμματα).
Περί ερμηνειών συνέχεια.
Αξιοπρόσεκτη η ερμηνεία της Μαρίας Κατσιαδάκη ως Ιοκάστη, υπερβατική και τραγική η Λουκία Μιχαλοπούλου ως Αντιγόνη. Με ένταση η προβολή της φιλαρχίας, του «βασιλεύειν» με οποιοδήποτε κόστος, του μίσους προς τον Πολυνείκη που τολμά να απαιτεί και με εκτόπισμα βαρύ και έμφαση στην κυνικότητα η ερμηνεία του Αργύρη Ξάφη ως (απόλυτος) αριβίστας Ετεοκλής. Δεν μας συνεπήρε η ερμηνεία του Θάνου Τοκάκη ως Πολυνείκης, αυτού του ακατάσχετου εκδικητή και διεκδικητή του αμφιλεγόμενου δίκιου του. Περισσότερο συμπαθής από όσο ήταν η περιγράφεται, μας μεταφέρθηκε ο Κρέοντας με την ερμηνεία του συμπαθέστατου Χρήστου Χατζηπαναγιώτη. Δεν είδαμε την μεταμόρφωση ( από ανέμελο έφηβο σε αποφασισμένο να σώσει την Θήβα με τον αυτόβουλο θάνατο του) στην υπόκριση του Βασίλη Ντάρμα, ενώ με την υποκριτική τους δυναμική την ένταση φωνής και εκφράσεων, την πλήρη ανάπτυξη των ερμηνευτικών τους μέσων, ο Αλέξανδρός Μυλωνάς ως πειστικότατος Τειρεσίας και ο Κώστας Μπερικόπουλος ως προστατευτικός Παιδαγωγός (έχει αναλάβει και τον ρόλο του πρώτου Αγγελιαφόρου).
Ο Γιώργος Γλάστρας ως Αγγελιαφόρος Β, διεκπεραιώνει με συνέπεια και αμετακίνητος στο κέντρο της ορχήστρας, κατά τις οδηγίες του σκηνοθέτη, με κάποιες μόνο σπασμωδικές άρσεις του σώματος, τη τραγική ανακοίνωση, της αλληλοεξόντωσης των δύο αδελφών.
Τραγικός, απελπισμένος, στην αδιεξοδική συνέχιση του μισερού βίου του όπου οδηγείται με «τυφλά που είναι τα πόδια του» προς την εξορία, ο Δημήτρης Παπανικολάου, Οιδίπους. Η Σεσίλ Μικρούτσικου ως Σφίγγα απέδωσε τον βουβό εμβόλιμο ρόλο με αμυδρές αλλά ουσιαστικές και με νόημα σωματικές κινήσεις επί της «τειχοσκοπίας» καθώς το κινηματογραφικό πλάνο την αποτυπώνει στην πρόσοψη του παλατιού.
Ο Χορός που εντυπωσίασε και (σημαντικό) καταχειροκροτήθηκε αποτελείτο από τις… Νεφέλη Μαϊστράλη, Ζωή Μυλωνά, Ελπίδα Νικολάου, Σταύρια Νικολάου, Κατερίνα Παπανδρέου, Κατερίνα Πατσιάνη, Ελίνα Ρίζου, Μαριαμ Ρουχάτζε, Θάλεια Σταματέλου, Στυλιανή Ψαρουδάκη.
Το αφαιρετικό και με σύγχρονη αρχιτεκτονική αντίληψη, σκηνικό σχεδιάστηκε από την Τίνα Τζόκα, τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη και… Οι εξαιρετικοί φωτισμοί του πολύπειρου Λευτέρη Παυλόπουλου έδωσαν με τις απαραίτητες καίριες εναλλαγές την εκπορευόμενη εκ της δράσεως, ατμόσφαιρα, αποτελώντας αναπόσπαστο και καθοριστικό στοιχείο της.
«Την δυστυχία αυτού του οίκου
Δεν την ακούσαμε μονάχα
Τη βλέπουμε με τα ίδια μας τα μάτια:
Να τα, μπρος στο παλάτι, τα πτώματα των τριών νεκρών,
Που με θάνατο κοινό πέρασαν στο αιώνιο σκοτάδι».
Έξοδος ( 1480-1766)
Οι παραστάσεις θα συνεχιστούν σε περιοδεία.
Φωτογραφίες του Θωμά Δασκαλάκη




Συζήτηση σχετικά με post