Αργύρης Ξάφης: «Δεν με ενδιαφέρει ένα ειδικό θέατρο, όσο κι αν με εντυπωσιάζει. Με ενδιαφέρει ένα προσωπικό θέατρο»

Σχόλιο

Συνέντευξη: Γιάννης Γαβρίλης

Με αφορμή το ανέβασμα της Τραγωδίας του Σοφοκλή ”Αίαντας” που σκηνοθετεί ο Αργύρης Ξάφης σε παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου και κάνει πρεμιέρα στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.

Γ.Γ.  Στις 29 και 30 Ιουλίου και σε παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου, ανεβαίνει στην Επίδαυρό, για μια φορά ακόμη, η Τραγωδία του Σοφοκλή ”Αίας”. Ξέρω ότι είναι από τους αγαπημένους σου Αρχαίους ποιητές ο Σοφοκλής. Γιατί όμως τον ”Αίαντα”. Θα ήθελα να σου εκμαιεύσω, τι είναι αυτό που σε κινητοποιεί, σε προκαλεί σε αυτή την Τραγωδία και θέλησες να την σκηνοθετήσεις.

Α.Ξ.  Ο Σοφοκλής όντως είναι ο αγαπημένος μου από τους τρεις τα τελευταία χρόνια. Έχω την αίσθηση ότι αλλάζει αυτό με τα χρόνια, θα δούμε. Ξεκίνησε σαν μια προσωπική μου άσκηση αφοσίωσης ο ”Αίας” προτού καταλήξει παράσταση. Ξεκίνησα να το δουλεύω πριν την καραντίνα, μέσα σε αυτό το διάστημα εντατικοποιήθηκε η δουλειά μου και η έρευνα πάνω στο κείμενο αυτό. Γιατί όμως; Πρώτα απ’ όλα φταίει ένας μονόλογος, αυτός περί μεταβλητότητας των πάντως που αποκαλύπτει την σχέση του Αίαντα με τον χρόνο. Από εκεί ξεκίνησε η αγάπη μου για αυτό το κείμενο. Μου φάνηκε πολύ διαφορετικός μονόλογος απ’ ότι συνήθως, μια αισθησιαρχική καταβύθιση σε περιοχές του μυαλού ασυνήθιστες για αρχαίο δράμα. Πιο κοντά σε κάποιον σεξπηρικό, θα έλεγα μονόλογο. Μετά το πρώτο αυτό σημάδι, με έπιασε ο ήρωας, ο Αίας, ο πάντα νο2, ο αδικημένος, αυτός που όλοι αποκαλούσαν είτε «τοίχος των Αχαιών» είτε βόδι και που ποτέ δεν θα περίμενε κανείς να μιλήσει και να πει αυτά τα λόγια. Μια φοβερή ανατροπή από τον Σοφοκλή. Μετά η κύρια συνθήκη του έργου, ότι βρισκόμαστε σε καιρό πολέμου. Κατάλαβα ότι δεν υπάρχει άλλο σωζόμενο με αντίστοιχη συνθήκη και πόσο ενδιαφέρον θεατρικά είναι αυτό (τα υπόλοιπα είναι μετά τον πόλεμο π.χ. ”Πέρσες” ή ”Τρωάδες” κ.τ.λ.). Στην συνέχεια ήρθε και η μοναδική αυτοχειρία σε αρχαίο δράμα που συμβαίνει μπροστά στους θεατές και όχι κάπου μέσα στο παλάτι ώστε να μας την αφηγηθεί κάποιος φύλακας. Και τέλος το συγκλονιστικό δεύτερο μέρος. Αυτό πάνω στο οποίο… όπως οι ήρωες σφάζονται με τα λόγια πάνω από το κυρίαρχο πτώμα του Αίαντα, έτσι και δραματατολόγοι ερίζουν για την αξία του και την χοροχρονική του συνέχεια με το προηγούμενο έργο. Για μένα αυτό το δεύτερο μέρος είναι τελικά το κλειδί της ανάγνωσης μου. Η αέναη αναμονή της ιερής ταφής. Και γι’ αυτό τον λόγο, έχω φέρει αυτό το μέρος πρώτο. Ξεκινάμε λοιπόν, σε έναν μακρύ χιονισμένο χειμώνα, περιμένοντας να δώσει την έγκρισή του κάποιος μεγάλος του στρατού για να ταφεί αυτός ο ήρωας. Και εκεί, όλος ο στρατός, μαζί και οι Τέκμησσες του καθενός περιμένουν. Ακόμη μια φορά, όπως το περίμεναν το πρώτο αεράκι να τους φέρει εδώ, αιώνια…

”Γιατί μου αρέσει ο Σοφοκλής τόσο; Πλάθει συνταρακτικά πολύπλοκους χαρακτήρες χωρίς να το διαφημίζει όσο ο Ευριπίδης. Θεωρώ ότι ο Αίας είναι  ένας ήρωας που ακριβώς επειδή έχει τέλεια αίσθηση του χρόνου και της μεταβλητότητάς του, ακριβώς επειδή φιλοσοφικά νιώθει το αδιέξοδο αυτής της μάχης, τον συμπονάς”.

Γ.Γ.  Συμπτωματικά ή από επιλογή του Εθνικού ή από δική σου απόφαση θα παρασταθεί η Τραγωδία αυτή, στην Επίδαυρό, ενώ θα ακολουθήσει και περιοδεία.

Α.Ξ. Εγώ μελετούσα αυτό το έργο και όταν μου πρότεινε το Εθνικό να σκηνοθετήσω δεν χρειάστηκε να ψάξω. Ήμουν ήδη πάνω σε αυτόν τον δρόμο. Του Αίαντα. Απολύτως δική μου επιλογή. Και τους ευχαριστώ που το δέχτηκαν.

Γ.Γ.  Σε τρομάζει ή νοιώθεις πλέον έντονη την ευθύνη που σκηνοθετείς στην Επίδαυρό που την ξέρεις καλά, αλλά ως ηθοποιός.

Α.Ξ. Η ευθύνη όταν είσαι οδηγός είναι μεγαλύτερη φυσικά. Και ακόμη ειδικότερα όταν έχεις έναν θίασο τόσο εξαιρετικό όσον αυτόν που έχουμε στον Αίαντα. Σκέφτεσαι «οτιδήποτε πάει λάθος θα είναι απολύτως δική μου ευθύνη, είναι όλοι μοναδικοί!» Αλλά και η συνθήκη, η πολεμική για το θέατρο συνθήκη της ανασφάλειας λόγω του κόβιντ και πως μπορεί σε μια στιγμή κόποι μηνών να εξανεμιστούν μπροστά του. Αυτά γεννούν άγχος. Από την άλλη είμαστε τόσο συντονισμένοι σε αυτό το ταξίδι που το άγχος το νικάει η προσμονή των ημερών που θα πατήσουμε στο ομορφότερο θέατρο του κόσμου. Το πιο σωστά φτιαγμένο για τον άνθρωπο.

”Καταλαβαίνεις επιπλέον, το μεγαλείο της πράξης του Αίαντα, καθώς πεθαίνει κοιτώντας το φως και όχι το χώμα όπως σε κάποιες τοιχογραφίες. Και ταυτόχρονα φέρει όλα τα αυτοκαταστροφικά και ετερο-καταστροφικά στοιχεία ενός σύγχρονου κινηματογραφικού ήρωα που σιχαίνεσαι να αγαπάς”.

Γ.Γ.  Ως προς τον χαρακτήρα του ήρωα, που εστιάζεις περισσότερο. Τον εμφανίζεις ως αδικημένο, αυτόν τον ”εκ των καλλίστων” πολεμιστή ή μήπως έναν αυτοκαταστροφικό, επαρμένο, αρνητή της νέας τάξης πραγμάτων που ανατέλλει ή τον ήρωα που είναι αδιάφορος για την εξέλιξη και νοσταλγό όσο και υπέρμαχο του παρελθόντος που τον ενδιαφέρει μόνο η ”εύκλεια” του.

Α.Ξ.  Γι’ αυτό μου αρέσει ο Σοφοκλής τόσο. Πλάθει συνταρακτικά πολύπλοκους χαρακτήρες χωρίς να το διαφημίζει όσο ο Ευριπίδης. Θεωρώ ότι ο Αίας είναι όλα τα παραπάνω. Και κάτι ακόμη. Ένας ήρωας που ακριβώς επειδή έχει τέλεια αίσθηση του χρόνου και της μεταβλητότητάς του, ακριβώς επειδή φιλοσοφικά νιώθει το αδιέξοδο αυτής της μάχης, τον συμπονάς. Καταλαβαίνεις το μεγαλείο της πράξης του επιπλέον καθώς πεθαίνει κοιτώντας το φως και όχι το χώμα όπως σε κάποιες τοιχογραφίες. Και ταυτόχρονα φέρει όλα τα αυτοκαταστροφικά και ετερο-καταστροφικά στοιχεία ενός σύγχρονου κινηματογραφικού ήρωα που σιχαίνεσαι να αγαπάς. Εγωισμό, επιμονή στο λάθος, υποτίμηση προς τους άλλους, παραμένει αμετανόητος για τις πράξεις του και τέλος πεθαίνει αφήνοντας στο έλεος του στρατού την οικογένεια του, σε δυσμένεια. Πολύπλοκος, δύσκολος και τρομακτικά ενδιαφέρον χαρακτήρας.

Γ.Γ.  Έχεις πει πως ο Αίαντας  στο τέλος ”γίνεται ο εαυτός του”. Ανάλυσε μου το αυτό, πως εσύ το καταλαβαίνεις διαβάζοντας την Τραγωδία αυτή του Σοφοκλή. Εξ άλλου πάντα ένας σκηνοθέτης έχει την δική του ανάγνωση στο κάθε έργο και γι’ αυτό βλέπουμε το ίδιο έργο με διαφορετική παράσταση.

Α.Ξ.  Όταν λέω «γίνεται ο εαυτός του» ταυτόχρονα συμπληρώνω πως «εκπληρώνει τον δαίμονά του», την «μοίρα του στο διηνεκές», όπως είναι αυτοί οι αριστουργηματικοί ήρωες των τραγωδιών. Ο Αίαντας δηλαδή γίνεται πραγματικά Αίαντας και εκπληρώνει το όνομά του και τον θρύλο του με την αυτοκτονία του. Αν είχε μετανοήσει ή αλλάξει δεν θα ήταν ο Αίαντας.

”Κοιτώντας συνολικά το έργο, για μένα, περισσότερο θέλει να δείξει ότι πεθαίνοντας ο ήρωας και η ηρωική του εποχή, μπορεί να έχουμε «μικρότερους» πια ανθρώπους αλλά η κοινωνία μας περνάει και σε μια πιο δημοκρατική περίοδο. Γράφω και στο πρόγραμμα … «το βάρος και η ευθύνη του ηρωισμού πρέπει πια να ανήκει σε όλους. Η αρετή της αριστοκρατίας πρέπει να εκδημοκρατιστεί.»

Γ.Γ.  Αυτό που θα σου θέσω τώρα και θέλω την καθαρή απάντηση σου, είναι πως… Τείνει να γίνει ”μόδα” ή τέλος πάντων διαμορφώνει κάποιες νέες τάσεις στο Θέατρο, το να αυθαιρετούν οι σκηνοθέτες, ειδικά στα ονομαζόμενα  κλασσικά  έργα, να τα διασκευάζουν κατά το δοκούν, να εισαγάγουν αχρείαστους και υπερβολικούς νεωτερισμούς στο όνομα του εκσυγχρονισμού τους, που μάλιστα τον θεωρούν και απαραίτητο για να γίνει (κατά την άποψή τους), πιο κατανοητό το έργο στον σύγχρονο θεατή. Εσύ πόσο και αν έχεις εκσυγχρονίσει και μοντερνοποιήσει τον ”Αίαντα” του Σοφοκλή.

Α.Ξ.  Εγώ τον έχω ”προσωπικο-ποιήσει”. Δεν με ενδιαφέρει ένα ειδικό θέατρο, όσο κι αν με εντυπωσιάζει. Με ενδιαφέρει ένα προσωπικό θέατρο. Να μπορεί να με αφορά η ουσία του, τα θέματά του. Σε αυτό τον βωμό, πάντα με την απαραίτητη μελέτη ώστε να μπορείς να στηρίξεις την άποψή σου, θα μπορούσα να δοκιμάσω πολλά. Αλλά πάντα ξέρω ότι πρέπει να μπορώ να το επαληθεύσω και να το υποστηρίξω αυτό που κάνω. Αυτό γενικά. Ειδικά στην παράστασή μας,  έχω κάνει μια μεγάλη αλλαγή. Έχω αναποδογυρίσει τα δύο μέρη. Για μένα είναι πολύ σημαντική αυτή η αλλαγή. Είναι η ρίζα της ανάγνωσής μου. Από κει και πέρα ούτε μικρόφωνα δεν χρησιμοποιώ εκτός από ένα ειδικό σημείο της παράστασης. Όπως και να ‘χει δεν με θεωρώ σοφότερο από κανέναν, πόσο δε μάλλον από τον Σοφοκλή. Η παράστασή μας φιλοδοξώ να είναι ευθύβολη και δυναμική, γεμάτη από τον υπέροχο λόγο της μετάφρασης του Νίκου Α. Παναγιωτόπουλου.

Γ.Γ.  Μίλησε μου και για το εξής. Για την σχέση αυτής  της Τραγωδίας που διδάχτηκε το 450 π.Χ. περίπου, με το σήμερα.

Α.Ξ.  Δεν με ενδιαφέρει οποιαδήποτε επικαιροποίηση αυτών των έργων που θεωρώ ότι δεν έρχονται από το παρελθόν, αλλά από το μέλλον.

Γ.Γ.  Ποιά ευρήματα, σκηνοθετικά πάντα, έχεις εντάξει στην παράσταση. Ένα από αυτά, από όσο ξέρω, είναι οτι έχεις όλους τους ηθοποιούς συνεχώς επί σκηνής.

Α.Ξ.  Είναι η αντιστροφή στον χρόνο, στα δύο μέρη, η συνθήκη του χειμώνα που είναι εμπνευσμένη από τους «μακρύς χειμώνες» εκεί στην Τροία που περιγράφει ο στρατός ενώ συνήθως έχουμε στο μυαλό μας την Τροία σαν κάποια υποΣαχάρια περιοχή μέσα στον ήλιο-καμία σχέση και τι κακό έχει αφήσει η ταινία!- το γεγονός ότι  έχω μεικτό χορό που απαρτίζεται από τους συντρόφους ναύτες του Αίαντα και τα πολεμικά λάφυρά τους, τις Τέκμησσες τους και τέλος η αίσθηση μια μόνιμης διαπραγμάτευσης με τα γεγονότα που έχει οδηγήσει στο να μην έχουμε εισόδους και εξόδους στην παράσταση.

Γ.Γ.  Ο σκηνικός χώρος, το σκηνικό δηλαδή, τι παρουσιάζει και αν είναι εναρμονισμένος με το δεδομένο υπέροχο και μοναδικό περιβάλλον του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου. Ασφαλώς, δεν ξεχνώ πως η παράσταση σας θα ανέβει και σε άλλα Θέατρα. Προς το παρόν μας ενδιαφέρει τι θα γίνει στην Επίδαυρο.

Α.Ξ.   Για μένα απόλυτα. Ιδανικά δεν χρειάζεται σκηνικό εκεί. Έχουμε μια ”χιονισμένη” Επίδαυρο στα τέλη του Ιούλη. Τζιτζίκια και χειμώνας. Αυτό.

Γ.Γ.  Και γιατί ζωντανή η μουσική και με τους μουσικούς επί σκηνής;

Α.Ξ.  Μου αρέσει καλλιτεχνικά το ρίσκο και ο αγώνας του ζωντανού θεάματος. Σε όλα τα επίπεδα. Είναι ένα επιπλέον καλλιτεχνικό γεγονός να έχεις ζωντανή μουσική και μάλιστα όλα αυτά χωρίς μικρόφωνα στην Επίδαυρο. Απαιτεί και κάτι επιπλέον από τον θεατή. Μια συγκέντρωση και προσοχή που ο θόρυβος και το έτοιμο δεν το ζητάνε.

Γ.Γ.  Από ποιόν ή ποιούς σκηνοθέτες έχεις επηρεαστεί, έχεις ζηλέψει την δουλειά τους και κατά κάποιον τρόπο ακολουθείς τις δικές τους σκηνοθετικές μεθόδους.

Α.Ξ.  Από τόσους πολλούς. Αλλά δεν φτάνω κανέναν τους στο παραμικρό. Ότι ονόματα και να πω θα είναι σαν να προσπαθώ να τους μοιάσω, δεν προσπαθώ αυτό όμως. Προσπαθώ να καταλάβω πως βρήκαν και με τι δύναμη και μάχες κατέληξαν στην γλώσσα τους.

Γ.Γ.  Όσα πράττει ο Αίαντας, και όσα υπαινίσσεται μέσω αυτού ο Σοφοκλής (μέχρι που γίνεται και αυτόχειρας ο ήρωας, κάτι που δεν θα μπορούσαμε να το φανταστούμε γι’ αυτόν), γίνονται ως καταγγελία στην υστεροφημία ή ο Σοφοκλής μέσω του Αίαντα του, θέλει να καταδείξει την αδυναμία των ανθρώπων-πολιτών της κατανόησης ή έστω της αποδοχής της αλλαγής, της ανατέλλουσας  πολιτικής και πολιτιστικής πραγματικότητας. Και νομίζω ότι αυτός είναι και ο πυρήνας της συγκεκριμένης Τραγωδίας, όπως και η σχέση με τον χρόνο.

Α.Ξ.  Κοιτώντας συνολικά το έργο, για μένα, περισσότερο θέλει να δείξει ότι πεθαίνοντας ο ήρωας και η ηρωική του εποχή, μπορεί να έχουμε «μικρότερους» πια ανθρώπους αλλά η κοινωνία μας περνάει και σε μια πιο δημοκρατική περίοδο. Που χρειάζεται την ζύμωση και την δυνατότητα αλλαγής γνώμης κάτι που για τον Αίαντα δεν υπάρχει. Όπως γράφω στο πρόγραμμα «το βάρος και η ευθύνη του ηρωισμού πρέπει πια να ανήκει σε όλους. Η αρετή της αριστοκρατίας πρέπει να εκδημοκρατιστεί.»

Γ.Γ.  Τι  πιστεύεις; Ένας εκπαιδευμένος, έμπειρός ηθοποιός μπορεί να γίνει και ένας καλός σκηνοθέτης και… ναι, δεν είναι η πρώτη φορά που σκηνοθετείς,( τώρα βέβαια  ”βουτάς” σε βαθειά νερά), αναρωτιέμαι δε, τι σου προσφέρει και αυτή η θεατρική ενασχόληση.

Α.Ξ.  Το ότι μπορεί να γίνει μπορεί. Το αν εγώ το καταφέρνω θα το αποδείξω ή θα φάω τα μούτρα μου πολύ σύντομα. Σκηνοθετώ πολύ σπάνια. Ο λόγος είναι πάντα προσωπικός. Επειδή αυτή την ιστορία,-τον Αίαντα ή επειδή γνωρίζεις λέω «Τις απόψεις ενός κλόουν»- θέλω να την πω καθ’ ολοκληρίαν εγώ. Όχι την οπτική του ενός ή του άλλου, αλλά όλων. Αυτή την ανάγκη αφήγησης μου καλύπτει η σκηνοθεσία. Όπως και την προσπάθεια μεταφοράς αισθήσεων για ένα έργο, σκηνή ή ήρωα που δεν είναι καθαρά υποκειμενικές. Και με σχετίζει με τον κόσμο, αν υπάρχει, η αντικειμενικότητά τους.

”Στην παράστασή μας, έχω κάνει μια μεγάλη αλλαγή. Έχω αναποδογυρίσει τα δύο μέρη. Για μένα είναι πολύ σημαντική αυτή η αλλαγή. Είναι η ρίζα της ανάγνωσής μου. Από κει και πέρα ούτε μικρόφωνα δεν χρησιμοποιώ εκτός από ένα ειδικό σημείο της παράστασης. Όπως και να ‘χει δεν με θεωρώ σοφότερο από κανέναν, πόσο δε μάλλον από τον Σοφοκλή”.

Γ.Γ.  Ποιό τελικά επιθυμείς  να είναι το αποτύπωμα που θα αφήσει η παράσταση αυτή του Αίαντα, που σκηνοθετείς; Για να μιλήσουμε και λίγο με αυτοσαρκαστική διάθεση ασφαλώς, και για την δική σου ”εύκλεια”.

Α.Ξ.  Δεν θέλω να αποκαλύψω την φιλοδοξία μου για αυτήν την παράσταση γιατί θα της κλέψω ότι μαγικό μπορεί να έχει. Η δική μου «εύκλεια» είναι να παραμείνω ειλικρινής και ευθύς με ότι κόστος. Έτσι σκηνοθετώ και έτσι αφηγούμαι.

”Ο Αίαντας  γίνεται πραγματικά Αίαντας και εκπληρώνει το όνομά του και τον θρύλο του με την αυτοκτονία του. Αν είχε μετανοήσει ή αλλάξει δεν θα ήταν ο Αίαντας”.

Συντελεστές:

Μετάφραση: Νίκος Παναγιωτόπουλος
Σκηνοθεσία: Αργύρης Ξάφη
Δραματουργική επεξεργασία: Ασπασία-Μαρία Αλεξίου, Αργύρης Ξάφης
Σκηνικά: Μαρία Πανουργιά
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής
Χορογραφία: Χαρά Κότσαλη
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Βοηθός σκηνοθέτις: Μαρία Σαββίδου
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Φωνητική διδασκαλία: Απόστολος Κίτσος
Δραματολόγος παράστασης: ΑσπασίαΜαρία Αλεξίου
Α’ βοηθός σκηνοθέτη: Μάγια Κυριαζή
Β’ βοηθός σκηνοθέτη: Βασιλική Αθανασοπούλου
Βοηθός σκηνογράφου: Σοφία Θεοδωράκη

Παίζουν (αλφαβητικά): Δημήτρης Ήμελλος (Οδυσσέας), Δέσποινα Κούρτη (Αθηνά), Τάσος Μικέλης (Ευρυσάκης), Γιάννης Νταλιάνης (Μενέλαος), Εύη Σαουλίδου (Τέκμησσα), Στάθης Σταμουλακάτος (Αίας), Χρίστος Στυλιανού (Τεύκρος), Νίκος Χατζόπουλος (Αγαμέμνων)

Χορός: Ασημίνα Αναστασοπούλου, Δημήτρης Γεωργιάδης, Αφροδίτη Κατσαρού, Ερατώ Καραθανάση, Φάνης Κοσμάς, Λάμπρος Κωνσταντέας, Ευσταθία Λαγιόκαπα, Αλκιβιάδης Μαγγόνας, Ειρήνη Μπούνταλη, Φώτης Στρατηγός

Μουσικοί επί σκηνής: Μάνος Βεντούρας κόρνο, Σπύρος Βέργης τρομπόνι, Μενέλαος Μωραΐτης τούμπα

 

 

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post