Για την παράσταση ‘’Βρυκόλακες’’

Σχόλιο

Στο Θέατρο ‘’ΕΛΕΡ’’

Γράφει ο Γιάννης Γαβρίλης

Για μια ακόμη φορά ανεβαίνει σε Αθηναϊκή θεατρική σκηνή το έργο του Ερρίκου Ίψεν, που το έγραψε το φθινόπωρο του 1881 στη Ρώμη, το δέκατο κατά σειρά έργο του, όντας καταξιωμένος θεατρικός συγγραφέας (είχε προηγηθεί το ‘’Κουκλόσπιτο’’ το 1879 και είχε και αυτό προκαλέσει έντονες αντιδράσεις), όπου κανένα θέατρο  δεν δέχτηκε να το ανεβάσει, θεωρώντας το ως ’’ ένα από τα πιο βρομερά πράγματα που γράφτηκαν ποτέ’’, καθώς ο Ίψεν με αυτό του το έργο, κυριολεκτικά ‘’ξεμπροστιάζει’’ την υποκριτική κοινωνία της εποχής του, προβάλει την υπεράσπιση της ελευθερίας της αυτοδιαχείρισης της βούλησης, αντιτίθεται στις θρησκευτικές σαθρές δυναστικές επιβολές. Συγκρούεται με την καθεστηκυία τάξη, εναντιώνετε στους αφύσικους καταναγκαστικούς συμβιβασμούς, στην ανέντιμη αξιοπρέπεια, στις καταναγκαστικές νουθετήσεις. Το ’’αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα’’ είναι η κυριολεκτική του υπενθύμιση και μας αφήνει να ψάξουμε ενδοσκοπικά ποιοι και που βρίσκονται οι βρυκόλακες, ποια είναι και που ελλοχεύουν τα φαντάσματα. Πως η ψυχική και νοητική ισορροπία ταλανίζεται, πως και γιατί αποδομείται εκ των έσω η οικογενειακή μη αυτονόητη, συνιστώσα της ασφάλειας και της γονικής προστασίας. Ο Ίψεν μεταφέροντας και προσωπικά του βιώματα, στους ‘’Βρυκόλακες’’ του και επηρεασμένος από τον Ντοστογιέφσκι και τον Σοφόκλειο ‘’Οιδίποδα Τύραννο’’ παρουσιάζει με ρεαλισμό την αμετροέπεια ενός μέθυσου και επιρρεπή στα πάθη πατέρα, τον Λοχαγό Αλβινγκ, που πιστεύει και το κάνει πράξη, να καλέσει τον γιο του να καπνίσει την πίπα του, γιατί έτσι θα γίνει άντρας, ενώ εντός της οικογενειακής εστίας βιάζει την υπηρέτρια και ‘’σπέρνει’’ νόθα κόρη, υπό την σιωπηλή και υποταγμένη στην αποδοχή των άσωτων πράξεων του, κ. Έλεν Άλβινγκ, της γυναίκας του και μητέρας του γιου, και που πασχίζει να απαλλαγεί από την μέγγενη των κοινωνικών κατεστημένων και την αρνητική επιρροή του συζύγου της που δεν αγάπησε ποτέ, και που καταφεύγει στον έρωτα της ζωής της, τον πάστορα Μάντερς που όπως είναι επόμενο την αποδιώχνει, επικαλούμενος το καθήκον της να παραμείνει πιστή σύζυγος. Και ο γιος; Ο Όσβαλντ;  Μεγαλώνει εν μέσω ανισορροπιών και μιας ασφυκτικής οικογενειακής υποκριτικής συνθήκης. Η κ. Άλβινγκ  καθυστερημένα, επιχειρεί να προστατεύσει τον γιο της απομακρύνοντας τον και στέλνοντας τον στο Παρίσι ελπίζοντας να τον γλυτώσει από τον διεφθαρμένο πατέρα, όμως δεν μπορεί να αποτρέψει ούτε έτσι την ψυχολογική, βιολογική και νοητική  του κατάρρευση. Ήδη η κληρονομική ασθένεια τον έχει καταβάλλει. Νόηση και σωματική κατάρρευση, τον νικούν και ούτε με την επιστροφή του στο ανήλιαγο σπίτι θα βρει την λύτρωση. Αντίθετα, εκεί οι όποιες μνήμες θα ζωντανέψουν και η πραγματική αλήθεια θα αποκαλυφθεί σε όλη της την τραγικότητα, ενώ ο ίδιος θα οδηγηθεί  προς τον θάνατο, αφού επιτακτικά τον αποζητά, ως την μόνη λύτρωση.

Στη σκηνή του Θεάτρου ‘’ΕΛΕΡ’’ της οδού Φρυνίχου 10 στη Πλάκα, συντελείτε μια αρκετά ενδιαφέρουσα σκηνική πρόταση των πολυπαιγμένων Ιψενικών ‘’Βρυκολάκων’’.

Εδώ ο Κοραής Δαμάτης διαμορφώνει δραματουργικά το κλασσικό πλέον αυτό έργο και το σκηνοθετεί (με βοηθό του την Άννα Χριστοφόρου), επιβάλλοντας με δυναμική όλο το σαθρό και απονενοημένο υπόβαθρο του έργου. Γιατί, κάτι που πρέπει να αναφερθεί, είναι ότι αυτό που βλέπει ο θεατής δεν είναι η ουσία. Αυτή πρέπει να αποκαλυφθεί μέσω της εξέλιξης, της δράσης που κυοφορεί όλη την υπόσταση του. Και ο κ. Δαμάτης δια της πολύχρονης ενασχόλησης του, αλλά και με την ικανότητα του να ‘’ αποκαλύπτει’’ τα εσωτερικά σημεία των έργων που σκηνοθετεί, μεταφέρει με περίσσια αποκαλυπτικότητα την ουσιαστική ύπαρξη των ‘’Βρυκολάκων’’. Δεν ‘’κραυγάζει’’ το έργο, για να μας εντυπωσιάσει. Όλα συμβαίνουν υπό την συνθήκη της ατμοσφαιρικής, λειτουργικής θεατρικότητας. Ακόμη και αυτός ο υποδόριος καταγγελτικός αστεϊσμός του Ίψεν επέρχεται με φυσικό τρόπο, ως σαφέστατο επακόλουθο της τραγικότητας.

Ο κ. Δαμάτης επικεντρώνεται μεν, στην υπόθεση του έργου, αποφεύγοντας ευσχήμως την απόδοσή του κατά το δοκούν (όπως συχνά συμβαίνει με τις σκηνοθεσίες, πόσο μάλλον με τις δραματουργικές επεξεργασίες), δημιουργώντας δε, την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Σταθερή αξιακή δομή, εξέλιξη ρέουσα, άνευ περιττών εντυπωσιασμών. Και πόσο μάλλον θεατρινισμών. Κάθε άλλο, μιας και η επιλογή των ηθοποιών, είναι άκρως η πρέπουσα.

Η κ. Ασπασία Κράλλη ερμηνεύει με σταθερότητα έως και τραγικότητα την κ. Άλβινγκ, καθισμένη σε αναπηρική πολυθρόνα (υποθέτουμε ότι ως εύρημα ερμηνευτικό, παραπέμπει στην γενικότερη ανικανότητα της ηρωίδας να επιβληθεί σθεναρά, εξ άλλου πότε το έκανε στη ζωή της). Μόνο στο τέλος, σηκώνεται με άκρατη δύναμη, για να δώσει στο γιο της το τέλος που εκείνος την εκλιπαρεί να του χαρίσει (ευρηματικό και συγκινησιακό το τέλος της παράστασης).

Ο κ. Φίλιππος Σοφιανός ως πάστορας Μάντερς, μεταφέρει όλη την ερμηνευτική του εμπειρία και ‘’δημιουργεί’’ τον χαρακτήρα. Δεν τον υποδύεται, αλλά τον ζωντανεύει, τον   καθιστά ως ιδιότητα, ως προσωπικότητα, ως το πρόσωπο που καθορίζει συμπεριφορές, επικρίνει ακόμη και το διάβασμα βιβλίων, επικυριαρχεί ως δεύτερος αφέντης, όντας και διαχειριστής της περιουσίας Άλβίνγκ, ως ο κυρίαρχος θεμελιωτής απόψεων, συμπεριφορών και βεβαίως θρησκευτικής προσήλωσης.

Ο κ. Μιχάλης Καλαμπόκης ως Όσβαλντ Άλβινγκ, επικυριαρχεί, με την ένταση του την ερμηνευτική, εκτιμώντας το μέγεθός της αποτροπής από την πραγματικότητα της ζωής του Όσβαλντ, απόμακρος μα και τόσο οικείος, τόσο επίμονος μα και τόσο αποστασιοποιημένος από την αλήθεια της  ζωής και την ‘’σάπια’’, την ‘’αφόρητη’’ ασθένεια του. Ο Ίψεν, μέσω αυτού, ασκεί την έντονη κριτική του στην σαθρή κοινωνία και την υποκριτική της διάθλαση.

Ο κ. Νίκος Παντελίδης ερμηνεύει τον  Ένγκστράντ με πειστικότητα. Εδώ παρουσιάζεται ως χολός, ένας σερνάμενος φτωχοδιάβολος που μόνο το συμφέρον του τον ενδιαφέρει, που εκλιπαρεί γλύφοντας, την οικονομική του αποκατάσταση με το όποιο αντάλλαγμα. Είναι αυτός που δέχτηκε να παραστήσει τον φυσικό πατέρα της κόρης Ρεγγίνας, που γεννήθηκε από την ανίερη σχέση του λοχαγού Άλβινγκ με την υπηρέτρια του σπιτιού και γυναίκα του Ένγκστράντ.

Την Ρεγγίνα,  υποδύεται η Ερατώ Πίσση , με μια παιδιάστικη, αρχικά, αφέλεια, με μια ανεμελιά, νοιώθοντας μάλλον ευτυχισμένη ως υπηρέτρια και αυτή του οίκου Άλβινγκ, όμως να που η μοίρα της ως αδυσώπητη, αποκαλύπτει την τραγική της μοίρα. Αν και ερωτεύεται τον Όσβαλντ, όπως και εκείνος και που τη διεκδικεί, η τελική αποκάλυψη, του ότι είναι αδελφή του, την συγκλονίσει και αποφασίζει να φύγει και να αφήσει πίσω της όλους και όλα τα αποτρόπαια.

Όλα θα εξελιχθούν, εντός ενός ατμοσφαιρικού σκηνικού, όπου επικρατεί το κόκκινο χρώμα ( Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα Μαχαιριανάκη)  παραπέμποντας στην καταστροφική φωτιά που κατακαίει περιουσίες, αλλά κυρίως σώματα, ψυχές, συνειδήσεις.

Οι επιβλητικοί, καθοριστικοί φωτισμοί, σχεδιάστηκαν από την Άννα Σμπώκου.

Την μουσική που επενδύει καθοριστικά την παράσταση, συνέθεσε η Δήμητρα Γαλάνη, προσδίδοντας ένα ακόμη στοιχείο αποδόμησης του οικογενειακού και κοινωνικού καμβά που ξεφτίζει, που διαβρώνεται.

Η παράσταση θα παίζεται έως την 1η Ιουνίου, κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 21.00 και Κυριακή στις 20.00.

Παραγωγή: ΑΘΗΝΑΙΚΗ ΣΚΗΝΗ- Συμπαραγωγή: Φωτόνιο Τέχνης και Πολιτισμού

ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ
TICKET SERVICES
– online: www.ticketservices.gr
– τηλεφωνικά: 2107234567
– εκδοτήριο: Πανεπιστημίου 39, Αθήνα

Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού της Ελλάδας.

  

 

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post