Κριτική για την παράσταση: ”Η Τρελή του Σαγιό” στο Θέατρο ”Παλλάς”

Σχόλιο

του Γιάννη Γαβρίλη

”Τι θα προτιμούσατε να έχετε στην αυλή σας.

μια αμυγδαλιά ή μια πετρελαιοπηγή”

Ο Ζαν Ζιρωντού (1882-1944) το 1943 και κατά την διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής στη Γαλλία, γράφει την τραγικοκωμωδία του ”Η Τρελή του Σαγιό”  (La Folle de Challot).

Αυτή είναι, που θα σκαρφιστεί και θα εφαρμόσει ένα παράτολμο σχέδιο κατά των άπληστων, των μηχανορράφων, κατά των εμπλεκόμενων πολιτικών που θέλουν να γεωτρήσουν το υπέδαφος του Παρισιού για να εξορύξουν πετρέλαιο.

Αυτή η ”τρελή”!  Κόμισσα Ωρελί είναι που θα μαζέψει τους ”καλούς της φίλους”. Τους περιθωριακούς, μικροπωλητές, ρακοσυλλέκτες, κλοσάρ και μικροπόρνες  που κυριολεκτικά ”πίνουν νερό” στο όνομά της και την θεωρούν (και είναι) ένα πρόσωπο που βρέθηκε στη Γαλλική συνοικία του Σαγιό, δραπετεύοντας, λες, από κάποιο παραμύθι, για να τους στρέψει εναντίον όλων αυτών των καταπατητών, των αδηφάγων συμφεροντολόγων, των αδιάφορων για το περιβάλλον, των κομπιναδόρων. Και ποιός τελικά θα νικήσει; Μα η Ωρελί και οι σύντροφοί της. Θα μαζέψει με δόλο όλους αυτούς τους ”κακούς” στο υπόγειο του σπιτιού της και θα τους στείλει, στήνοντας τους παγίδα και με πρόσχημα ότι εδώ, στο υπόγειο της θα βρουν το πολυπόθητο πετρέλαιο τους, στο ”πυρ το εξώτερον”.

Τελικά το αντιπροσωπευτικό αυτό έργο του Ζιρωντού είναι ένα καλογραμμένο παραμύθι με ποιητικότητα και σαφώς αλληγορικό, ή ένα θεατρικό κείμενο καταγγελίας;

Θεωρώ ότι είναι και τα δυο.

Ένα ουτοπιστικό παραμύθι προσδοκίας και επανάστασης, για μια καθοριστική συσπείρωση της παγκόσμιας κοινότητας (έχοντας και ευτυχές τέλος) και μια καταγγελία για τα σκοτεινά και απάνθρωπα σχέδια των αδίστακτων αριβιστών που τελικά θα νικηθούν (;)

Στο Θέατρο ”Παλλάς” επανήλθε η ”Τρελή του Σαγιό” (σ.σ.  το 1966 ανέβηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Εθνικό Θέατρο, με την σκηνοθεσία του Αλέξη Μινωτή που κράτησε και τον ρόλο του ρακοσυλλέκτη-παλιατζή και την Κατίνα Παξινού ως Ωρελί-τρελή) σε μια ανανεωμένη, φρέσκια και πλέον σύγχρονη διασκευή και σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια. Όπως λέει ο ίδιος είχε ”ανοιχτούς λογαριασμούς” με αυτό το έργο του Ζιρωντού, που το είχε ανεβάσει στο Εθνικό με την Άννα Παναγιωτοπούλου στον κεντρικό ρόλο το 2014.

Τώρα ο κ. Ζούλιας σεβόμενός μεν το ποιητικό και κοινωνικής σάτιρας κείμενο του Ζιρωντού, το ”προχωράει” λίγο παραπέρα ως προς την κωμική του υπόσταση και παράλληλα ανεβάζει ένα έργο υπερπαραγωγής, με την αρωγή της παραγωγού εταιρίας ”Θεατρικές Σκηνές”.

Χωρίς καμία αμφισβήτηση, είναι ένα δύσκολο (όχι όμως και δυσνόητο) έργο και γι’ αυτό δεν ανεβαίνει και τόσο συχνά.

Στο φετινό ανέβασμα ο κ. Ζούλιας  του έδωσε αυτή την πνοή που θα κάνει τον θεατή να ”ευφρανθεί” αλλά και να κατανοήσει χωρίς να δυστροπήσει, τις αλληλοεπιδράσεις που περιέχει,  την καταγγελτικότητα του μέσα από τον σουρεαλισμό που εμφανέστατα διακατέχεται, καθώς δεν είναι ένα θεατρικό έργο χαρακτήρων μόνο, αλλά και έργο  καταστάσεων. Με έξυπνο τρόπο ”συμμάζεψε” την φλυαρία του (χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε τον Ζιρωντού, είναι φλύαρο έργο) και το έφερε στα σημερινά πρότυπα ώστε να αποφύγει τον σκόπελο του παρωχημένου που αρκετοί σύγχρονοι αναλυτές και κρητικοί εδώ και κάποια χρόνια, το έχουν χαρακτηρίσει.

Και ”Η Τρελή του Σαγιό” φέτος, στο Θέατρο ”Παλλάς” έχει και…ατού. Την πρόσκληση και την προηγηθείσα  συζήτηση με τον σκηνοθέτη της Ελισάβετ Κωνσταντινίδη να ερμηνεύσει την Ωρελί-τρελή.

Η κ. Κωνσταντινίδη, όπως διακρίναμε δεν δυσκολεύτηκε να ”μπει” στον ρόλο. Μάλλον τον έφερε στα μέτρα της. Τον έκανε δικό της, ερμηνεύοντας τον εαυτό της και προβάλλοντας την μανιέρα της  αλλά και την πάγια εξωστρεφή υποκριτική της που πολλές φορές είναι εκρηκτική. Στο συγκεκριμένο ανέβασμα και την σκηνοθετική και διασκευαστική άποψη του σκηνοθέτη, ταίριαξε με πειθώ η ερμηνεία της κ. Κωνσταντινίδη χωρίς να χαθεί ο ρεαλισμός και η ποιητικότητα που εμπεριέχονται στον ρόλο.

Από την άλλη ο Νίκος Μουτσινάς στον ρόλο του Παλιατζή-ρακοσυλλέκτη, ήταν φανερό πως δουλεύτηκε και δούλεψε και ο ίδιος αρκετά για να αποφύγει ή να ξεχάσει την δική του μανιέρα. Υποδύθηκε με επάρκεια αυτόν τον ρόλο,  βρήκε τις ρωγμές του και την κωμικοτραγικότητα του  ( ο Παλιατζής κάθε άλλο παρά καρικατούρα είναι) και τον έφερε στην σκηνή με αξιοπρέπεια και με την σοβαρότητα που υπάρχει ούτως ή άλλως,   στον συγκεκριμένο χαρακτήρα. Σημαντική του ερμηνευτική του σκηνή, όταν του ανατίθεται να παίξει τον ρόλο του συνηγόρου των καταπατητών που εδώ έχουμε ”Το Θέατρο μέσα στο Θέατρο”.

Δίπλα τους η Αθηνά Οικονομάκου ως Ίρμα , ήταν συγκροτημένη και συνεπής  η ερμηνεία της σε αυτήν την ρομαντική μικροπόρνη που έχει όμως άποψη τεκμηριωμένη για την ζωή και την συμπεριφορά της με τους άντρες που τόσο της αρέσουν. Θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ”ξεφύγει”  ή να ολισθήσει τον χαρακτήρα  της Ίρμα μια επιπόλαιη ερμηνεία, όμως η κ. Οικονομάκου φρόντισε να κρατήσει  ένα αξιοπρεπές μέτρο ( ισορροπημένη η ερμηνεία της ειδικά στον μακρύ μονόλογο της απευθυνόμενη στο κοινό και μπροστά στη σκηνή) ώστε να μην υποτιμήσει την Ίρμα, να μην την ευτελίσει, και να την αποδώσει  με αυτή την συμπάθεια που την έχει γράψει ο Ζιρωντού και με την χαριτωμένη της ύπαρξη ,να σε κερδίζει.

Το έργο ξεκινάει με την συνάντηση των τεσσάρων επίδοξων καταπατητών που εμφανίζονται, όχι με  όνομα αλλά με τίτλο. Και πολύ σοφά. Μιας και με τους τίτλους γίνονται πλέον χαρακτηριστικά τα εταιρικά στελέχη και αυτοί οι επίδοξοι ”εξωρύκτες”.

Τον Πρόεδρο ερμηνεύει ο Κώστας Καζάκας, τον Χρηματιστή ο Στάθης Ματζώρος, τον Βαρόνο ο Πρόδρομός Τοσουνίδης και σε μια εξαιρετική ερμηνεία ο Γιάννης Σιαμσιάρης ως Εξερευνητής. Και οι τέσσερις καλοί ηθοποιοί δημιουργούν ένα ”αντιπαθές” σύνολο, που παράλληλα όμως είναι.. μέσα από την μεταγραφή και τις σκηνοθετικές οδηγίες, πρόσωπα-καρικατούρες και τόσο γελοίοι μέσα στην μεγαλομανία τους , που θέλεις δεν θέλεις, γελάς με τα καμώματα τους.

Μια από τις κορυφαίες σκηνές της παράστασης είναι στο δεύτερο μέρος, όταν η Ωρελί καλεί τις καλές τρελούτσικες (και αυτές) φίλες της,  Κονστάνς, Γκαμπριέλ και Ζοζεφίν  για να βοηθήσουν στο σχέδιο, της  εξαφάνισης δια παντός όλων των διεφθαρμένων. Ερμηνεύονται αντίστοιχα από τις Στέλλα Γκίκα, Χριστίνα Τσάφου και Γεωργία Καλλέργη, σε ένα άριστο υποκριτικό ”κρεσέντο”, σε μια απολαυστική σκηνική παρουσία, με μια αξιοπρόσεκτη κωμική οικονομία. Είναι, αυτό που λέμε… άξιες θεατρίνες!!

Όσο για το υπόλοιπο σύνολο που πλαισιώνει τους πρώτους ρόλους;

Πρωταγωνιστές συγκροτημένοι, δουλεμένοι, ευδιάκριτοι ο καθένας και η κάθε μια αν και μέρος συνόλου. Πειστικοί και απολαυστικοί… Πιέρ ο Ευθύμης Γεωργόπουλος, Αστυνομικός ο Μάκης Πατέλλης, Επενδυτής, Ναυαγοσώστης, Βοθρατζής ο Βασίλης Λέμπερος, Τυφλή ανθωπόλις, Μικροπωλητής η Φανή Γεωργακοπούλου, Ταχυδακτυλουργός η Χριστίνα Πετρολέκα, Γκαρσόν ο Γιώργος Τσουρουνάκης, Κωφάλαλος ο Μιχάλης Φιλίππου και η Μουσικός με το βιολί η Μαρία Ρεμπούτσικα.

Μας μετέφεραν σε μια άλλη διάσταση, εκεί όπου το παρόν και το παρελθόν του έργου συνυπήρξαν,  οι ευρηματικές  μουσικές συνθέσεις της Ευανθίας Ρεμπούτσικα και δημιούργησαν μια ατμόσφαιρα συνυπάρχουσα με την δράση και την εξέλιξη του έργου.

Στην θεατρική αυτή υπερπαραγωγή σημαίνοντα ρόλο ”έπαιξαν” τα μεγάλα αλλά κομψά και με Παρισινό αέρα σκηνικά της Μαρίας Φιλίππου, όπως και τα κοστούμια, σχεδιασμένα με έμπνευση και ευρηματικότητα  από την έμπειρη Ντένη Βαχλιώτη, όλα φωτισμένα ατμοσφαιρικά από την πολύπειρη Μελίνα Μάσχα, καθώς οι ηθοποιοί κινήθηκαν επί σκηνής με την διδασκαλία της Κικής Μπάκα. Η Μουσική διδασκαλία του Άκη Δείξιμου.

Μια παράσταση που έχει ποιότητα, είναι διασκεδαστική, έχει και την προσοχή  που απαιτείται να έχει το συγκεκριμένο  έργο, με την ενδιαφέρουσα μεταγραφή, σκηνοθεσία  και τις αξιόλογες ερμηνείες.

 

 

 

 

 

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post