Κριτική για την παράσταση ”Ατσάλι”, στο Θέατρο ”Μεταξουργείο”

Σχόλιο

Του Γιάννη Γαβρίλη          

Και να, που επιτέλους, είδαμε μία άρτια από όλες τις απόψεις, παράσταση.

Επιτέλους, απολαύσαμε την Μαγεία, την απολυτότητα, την διείσδυση στα συναισθήματα και την νόηση, στην καθάρια κατανόηση των πληροφοριών που εμπεριέχονται σε κάθε θεατρικό έργο και κατ’ επέκταση στο Θέατρο. Κάτι που στην εποχή μας δεν αποτελεί θέσφατο και απόλυτο από πολλούς (κυρίως) σκηνοθέτες αλλά και ηθοποιούς.

Το έργο της Ρόνα Μονρό ”Ατσάλι” (Iron), ένα έντονο ψυχολογικό δράμα, πρωτοανέβηκε στο Traverse Theater Εδιμβούργου το 2002 ( Στην Ελλάδα, το 2004 στο ”Απλό Θέατρο του Αντώνη Αντύπα) και περιγράφει  την καταδίκη σε ισόβια της Φέη που σκότωσε τον (όπως η ίδια εξομολογείτε ”πολυαγαπημένο”) σύζυγο της σε μια στιγμή ανεξέλικτου παρορμητισμού.

15 χρόνια μετά την καταδίκη της, την επισκέπτεται η 25χρονη πλέον κόρη της Τζόσυ που από δέκα χρονών και μετά τον εγκλεισμό της μητέρας της, ζει με την γιαγιά της. Ο σκοπός της επίσκεψης της Τζόσυ είναι να ανακαλύψει την αλήθεια, τους λόγους που οδήγησαν την μητέρα της στον φόνο του πατέρα της, να αποκαταστήσει το κενό της μνήμης της, να συγχωρέσει και να κατανοήσει. Όσο ξένη και απόμακρη και αν είναι η καταδικασμένη μητέρα της, όσο κι’ αν η Φέη, αυτό το ”αγρίμι” στο κλουβί, δεν θέλει να αποκαλύψει και να αποκαλυφθεί. Όσο κι’ αν  η αποξένωση των δυο γυναικών υπάρχει σε έντονο βαθμό, όσο κι’ αν οι ενοχές και των δυο τους αποτελούν καθοριστικό στοιχείο της δυσκολίας να πλησιάσει η μια την άλλη, όσο το κοινονικοπολιτικό, με αιχμή το σωφρονιστικό σύστημα, μάλλον την αποξένωση επιβάλλουν, εκείνες θα βρουν τον τρόπο να πλησιαστούν, να εξομολογηθούν, να μετατρέψουν τα δεδομένα, από αδιέξοδο, σε διέξοδο. Θα οδηγηθούν σε έναν δρόμο απελευθερωτικό, όπου  το παρελθόν που πονά και τις δυο, θα γίνει η πορεία τους προς το μέλλον της αποδοχής, της συγχώρεσης,  εντός  ενός ασφυκτικού περιβάλλοντος, αυτό της φυλακής, και της μεταχείρισης των δεσμοφυλάκων προς τους κρατούμενους, εκείνες θα διαρρήξουν τα αποτρεπτικά δεδομένα και θα ”σμίξουν” στο τέλος.

Το ”Ατσάλι” της Ρόνα Μονρό, έχει ανέβει στο Θέατρο ”Μεταξουργείο” (Ακαδήμου 14- Κεραμικός) και                παίζεται κάθε Τετάρτη , Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο στις 21.00 και Κυριακή στις 20.00, μέχρι τις 3 Ιουνίου.

Σε αυτό το θέατρο, το έργο βρήκε την πραγματική δομή του την ουσιαστική διάσταση του και όλη την αλήθεια που η Μονρό μεταφέρει σε αυτό της το έργο.

Η Νάντια Φώσκολου που το σκηνοθέτησε, με την εμπειρία της, τις γνώσεις της, την ικανότητα της να διεισδύει στην ουσία των έργων που σκηνοθετεί (δεν είναι η πρώτη φορά που παρακολουθούμε δουλεία της, αν και θα θέλαμε να την παρακολουθήσουμε και στην Νέα Υόρκη όπου και εκεί σκηνοθετεί παραστάσεις) μας αποκάλυψε την κυριολεκτική ενέργεια του σκληρού, δραματικού, κατά βάση, αυτού έργου. Η Φώσκολου δεν κάνει τίποτα άλλο από το να μεταφέρει πιστά και με πειθώ, το έργο επί σκηνής. Δεν προσποιείται ούτε αυθαιρετεί. Δεν  ψάχνει ούτε ψάχνεται για να βρει άλλους τρόπους ανεβάσματος, κάτι που πολλοί σκηνοθέτες κάνουν στη ατελέσφορη προσπάθεια τους να παρουσιάσουν τι; Την υποτιθέμενη ευρηματικότητα τους.

Η ευρηματικότητα της Νάντιας Φώσκολου βρίσκεται, ακριβώς στο ότι γνωρίζει και μπορεί να ”διαβάσει” σωστά ένα θεατρικό έργο. Και ξέρει πως θα μεταφέρει στον θεατή την ουσία, την αλήθεια, το σωστό μέγεθος και βάρος του έργου που σκηνοθετεί. Αυτό έκανε και εδώ με την σιγουριά που την διακατέχει. Με την γνώση που έχει αποκτήσει (αν και νέα, ακόμη) μετά από τόσες σπουδές, δίπλα σε σημαντικούς δασκάλους του παγκόσμιου θεάτρου. Η Φώσκολου πήρε το ”Ατσάλι”, που όπως έχει πει δεν το γνώριζε, το μελέτησε (για να μη πω, το ”σπούδασε”) και το μετέφερε στη σκηνή του Μεταξουργείου, ατόφιο, ειλικρινές, σκληρό όπως είναι, χωρίς να του προσθέσει, χωρίς να το μεταλλάξει, γιατί έχει την σκηνοθετική πεποίθηση οτι ένα τέτοιο θεατρικό έργο δεν επιδέχεται των όποιων αλλαγών ή προσθαφαιρέσεων. Είναι, λοιπόν, ικανό κέρδος για τον θεατή να δει αυτή την παράσταση και να την κατανοήσει, να τον κάνει να αντιληφθεί, ακόμη και τα κρυμμένα του, που μόνο η χρηστή σκηνοθεσία μπορεί να μεταφέρει με διαύγεια.

Και, οπωσδήποτε, σημαντικό στοιχείο είναι επίσης η σωστή διανομή. Η σωστή επιλογή των ηθοποιών.

Όπου εδώ έχουμε μια αποκαλυπτική ερμηνεία από την Γιασεμί Κηλαϊδόνη (έχει συνεργαστεί αρκετά με την Νάντια Φώσκολου και αυτή της πρότεινε να ανεβάσουν το ”Ατσάλι”), μια ερμηνεία διεισδυτική ,πειστική, εννίοτε καθοριστικά υπερβατική, καθώς ”έπιασε” και μέσω των οδηγιών της σκηνοθέτιδας της, την ουσιαστική διάσταση του ρόλου. Ως Φέη, η Κηλαϊδόνη , κινήθηκε στη σκηνή με άνεση, με πάθος αλλά κυρίως με την τραγικότητα, τις ενοχές, την επιθυμία για τη ”ζωή εκεί έξω” που την ζητάει να της την περιγράψει η κόρη της, με το ασίγαστο πάθος της, την καταγγελτικότητα της για το σωφρονιστικό και όχι, μόνο, σύστημα, για τα προσωπικά της αδιέξοδα, για την τραγική περιγραφή της για τον φόνο, για την εξιλέωση της. Μια Γιασεμί Κηλαϊδόνη στην καλύτερη στιγμή της θεατρικής της πορείας.

Μαζί της , στο ρόλο της Τζόσυ, η Κατερίνα Παπαδάκη που δεν ερμηνεύει απλώς αλλά δημιουργεί, χτίζει τον χαρακτήρα της Τζόσυ, αυτής της νεαρής γυναίκας, κόρης μιας εν δυνάμει δολοφόνου . Δημιουργεί έναν άνθρωπο, με την ιδανική της υποκριτική, εύθραυστο, αρκετά ανασφαλή, με την άγνοια για το παρελθόν και τα γεγονότα που συνέβησαν να την στοιχειώνουν, ένα άνθρωπο που απαιτεί να μάθει την κρυμμένη αλήθεια και… από κάποιο σημείο και μετά η Παπαδάκη, (αυτή η χαριτωμένη και μικρόσωμη ηθοποιός), μεγεθύνεται, επιβάλλεται στη σκηνή, καθώς τελικά η ”Τζόσυ της”, θα είναι αυτή που θα αντισταθεί στο σύστημα, θα απαιτήσει σθεναρά, θα προκαλέσει και την παραιτημένη καταδικασμένη μητέρα της να δει ”το φως του ήλιου”, να αντιστρέψει την καταθληπτικτικότητα της, σε ενέργεια και προσδοκία . Και σε μια… αγκαλιά, που είναι από τα σημαντικά και καταλυτικά σημεία του έργου.

Στους ρόλους των δεσμοφυλάκων κατ’ αρχήν, ο Αντρέας Κωνσταντινίδης, αυτός ο ηθοποιός, που δεν έχει μανιέρα, αλλά έχει την ικανότητα να προσαρμόζεται και να κάνει δικό του τον όποιο ρόλο ερμηνεύει. Εδώ ισορροπεί επάξια μεταξύ του αυστηρού και άτεγκτου δεσμοφύλακα, ενσωματώνοντας και κάποια στοιχεία κωμικής υπονόμευσης στην υποτιθέμενη εξουσία που έχει προς τους φυλακισμένους του, δημιουργώντας έναν χαρακτήρα ανασφαλή από την μια, επιθετικό (γιατί έτσι του έχουν πει οτι πρέπει να είναι ένας δεσμοφύλακας) από την άλλη, αλλά κατά βάθος είναι τόσο ανθρώπινο, όσο και ευαίσθητο.

Η γυναίκα δεσμοφύλακας ερμηνεύεται από την πολύ καλή και σταθερή Ασπασία Μπατατόλη. Με κέρδισε με την ερμηνεία της καθώς οι εναλλαγές αυτού του ρόλου δεν είναι ούτε απλές, ούτε εύκολες ερμηνευτικά. Η δεδομένη αυστηρότητα του δεσμοφύλακα, αντιστρέφεται και εναλλάσσεται από τη μια στιγμή στην άλλη, από την κατανόηση, την συμπάθεια προς την Φέη, έστω κι’ αν αυτή την χαρακτηρίζει ως σκληρή, από τον υπηρεσιακό επαγγελματισμό που πρέπει να επιδεικνύει, στην γυναικεία αλληλεγγύη, στην επαφή αυτή που μόνο οι γυναίκες μεταξύ τους, μπορούν να επιδείξουν.

Το εξαιρετικό και εύστοχα μετακινούμενο σκηνικό σχεδιάστηκε αριστοτεχνικά από την Αλέγια Παπαγεωργίου, τα κοστούμια της έμπειρης Βασιλικής Σύρμα, οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί της ικανότατης Μελίνας Μάσχα, η μουσική του Γιάννη Καραγιάννη.. αλλά κυρίως η εξαιρετικά κατανοητή και με σωστά Ελληνικά!! της Χριστίνας Μπάμπου- Παγκουρέλη, συνετέλεσαν στην απόδοση μιας ξεχωριστής ευπρεπούς και απόλυτης θεατρικότητας παράστασης.

 

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post