Στο πλαίσιο συνέντευξης Τύπου, σε συνέχεια των εργασιών της Συνόδου Κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και της άτυπης Συνόδου των 27, που πραγματοποιήθηκαν στις Βρυξέλλες (9-10 Μαρτίου), ο Πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, ανέφερε:
«Μπορώ να πω ότι σε αυτό το διήμερο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, καλύψαμε σχεδόν το σύνολο των θεμάτων που απασχολούν την Ευρωπαϊκή Ένωση: Το προσφυγικό, το μεταναστευτικό, την αναβάθμιση του ρόλου της ΕΕ στην ασφάλεια, τα κρίσιμα θέματα που αφορούν την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας, την πορεία και τη σταθερότητα των Δυτικών Βαλκανίων, αλλά βέβαια, και τη συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης ενόψει της Διακήρυξης της Ρώμης στη Σύνοδο της Ρώμης για τα 60 χρόνια από την ευρωπαϊκή ενοποίηση.
Επιτρέψτε μου να σας πω επιγραμματικά κάποιες σκέψεις και κάποιες πληροφορίες για τις συζητήσεις που διεξήχθησαν αυτές τις δύο ημέρες σε αυτούς τους επιμέρους τομείς. Θα ξεκινήσω από την οικονομία. Υπήρξε μια ενδιαφέρουσα ανταλλαγή απόψεων, με τη συμμετοχή και του Μάριο Ντράγκι, για την πορεία και τις επιδόσεις της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά και τις επιδόσεις του κάθε κράτους μέλους ξεχωριστά. Από την πλευρά μας, επιμείναμε στο σχέδιο των συμπερασμάτων – εντός εισαγωγικών η λέξη συμπερασμάτων διότι για πρώτη φορά υπήρξε η στάση μιας χώρας που ακύρωσε τη δυνατότητα να εγκριθούν συμπεράσματα, όχι γιατί διαφωνούσε με αυτά, αλλά γιατί διαφώνησε με το πρόσωπο που επελέγη από την πλειοψηφία για την Προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Ωστόσο, επιτρέψτε μου να το λέω σχέδιο συμπερασμάτων, έστω και σε εισαγωγικά, γιατί ήταν η συμφωνία όλων των κρατών μελών. Στο σχέδιο λοιπόν αυτό, πετύχαμε να συμπεριληφθεί ειδική αναφορά για τις ειδικές προσπάθειες, τις ειδικές πρόσθετες και παράλληλες δράσεις για την καταπολέμηση της ανεργίας στα κράτη μέλη όπου η ανεργία παραμένει δυσανάλογα υψηλή.
Όπως επεσήμανα χθες, μπορεί να δίνεται η αίσθηση ότι στο σύνολο της ΕΕ των 28 έχουμε επανέλθει στα επίπεδα της ανεργίας που ήμασταν πριν την κρίση, όμως αυτό δεν έχει καμία συμμετρικότητα. Διότι αν δει κανείς τα μεγέθη στον ευρωπαϊκό Νότο, στην ευρωπαϊκή περιφέρεια και στο Βορρά θα διαπιστώσει ότι, ενώ πριν από την κρίση η Ελλάδα και η Γερμανία για παράδειγμα, είχαν ανεργία 8,5%, μετά την κρίση η Ελλάδα ανέβηκε στο 27%, ενώ η Γερμανία έπεσε στο 4,5%. Αυτές λοιπόν οι δομικές ανισότητες, οι δομικές ανισορροπίες, είναι που μας αναγκάζουν να δούμε και συγκεκριμένες πολιτικές προκειμένου να βγούμε από αυτές τις μεγάλες ανισότητες. Πετύχαμε λοιπόν να υπάρξει αναφορά. Πρόκειται, θα έλεγα, για μια έμμεση αλλά σαφή παραδοχή ότι η πολιτική της λιτότητας και η επιλογή των δυσβάσταχτων κοινωνικών επιπτώσεων στη μεταρρυθμιστική ατζέντα, πρέπει να αντιμετωπιστούν – και πρέπει να αντιμετωπιστούν κατά προτεραιότητα στις χώρες εκείνες όπου έχουν δημιουργήσει τη μεγαλύτερη ζημιά.
Επισημάναμε επίσης, ότι τώρα που η Ελλάδα βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο εφαρμογής του προγράμματος, έχει ανάγκη όχι από περισσότερη λιτότητα, αλλά από μεγαλύτερη ενίσχυση των αναπτυξιακών της δυνατοτήτων. Η στροφή προς την ανάπτυξη πρέπει να περιλαμβάνει πρώτον, την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και δεύτερον, την εξειδίκευση των μεσοπρόθεσμων μέτρων για την ελάφρυνση του δημόσιου χρέους. Ταυτόχρονα βέβαια, δική μας υποχρέωση είναι η επεξεργασία ενός σχεδίου για την ανάπτυξη, για την αναπτυξιακή μας στρατηγική, με προτεραιότητες την παραγωγική ανασυγκρότηση, την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της ελληνικής οικονομίας, την αναχαίτιση της ανεργίας, την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Ένα σχέδιο σαν αυτό, το οποίο ενέκρινε την προηγούμενη εβδομάδα το Υπουργικό Συμβούλιο και βρίσκεται στο στάδιο μιας ευρύτατης κοινωνικής διαβούλευσης. Με την ευκαιρία, επιτρέψτε μου να επισημάνω για μια ακόμα φορά, ότι η αναπτυξιακή προοπτική είναι η μοναδική επιλογή που έχουμε και για τη βιωσιμότητα του προγράμματος, και για τη βιωσιμότητα του χρέους, αλλά βεβαίως και για το μεγάλο μας στόχο που είναι η οριστική έξοδος από την κρίση.
Στη συζήτηση για τη μετανάστευση, θέσαμε επί τάπητος τη διαχείριση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών σε ό,τι αφορά την περιοχή της Μεσογείου. Είχα την ευκαιρία να τονίσω ότι πρέπει να παραμένουμε σε εγρήγορση σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση των δικτύων διακινητών. Η συζήτηση ήταν επικεντρωμένη στην κεντρική Μεσόγειο, εντούτοις πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν έχουμε πολλούς διαφορετικούς δρόμους διακίνησης – υπάρχει ένας κορμός που διακλαδώνεται σε διάφορα κλαδιά. Ένα από αυτά είναι εκείνο που έρχεται από την κεντρική Αφρική και πηγαίνει προς την Ιταλία. Ένα άλλο είναι το κλαδί της διακίνησης που έρχεται προς το Αιγαίο. Αλλά ο κορμός του συστήματος των διακινητών, κατά την εκτίμησή μας είναι ενιαίος και θα πρέπει να δούμε συνολικά και τη συνέχιση της εφαρμογής της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας, αλλά βεβαίως και τις απαραίτητες δράσεις στην κεντρική Μεσόγειο, τη συνεργασία με τη Λιβύη και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που πρέπει να δείξει η ΕΕ για την αποκατάσταση της σταθερότητας στη μεσογειακή αυτή χώρα.
Παρουσίασα τις μεγάλες προσπάθειες που καταβάλλουν οι ελληνικές αρχές για να μπορέσουν να διαχειριστούν το τεράστιο αυτό βάρος των αιτημάτων ασύλου με αποτελεσματικότητα από τη μια, αλλά και στα πλαίσια του διεθνούς και του ευρωπαϊκού δικαίου από την άλλη. Και βέβαια, μίλησα για το μεγάλο βάρος που σηκώνουν τα νησιά μας, ζήτησα να υπάρξει επιτάχυνση σε ό,τι αφορά τη στελέχωση των υπηρεσιών EASO στα νησιά και τη διαδικασία της μετεγκατάστασης που παρότι έχει ξεκολλήσει, είμαστε πολύ μακριά ακόμα από τους αρχικούς στόχους – ήταν για περίπου 60.000 και έχουν γίνει γύρω στις 12.000 [μετεγκαταστάσεις]. Επεσήμανα παράλληλα την ανάγκη να υπάρξει μια δίκαιη αναθεώρηση του ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, όπου τα βάρη να μη φορτώνονται στις χώρες πρώτης υποδοχής.
Στη συζήτηση για την ασφάλεια, τη σταθερότητα και τα Δυτικά Βαλκάνια, μιλήσαμε για την ανάγκη ενίσχυσης των δυνατοτήτων της ΕΕ στους τομείς ασφάλειας και άμυνας, δεδομένης της αυξανόμενης αποσταθεροποίησης στην ευρύτερη περιοχή. Η Ελλάδα στηρίζει αυτή την προοπτική στο πλαίσιο μιας γενικότερης αναβάθμισης του διεθνούς και περιφερειακού ρόλου της ΕΕ. Σε ό,τι αφορά τα Δυτικά Βαλκάνια, επεσήμανα τη μεγάλη ανησυχία μας για τις εξελίξεις στην περιοχή, σε μια περιοχή με πολύ βαριά ιστορία, όπως γνωρίζετε. Η ανησυχία μου αυτή εντοπίζεται στην άνοδο του εθνικισμού, στις διεθνοτικές εντάσεις, στις πολιτικές κρίσεις, στην πολιτική αποσταθεροποίηση, αλλά και στην ενίσχυση του οργανωμένου εγκλήματος, καθώς όμως και στην επιρροή τρίτων χωρών. Τόνισα ότι η επιβεβαίωση της πολιτικής διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα Βαλκάνια είναι σήμερα απαραίτητη περισσότερο από ποτέ. Πρέπει να δώσουμε το σήμα, το μήνυμα, στις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην προοπτική της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης των χωρών αυτών και βεβαίως στην προώθηση των μεταρρυθμίσεων, στην ανάδειξη μιας δημοκρατικής πολιτικής κουλτούρας, στην εδραίωση του κράτους δικαίου.
Στο πλαίσιο αυτό, είχα την ευκαιρία να αναφερθώ και να ενημερώσω τους ομολόγους μου και για την κλιμάκωση της προκλητικής ρητορικής, αλλά και της στρατιωτικής δραστηριότητας στο Αιγαίο, από την πλευρά της Τουρκίας. Τόνισα την ποσοτική και ποιοτική κλιμάκωση ιδιαίτερα κατά τους τελευταίους τέσσερις μήνες, επαναλαμβάνω, όχι μόνο της ρητορικής, αλλά και της στρατιωτικής δραστηριότητας. Υπογράμμισα ότι η Ελλάδα συνεχίζει να αποτελεί και θα αποτελεί πυλώνα ειρήνης, σταθερότητας και ασφάλειας και για τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και για τα Βαλκάνια. Διατηρεί και θα συνεχίσει να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους για διάλογο και συνεργασία με όλες τις γειτονικές χώρες. Την ίδια στιγμή, όμως, θα παραμένει ακλόνητη και σταθερή στην υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου, αλλά και στην υπεράσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Τόνισα ότι το μήνυμα όλων προς την Τουρκία, ένα σημαντικό εταίρο για την Ευρωπαϊκή Ένωση, που άλλωστε βρίσκεται σε ενταξιακή διαδικασία, πρέπει να είναι αυτό: Ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου στο Αιγαίο και βεβαίως ο σεβασμός των σχέσεων καλής γειτονίας.
Τέλος, θα ήθελα να σας πω δυο λόγια ως προς την ίσως πιο ενδιαφέρουσα συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, τη συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης, εν όψει της Συνόδου στη Ρώμη και της Διακήρυξης της Ρώμης, και μετά τη δημοσίευση και της Λευκής Βίβλου, δηλαδή των επιλογών που έχουμε μπροστά μας για το μέλλον της Ευρώπης. Θεωρώ αυτή τη συζήτηση και ενδιαφέρουσα και απαραίτητη. [θεωρώ] απαραίτητο να γίνει χωρίς στερεότυπα, να ανοίξουν όλοι τα χαρτιά τους. Το χειρότερο που θα μπορούσαμε να κάνουμε θα ήταν να κάνουμε σα να μη συμβαίνει τίποτα. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις, αλλά και μεγάλους κινδύνους, που προέρχονται από την αδυναμία της να διατηρήσει μια σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες της και ταυτόχρονα την αδυναμία της να είναι αποτελεσματική στη διαχείριση των κρίσεων που αντιμετωπίζει.
Τόνισα, όμως, την ανάγκη να μη μιλάμε για την Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων, αλλά για την Ευρώπη των πολλών επιλογών. Δεν μπορεί να είναι όραμά μας μια πολύ συντηρητική αντίληψη περί της Ευρώπης των ισχυρών, του σκληρού πυρήνα, και κάποιων άλλων οι οποίοι θα ακολουθούν. Βεβαίως ούτε μπορούμε να συνεχίσουμε, όσοι επιθυμούμε να προχωρήσουμε στην εμβάθυνση της συνεργασίας μας – πολιτική και κοινωνική εμβάθυνση της συνεργασίας μας -, να μένουμε στάσιμοι, επειδή κάποιοι επιλέγουν την à la carte Ευρώπη, δηλαδή τη συμμετοχή στα καλά, αλλά εκεί όπου υπάρχει η υποχρέωση να δώσεις να μη θέλεις να δώσεις, όπως για παράδειγμα στο προσφυγικό, όπου κάποιες χώρες αρνούνται την αλληλεγγύη.
Έθεσα λοιπόν ως προτεραιότητα τη συζήτηση για την εξέλιξη της Ευρώπης στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της κοινωνικής σύγκλισης και της κοινωνικής συνοχής. Μίλησα για την ανάγκη να ανοίξουμε όλοι τα χαρτιά μας, αλλά και να ξεκαθαρίσουμε προς τις χώρες εκείνες που αισθάνονται την απειλή ότι θα βρεθούν σε μια δεύτερη ή τρίτη ταχύτητα, ότι δε μιλάμε για αποκλεισμούς, ότι δε μιλάμε, αν θέλετε, για διαιρέσεις ή για εξαιρέσεις χωρών από τις σήμερα υφιστάμενες θεσμικές δομές ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, δηλαδή την ευρωζώνη ή το Schengen, αλλά ότι αντιθέτως μιλάμε για τη δυνατότητα όσοι το επιθυμούν να προχωρήσουν σε ακόμα βαθύτερη ενοποίηση της συνεργασίας και της κοινής τους δράσης.
Είπα ότι αυτό, για να προχωρήσει σωστά, έχει δύο προϋποθέσεις. Η πρώτη προϋπόθεση είναι όλη αυτή η συζήτηση να διεξαχθεί και οι αποφάσεις να παρθούν εντός του πλαισίου των ευρωπαϊκών συνθηκών και ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 20 της Συνθήκης της Λισαβόνας. Δεν μπορούμε να παρακάμπτουμε τις ευρωπαϊκές συνθήκες ή ακόμα χειρότερα να τις υπερβαίνουμε ερήμην των λαών, ερήμην των πολιτών. Υπάρχει λοιπόν το πλαίσιο για να γίνουν όλα αυτά. Δεύτερον, η προϋπόθεση, την είπα ήδη νομίζω, αυτές οι ενισχυμένες συνεργασίες να είναι ανοικτές, χωρίς αποκλεισμούς και εξαιρέσεις. Σας έδωσα, νομίζω, ένα ευρύτατο πλαίσιο για το τι συζητήθηκε».


Συζήτηση σχετικά με post