Η ελληνική αποτυχία της Ευρώπης

Σχόλιο

Τα αφηγήματα έχουν σημασία, ιδίως όταν είναι συνυφασμένα με σκληρά συμφέροντα. Καθώς η Ελλάδα και οι πιστωτές της προσεγγίζουν την καταστροφή, αποκτούμε μια σαφή εικόνα του τρόπου με τον οποίο μπορούν αντικρουόμενα αφηγήματα να οδηγήσουν σε ένα αποτέλεσμα που αποτελεί ήττα και για τις δύο πλευρές.

Τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα. Στις αρχές του 2010, όταν η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορούσε πλέον να χρηματοδοτήσει τον εαυτό της, στράφηκε προς τους Ευρωπαίους εταίρους της και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για χρηματοπιστωτική στήριξη. Κι εκείνοι ανταποκρίθηκαν: όχι μόνο εξέδωσαν οι υπόλοιπες ώρες της ευρωζώνης δάνεια προς την Ελλάδα, αλλά και το ΔΝΤ παρέσχε το μεγαλύτερο δάνειο που έχει παράσχει ποτέ σε μία χώρα. Αργότερα, η Ελλάδα έλαβε ακόμα περισσότερη στήριξη μέσω των κεφαλαίων διάσωσης της ευρωζώνης. Το αποτέλεσμα ήταν μια βοήθεια αξίας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ.

Ωστόσο, καθώς ο καιρός περνούσε, η Ελλάδα και οι πιστωτές της έφτασαν να βλέπουν αυτά τα γεγονότα από πολύ διαφορετικές σκοπιές. Καθώς η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας επιδεινωνόταν, οι πολίτες της απέκτησαν την αίσθηση ότι τα δάνεια δεν προορίζονταν στην πραγματικότητα για να βοηθήσουν τους ίδιους, αλλά μάλλον για να διασώσουν τις γερμανικές και γαλλικές τράπεζες. Μ΄ αυτό το αφήγημα, οι Έλληνες μπόρεσαν να αποφύγουν την παραδοχή του ρόλου που διαδραμάτισαν τα σφάλματα οικονομικής πολιτικής της δικής τους κυβέρνησης στην περιέλευση της χώρας σε ύφεση.

Οι πιστωτές της Ελλάδας, αντίθετα, ένιωθαν πως είχαν επιδείξει γενναιοδωρία, διασώζοντας μια σπάταλη χώρα από τη χρεοκοπία. Η αφήγηση αυτή επέτρεψε στους φορείς χάραξης πολιτικής στη Γερμανία να αγνοήσουν το γεγονός ότι οι τράπεζες της χώρας τους είχαν χρηματοδοτήσει τον ελληνικό δανεισμό για υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα.

Αμφότερα τα αφηγήματα περιέχουν μεγάλη δόση αλήθειας, αλλά παραβλέπουν βολικά ορισμένα σημαντικά γεγονότα. Για παράδειγμα, ένα σημαντικό μέρος των δανείων που δόθηκαν στην Ελλάδα μέχρι τις αρχές του 2012 χρησιμοποιήθηκε πράγματι προκειμένου να αποπληρωθεί το χρέος που επρόκειτο να καταστεί ληξιπρόθεσμό. Ωστόσο οι κάτοχοι του χρέους ενδέχεται να μην ήταν πλέον οι γαλλικές ή οι γερμανικές τράπεζες – οι οποίες θα ήταν ως επί το πλείστον ανίκανες να επιφορτιστούν την αβεβαιότητα που χαρακτήριζε το ελληνικό χρέος προ της διάσωσης και του κουρέματος του 2012.

Όταν οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης παρενέβησαν αποφασιστικά, οι περισσότερες γαλλικές και γερμανικές τράπεζες είχαν πλέον εν πολλοίς ξεφορτωθεί τις διακρατήσεις τους έναντι κάποιας απώλειας σε hedge funds και άλλους επενδυτές με μεγαλύτερη όρεξη για ανάληψη κινδύνου. Ό,τι χρέος κι αν είχαν διακρατήσει έχασε περισσότερο από το ήμισυ της αξίας του στο κούρεμα. Δεδομένου αυτού, δεν μπορεί κανείς να πει ότι οι γαλλικές και γερμανικές τράπεζες δεν έχουν υποστεί απώλειες.

Ομοίως, οι πιστώτριες χώρες είχαν δίκιο να θεωρούν πως είχαν βοηθήσει την Ελλάδα, μια χώρα που αναμφισβήτητα υπήρξε σπάταλη για πολλά χρόνια. Η χρηματοπιστωτική τους βοήθεια επέτρεψε στην Ελλάδα να μειώσει τα δημοσιονομικά της ελλείμματα με πιο βραδύ ρυθμό από ό,τι αν είχε απλά πτωχεύσει το 2010, καθώς της έδωσε τη δυνατότητα να παραμείνει συνδεδεμένη με τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Κατά το πρώτο τρίμηνο του περασμένου έτους, η Ελλάδα βίωσε μάλιστα μία ελαφρά άνοδο του ρυθμού ανάπτυξης και μια μικρή μείωση της ανεργίας.

Αυτό που παρέβλεψαν οι πιστωτές ήταν ότι, με την πάροδο του καιρού, ο πόνος της λιτότητας άρχισε – στο μυαλό πολλών Ελλήνων – να υπερκεράζει τα οφέλη της βοήθειάς τους.

Μέχρι πριν από λίγους μήνες, φαινόταν ακόμα πως η Ελλάδα θα μπορούσε να επιτύχει ένα πρωτογενές πλεόνασμα, έστω και μικρό, τη φετινή χρονιά. Όταν η χώρα στράφηκε προς τους πιστωτές της για βοήθεια, ήταν μόνο και μόνο επειδή δεν μπορούσε να καλύψει ορισμένες μεγάλες πληρωμές δανείων που επρόκειτο να καταστούν ληξιπρόθεσμα. Η Ελλάδα είχε πάψει να αποτελεί «βαρέλι δίχως πάτο». Με μια δόση χρηματοοικονομικής τεχνικής, οι πιστωτές της Ελλάδας θα μπορούσαν να έχουν αναβάλει μερικές από τις πληρωμές που όφειλε να καταβάλει η χώρα φέτος – πληρωμές που, θα πρέπει να σημειωθεί, όλοι ήξεραν πως δεν θα ήταν σε θέση να εξοφλήσει σε αυτό το στάδιο – και να της έχουν επιτρέψει να συνεχίσει τη βαθμιαία της ανάκαμψη.

Αντ΄ αυτού, τα αντικρουόμενα αυτά αφηγήματα δημιούργησαν μία βλαβερή δίνη, αναζωπυρώνοντας τις φλόγες εχθρότητας και οδηγώντας στην εκλογή μιας αριστερής κυβέρνησης στην Ελλάδα, με την εντολή να αντιταχθεί στη λιτότητα – με καταστροφικά αποτελέσματα για αμφότερες τις πλευρές. Αντί να βοηθήσουν την Ελλάδα να καταβάλει τις πληρωμές της, οι πιστωτές αντέδρασαν επιβάλλοντας σκληρούς όρους για τη χορήγηση νέου δανείου το οποίο θα χρησιμοποιούνταν μόνο προκειμένου να αποπληρωθούν τα χρέη που οι ίδιοι διακρατούσαν – σημείο το οποίο τόνισε και ο Έλληνας Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας στην τελευταία του πρόταση.

Κι ωστόσο, το να κατηγορούμε τους πιστωτές για τους «τιμωρητικούς» τους όρους, όπως έχουν κάνει οι Έλληνες διαπραγματευτές, θα ήταν επίσης λάθος, γιατί αυτό το απλουστευτικό αφήγημα συσκοτίζει επίσης μία περίπλοκη αλήθεια. Λίγο πριν διακοπούν απότομα οι συνομιλίες προκειμένου η Ελλάδα θα διεξάγει το δημοψήφισμά της, οι δύο πλευρές είχαν συμφωνήσει στους δημοσιονομικούς στόχους της Ελλάδας· το μόνο που απέμενε ήταν να καθοριστεί ο τρόπος με τον οποίο θα έπρεπε να επιτευχθούν οι στόχοι. Η ελληνική κυβέρνηση ήθελε να αυξήσει ορισμένους φόρους. Οι πιστωτές της πίστευαν ότι η προσέγγιση αυτή θα παρεμπόδιζε ακόμα περισσότερο την ανάπτυξη, κι έτσι υποστήριξαν την αύξηση της φορολογικής βάσης, εξαλείφοντας αντ΄ αυτού για παράδειγμα τους χαμηλότερους συντελεστές φόρου προστιθέμενης αξίας που απολαμβάνουν τα ελληνικά νησιά.

Αν και η λογική των πιστωτών ήταν ορθή και οι προθέσεις τους αξιέπαινες, η ελληνική πλευρά θεώρησε πως ένας τέτοιος όρος θα ισοδυναμούσε με προσβολή της εθνικής κυριαρχίας της χώρας τους. Μ΄ αυτό τον τρόπο, το αφήγημά τους πήρε τη μορφή της εθνικής υπερηφάνειας.

Ήταν ένα κλασικό «δίλημμα φυλακισμένου». Αμφότερες οι πλευρές γνωρίζουν καθόλη τη διάρκεια των βασανιστικών διαπραγματεύσεων των τελευταίων πως η μη επίτευξη συμφωνίας δεν θα ωφελούσε κανέναν. Η οικονομία της Ελλάδας θα συρρικνωνόταν ακόμα περισσότερο, και οι πιστωτές της θα έπρεπε να αποδεχθούν ακόμα μεγαλύτερες διαγραφές.

Αλλά οι δύο πλευρές έχουν μείνει εγκλωβισμένες στα αντίστοιχα αφηγήματά τους – αφηγήματα τα οποία ενίσχυσε η πρόσφατη διακοπή των διαπραγματεύσεων και το εσπευσμένο δημοψήφισμα. Πλέον το ελληνικό εκλογικό σώμα απορρίπτει τους όρους των πιστωτών του εις το όνομα της εθνικής υπερηφάνειας, δημοκρατίας, και κυριαρχίας· οι πιστωτές είναι θυμωμένοι όχι μόνο λόγω της στάσης των Ελλήνων, αλλά και της αναξιοπιστίας της κυβέρνησής τους.

Η διάσωση της Ελλάδας ήταν ανέκαθεν δύσκολη, δεδομένων των παλαιότερων δημοσιονομικών υπερβολών της και της αδύναμης οικονομίας της. Αλλά πέρυσι, φάνηκε πως η επιτυχία ήταν εφικτη – έως ότου η σύγκρουση των αφηγημάτων εκτροχίασε την πρόοδο που είχαν κάνει οι δύο πλευρές. Εδώ αναδεικνύεται ένα μεγαλύτερο πρόβλημα: η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει ένα ενοποιητική αφήγημα αρκετά ισχυρή ώστε να αποτρέψει την εμφάνιση των αντικρουόμενων – και άκρως καταστροφικών – αφηγημάτων εντός των συνόρων της. Μ΄ αυτή την έννοια, η αποτυχία διάσωσης της Ελλάδας ισοδυναμεί με αποτυχία της Ευρώπης.

 

Πηγή: analitis.gr

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post