Κλάδος ζυμαρικών: Ποιοι παίκτες κονταροχτυπιούνται για μια θέση στο ελληνικό τραπέζι- Οι ιστορίες πίσω από τις μπράντες

Σχόλιο

Μπορεί άλλοι να έχουν το όνομα, αλλά και εμείς οι Έλληνες έχουμε επαρκώς τη χάρη καθώς μετά  τους Ιταλούς καταλαμβάνουμε τη 2η θέση στην Ευρώπη σε κατανάλωση ζυμαρικών.  Σύμφωνα με το Διεθνή Οργανισμό Ζυμαρικών, η Ελλάδα κατατάσσεται στην τέταρτη θέση της διεθνούς κατάταξης που αφορά την κατανάλωση ζυμαρικών μετά την Ιταλία, την Τυνησία και τη Βενεζουέλα. Συγκεκριμένα, η μέση κατά κεφαλή κατανάλωση ζυμαρικών στη χώρα υπολογίστηκε περίπου στα 11,1 κιλά κατ άτομο. Και ενώ είμαστε μακαρονάδες και δεν το κρύβουμε, στον εγχώρια αγορά ζυμαρικών εκτιμάται ότι αγγίζει τα 180 εκατομμύρια ετησίως ενώ  οι επιχειρήσεις  που δραστηριοποιούνται μετρώνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Γεγονός το οποίο σημαίνει συγκέντρωση δυνάμεων σε  λίγους και ισχυροποιημένοι παίκτες.

Δυο στην κούρσα της πρωτιάς 

Με τις μάρκες MISKO και Barilla, την πρωτοκαθεδρία στα μερίδια αγοράς κατέχει η Barilla Hellas Α.Ε. ακολουθεί επίσης  με υψηλά μερίδια η Μέλισσα Κίκιζας  (κατέχουν το 43,3% και 36% της αγοράς, αντίστοιχα) ενώ έπονται οι εταιρείες  Εurimac Α.Ε. με το εμπορικό σήμα ΜΑΚΒΕΛ και η Δάκος Παναγιώτης Σπ. Α.Β.Ε.Ε. με τα ζυμαρικά ΗΛΙΟΣ. Τέσσερις παίκτες , πέντε εμπορικά σήματα και δεκάδες μικρότερες επιχειρήσεις μεταξύ αυτών και συνεταιρισμοί που διεκδικούν την προτίμηση του έλληνα καταναλωτή στο ράφι των σούπερ μάρκετ αλλά και σε μικρότερες γωνιές του λιανεμπορίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Infobank σε μερίδια αγοράς κυριαρχούν οι  Barilla και Κίκιζας , εταιρείες οι οποίες μαζί καταλαμβάνουν ένα ποσοστό της τάξης άνω του 75% σε έναν κλάδο που ούτως ή άλλως χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό συγκέντρωσης σε λίγες και μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις.

Αν και ανήκει στον ιταλικό κολοσσό Barilla, η MISKO στην συνείδηση του έλληνα καταναλωτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με εκείνη την ιστορική διαφήμιση της δεκαετίας του ’80 με πρωταγωνιστή τον Ακάκιο. Τον καλόγερο που ξεκινούσε με το γαϊδουράκι του για τα ψώνια της μονής, όταν ο ηγούμενος του μοναστηριού του υπενθύμιζε «Ακάκιε, μην ξεχάσεις τα μακαρόνια  να είναι MISKO». Λίγοι ωστόσο γνωρίζουν ότι η επωνυμία των ζυμαρικών προέρχεται από τις πρώτες συλλαβές των οικογενειών Μιχαηλίδη και Κωνσταντινή οι οποίοι ίδρυσαν το 1927 στον Πειραιά, την πρώτη υψηλών προδιαγραφών εταιρεία ζυμαρικών. Χρονιά ορόσημο για την ιστορία της MISKO υπήρξε το 1991, όταν ο 74χρονος Ελευθέριος Μαντζίκας, μοναδικός επιζών εκ των ιδιοκτητών,  αποφάσισε μαζί με τους υπόλοιπους μετόχους και κληρονόμους να πουλήσει την εταιρεία στον μεγαλύτερο όμιλο ζυμαρικών παγκοσμίως, την ιταλική Barilla. Παρά την εξαγορά ο Ακάκιος παρέμεινε πιστός  την  εταιρική ταυτότητα της εταιρείας και ως τις μέρες μας είναι το σήμα κατατεθέν στις συσκευασίες των προϊόντων της MISKO.  Το 2000, η μητρική ​​εταιρεία δημιούργησε μια νέα μονάδα παραγωγής στην Βοιωτία, την  τρίτη μεγαλύτερη στην Ευρώπη, που  παράγει και πωλεί ζυμαρικά στην Ελλάδα ,με σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα.

Η Barilla Hellas σύμφωνα με τα οικονομικά στοιχεία του 2018 κατέχει μερίδιο αγοράς 40% έως 45% ως προς την αξία πωλήσεων και  ως προς τον όγκο πωλήσεων από 38% έως 42%. Ο  κύκλος εργασιών της εταιρείας διαμορφώθηκε σε 73,6 εκατ. ευρώ από 72 εκατ. ευρώ το 2017. Τα μεικτά κέρδη αυξήθηκαν κατά 1,6% και διαμορφώθηκαν στα 33,1 εκατ. ευρώ από 32,6 εκατ. ευρώ το 2017. Το μεικτό περιθώριο κέρδους παρέμεινε σταθερό στα επίπεδα του 45%. Τα λειτουργικά έξοδα κατέγραψαν αύξηση και ανήλθαν σε 28,9 εκατ. ευρώ από 27,3 εκατ. ευρώ το 2017. Παράλληλα τα αποτελέσματα προ φόρων και τόκων παρουσίασαν κάμψη και ανήλθαν σε 6,6 εκατ. ευρώ από 7,5 εκατ. ευρώ το 2017. Tα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν στο ύψος των 6,6 εκατ. ευρώ ενώ τα κέρδη μετά από φόρους ανήλθαν στο επίπεδο των 4,4 εκατ. ευρώ .

 «Μέλισσα» – η άγνωστη ιστορία

Κατά πόδας με μερίδια αγοράς  που ξεπερνούν  το 33% ακολουθεί η Μέλισσα Κίκιζας ΑΒΕΕ, μια αμιγώς ελληνικής καταγωγής εταιρεία που ιδρύθηκε το 1947 και έχει έδρα στη Λάρισα. Η ιστορία της οικογένειας Κίκιζα ξεκινά πριν από περίπου έναν αιώνα όταν αποφάσισαν να φύγουν από το Ναύπλιο και να ασχοληθούν στην πρωτεύουσα με το εμπόριο λιανικής.  Στην οδό Λένορμαν και  Παλαμηδίου στο Μεταξουργείο ,το κατάστημα τροφίμων που έτρεχαν τα 12 αδέρφια της οικογένειας Κίκιζα, εξελίχθηκε γρήγορα σε ένα ιδιότυπο μίνι μάρκετ της εποχής που άφησε εποχή.  Με προσωπικό 35 υπαλλήλων και  2 ταμεία οι Αθηναίοι ήξεραν  ότι «στου Κίκιζα» μπορείς να βρεις ό,τι επιθυμήσεις. Η φήμη του ήταν  τόσο μεγάλη που έδωσε το όνομά του στη γειτονιά και αργότερα στη δεκαετία του 60 «Η γειτονιά του Κίκιζα» έγινε ακόμη και τραγούδι από τον Γιώργο Ζαμπέτα.  Λίγα χρόνια αργότερα ανέθεσαν στο μακαρονοποιείο «Δήμητρα» να φτιάξει ζυμαρικά με την φίρμα τους , και κάπως έτσι οι δυο επιχειρήσεις συνεταιρίζονται το 1938. Ο νεαρός τότε Αλέξανδρος Κίκιζας αναλαμβάνει την διεύθυνση του μακαρονοποιείου που αργότερα θα το μετονομάσει σε Μέλισσα, ως σημείο αναφοράς στην εργατικότητα και την τιμιότητα που γα την οποία φημιζόταν η οικογένεια.

Σήμερα η ΜΕΛΙΣΣΑ – ΚΙΚΙΖΑΣ ΑΒΕΕ ΤΡΟΦΙΜΩΝ με τζίρο 70 εκατ. ευρώ και προσωπικό 210 ατόμων, συγκαταλέγεται ανάμεσα στις μεγαλύτερες εταιρίες τροφίμων στην Ελλάδα και ήδη η τρίτη γενιά της οικογένειας προετοιμάζει την περαιτέρω ανάπτυξή της.

Το 2018 ήταν μια πολύ δυνατή χρονιά για την Κίκιζας  καθώς κατέγραψε αύξηση σε τζίρο και σε κέρδη. Συγκεκριμένα η εταιρεία, σύμφωνα με τα δημοσιοποιημένα στοιχεία,  αύξησε τον όγκο πωλήσεών της κατά 5,1% ενώ η άνοδος σε αξία έφτασε το 2,5% και διαμορφώθηκε στα 66,939 εκατ. ευρώ. Τα προ φόρου κέρδη του ομίλου διαμορφώθηκαν σε 6,016 εκατ. ευρώ από 6,172 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος και τα καθαρά κέρδη άγγιξαν τα 4,5 εκατ. ευρώ έναντι 4,458 εκατ. ευρώ.

  Με σφραγίδα από τη Β. Ελλάδα

Μακαρονάδες  τρίτης γενιάς είναι και η οικογένεια Κωνσταντινίδη που βρίσκεται στο τιμόνι της ΜΑΚΒΕΛ από το 1948. Τα αδέρφια Κωνσταντινίδη, με καταγωγή απ ́ τη Σμύρνη είχαν  εξαγοράσει την θεσσαλονικιώτικη βιοτεχνία  ζυμαρικών ΕΡΜΗΣ  στα τέλη του 1939, και λίγα χρόνια αργότερα αποφάσισαν να βαφτίσουν την νέα εταιρεία τους ¨Μακαρονοποιία Βορείου Ελλάδος¨, εξ ου και ΜΑΚΒΕΛ . Σήμερα τα ζυμαρικά ΜΑΚΒΕΛ, παράγονται στο Κιλκίς από την εταιρεία Eurimac A.E. μία ελληνική καθετοποιημένη βιομηχανία από τις πιο σύγχρονες στην Ευρώπη. Με δυνατά χαρτιά τον ισχυρό εξαγωγικό της χαρακτήρα αλλά και τον υψηλό τζίρο που επιτυγχάνει στην εγχώρια  αγορά κυρίως στην κατηγορία προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας η Eurimac είναι έτοιμη για τα επόμενα βήματά της, όπως η ενίσχυση του brand name της στην ελληνική αγορά.  Περίπου το 70% της παραγωγής της γίνεται για ιδιωτικές ετικέτες και το 30% αφορά δικά της σήματα. Τα  προϊόντα της  ΜΑΚΒΕΛ βρίσκονται σε 50 χώρες, είτε ως δικά της σήματα είτε ως προϊόντα που παράγει για λογαριασμό μεγάλων εταιρειών λιανικής (private label) ενώ το  40% της παραγωγής της κατευθύνεται σε χώρες σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη. Από την Αγγλία, την Γερμανία, την Γαλλία, την Πολωνία  μέχρι την Κούβα, την Βραζιλία και την Ιαπωνία. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Eurimac αποτελεί  τον μεγαλύτερο εξαγωγέα ζυμαρικών με 120 άτομα απασχολούμενο προσωπικό και πλάνο επενδύσεων για τα επόμενα χρόνια στα 7 εκατομμύρια ευρώ. Στο εξωτερικό διατίθενται τα ζυμαρικά με την επωνυμία ΜΑΚΒΕΛ, ενώ συμπληρωματικά έχουν αναπτυχθεί οι επωνυμίες Latino, Familia, Grande Pasta κ.ά.

Η Βιομηχανία Ζυμαρικών ‘ΗΛΙΟΣ’ ιδρύθηκε το 1932  στην Ελευσίνα και από τότε έχει καταγράψει στο ενεργητικό της δεκάδες αλλαγές με κορυφαίο ορόσημο την εξαγορά του συνόλου των μετοχών της το 1995 από τον αλευροβιομήχανο Παναγιώτη Σπ. Δάκο. Έκτατε η επωνυμία τροποποιήθηκε σε ‘ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΗΛΙΟΣ – ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΠ. ΔΑΚΟΣ.  Για την ιστορία αξίζει να αναφερθεί ότι το 1934 οι εγκαταστάσεις είχαν μεταφερθεί  στο κέντρο της Αθήνας σε ιδιόκτητο εργοστάσιο, στην οδό Γιατράκου στο Μεταξουργείο, εκεί όπου σήμερα στεγάζεται το 1ο ΕΠΑΛ ΑΘΗΝΩΝ ενώ το 1937 πέρασε στην ομόρρυθμη εταιρεία των αδελφών Α. Σακκαλή. Το 1974 η εταιρεία εκσυγχρονίστηκε  και μεταφέρθηκε σε νέο κτίριο στο 11ο χλμ της Εθν. Οδού Αθηνών-Λαμίας, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.

Τα πρώτα ζυμαρικά της εταιρείας ονομάζονταν ‘SANTÉ’ ενώ τα ζυμαρικά ‘ΗΛΙΟΣ’, που ξέρουμε μέχρι σήμερα άρχισαν να κυκλοφορούν μετά το τέλος  του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.  Το 1971 η Βιομηχανία Ζυμαρικών ‘ΗΛΙΟΣ’ εξαγοράζει την Ροδίτικη Βιομηχανία Ζυμαρικών ‘ROSOL’ και είναι σε θέση να παράγει μόνη τα προϊόντα της και να τα διανέμει. Η απήχηση ήταν μεγάλη και κυρίως στα νησιά του Αιγαίου. Το 1981, τα πρώτα ελληνικά ζυμαρικά ‘Ολικής Αλέσεως ΗΛΙΟΣ’ αποτέλεσαν μια  πρωτοποριακή σειρά προϊόντων για τη Ελλάδα της εποχής εκείνης η οποία μάλιστα σημείωσε μεγάλη επιτυχία στις αγορές του εξωτερικού.  Με την αλλαγή της διοίκησης ο 21ος αιώνας βρήκε την εταιρεία να ολοκληρώνει τον εκσυγχρονισμό και την επέκταση της υπάρχουσας εγκατάστασης.  Σήμερα οι ‘ΜΥΛΟΙ ΠΑΝ. ΔΑΚΟΥ’ παράγουν περισσότερα από 50 διαφορετικά είδη αλεύρων, σιμιγδαλιών, μιγμάτων και ετέρων δημητριακών καλύπτοντας ένα  ευρύ φάσμα των απαιτήσεων της αγοράς. Μετά από μία σειρά καθοριστικών αλλαγών στην δομή και την λειτουργία της εταιρείας , η Βιομηχανία Ζυμαρικών ‘ΗΛΙΟΣ’ στην αγορά είναι σταθερά ανοδική . Διακινεί τα προϊόντα της σε όλα τα κανάλια διανομής ενώ στους μελλοντικούς στόχους της είναι η διεύρυνση της παρουσίας της στις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ.

 

Μαρία Σμιλίδου

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post