Χαράλαμπος Γκότσης: Τράπεζες και επιχειρήσεις σε καθεστώς Shutdown

Σχόλιο

Η βασική αιτία που οδήγησε την οικονομία σε ουσιαστική παράλυση είναι η επιβολή του Shutdown, συνεπώς και το μέγεθος των επιπτώσεων εξαρτάται καταρχήν από τη διάρκειά του. Επειδή δε η χώρα μας πήρε πολύ γρήγορα, αλλά και πολύ δραστικά περιοριστικά μέτρα, σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες, όπως η μεγάλη εξάρτηση από τον τουρισμό που για το 2020 θεωρείται χαμένος, ο υψηλός κρατικός δανεισμός καθώς και η αδυναμία πολλών επιχειρήσεων να εξυπηρετήσουν το δανεισμό τους, το οικονομικό κόστος πιθανολογείται ότι θα είναι πολύ μεγαλύτερο από εκείνο άλλων χωρών.

Η Ελλάδα , που βρίσκεται ήδη από το 4ο τρίμηνο του 2019 σε ύφεση, αναμένεται να υποστεί μια μείωση του ΑΕΠ που μπορεί να ξεπεράσει και το 10%. Έτσι, ενώ από τη μια φαίνεται ότι κερδίζουμε τη μάχη με τον κορωνοιό, από την άλλη καλούμαστε να φέρουμε ένα κόστος το οποίο μια οικονομία σε πήλινα πόδια, όπως είναι η ελληνική, δύσκολα θα μπορέσει να το σηκώσει χωρίς μια γενναία εξωτερική βοήθεια.

Ας δούμε όμως αρχικά πώς προκαλείται η ζημιά στην οικονομία μετά από μια τέτοια διοικητικής φύσεως απόφαση.

Η ακινητοποίηση του συνόλου των οικονομικών δραστηριοτήτων, εκτός ολίγων εξαιρέσεων, οδηγεί αρχικά σε συρρίκνωση της κατανάλωσης. Την απότομη πτώση της ζήτησης ακολουθεί μια εξίσου μεγάλη μείωση της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών, αφού οι εργαζόμενοι απέχουν από τους χώρους εργασίας, ενώ παρατηρείται και έλλειψη πρώτων υλών και ενδιάμεσων προϊόντων, τα οποία καθιστούν αδύνατη την παραγωγή αρκετών τελικών προϊόντων.

Οι επιχειρήσεις για να αντιμετωπίσουν τη νέα κατάσταση προσπαθούν να μειώσουν το μισθολογικό κόστος με απολύσεις ή με την εφαρμογή μειωμένου ωραρίου απασχόλησης. Αυτό οδηγεί σε μια περαιτέρω πτώση της κατανάλωσης, αφού μειώνεται ή εξαφανίζεται το εισόδημα των εργαζομένων. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό συνεπώς ενός Shutdown είναι ότι δημιουργεί προβλήματα τόσο από την πλευρά της ζήτησης όσο και την πλευρά της προσφοράς.  Συνεπώς και οι όποιες παρεμβάσεις θα πρέπει να στοχεύουν σε μια ισχυρή τόνωση της ενεργής ζήτησης με δημοσιονομικά μέτρα καθώς και στη στήριξη των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης.

Πως επηρεάζονται τώρα οι ταμειακές ροές των επιχειρήσεων και οι σχέσεις τους με τις τράπεζες;

Όσο διαρκεί το καθεστώς ακινησίας οι επιχειρήσεις δεν έχουν εισπράξεις, ενώ από την άλλη οι υποχρεώσεις για ενοίκια, μισθούς, δόσεις δανείων και τόκους, προμηθευτές, συμβάσεις Leasing κ.α. τρέχουν, αυξάνονται οι ζημιές και συνακόλουθα και ο δανεισμός τους. Ταυτόχρονα μειώνονται και τα ίδια κεφάλαιά τους. Επειδή τώρα η εξέλιξη αυτή στην περίπτωση του Shutdown είναι αναμενόμενη, το κράτος παρεμβαίνει και αναλαμβάνει ένα μέρος του μισθολογικού κόστους κυρίως για τους εργαζόμενους που συνεχίζουν να δουλεύουν με μειωμένο ωράριο καθώς και με την παροχή ενέσεων ρευστότητας μέσω εγγυήσεων σε τραπεζικά δάνεια κατά προτεραιότητα σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Για το πρώτο βρίσκεται σε εξέλιξη από την ελληνική κυβέρνηση παροχή ενός βοηθήματος 800 Ευρώ προς όλους εκείνους που έχασαν τη δουλειά τους ή μειώθηκε το ωράριό τους. Η ρύθμιση μπορεί να διευκολύνει προσωρινά τις επιχειρήσεις, για τους εργαζόμενους όμως είναι ανεπαρκής, αφού αδυνατούν να καλύψουν τις βασικές τους υποχρεώσεις. Ακόμη, για το δανεισμό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων προβλέπονται 2-3 δις Ευρώ, όπου το κράτος εγγυάται για το 80% του ποσού, ενώ για το υπόλοιπο αναλαμβάνουν το ρίσκο οι τράπεζες . Ανεξάρτητα όμως από το μέγεθος του ποσού, υπάρχουν ενστάσεις σε σχέση με την αποτελεσματικότητα του μέτρου αυτού. Στη Γερμανία που δοκιμάστηκε ένα καθεστώς εγγυήσεων για τα δάνεια με παρόμοια χαρακτηριστικά, οι τράπεζες αντέδρασαν και η κυβέρνηση πήρε πίσω το μέτρο και το αντικατέστησε με εγγύηση για το 100%.

 Συνολικά έχουν εξαγγελθεί μέτρα στήριξης 6,7 δις των οποίων η προέλευση παραμένει ακόμη ασαφής. Πρόκειται όμως για ένα ποσό το οποίο, σε σχέση με το μέγεθος του προβλήματος που καλείται να αντιμετωπίσει δεν είναι αρκετό. Για το λόγο αυτό είναι ανάγκη, για να μην ξεφύγουμε από το σωστό timing, να χρησιμοποιήσουμε γρήγορα μέρος του μαξιλαριού ρευστότητας των 37 δις Ευρώ, το οποίο εντέλει  φαίνεται ότι θα αποτελέσει τη μοναδική πραγματική σανίδα σωτηρίας για τη χώρα μας.

Η ανεπάρκεια των μέτρων δυστυχώς θα έχει ως αποτέλεσμα πολλές επιχειρήσεις να συνεχίσουν να μην μπορούν να καλύψουν τις πληρωμές τους. Έτσι, ο δανεισμός θα αυξάνεται, τα ίδια κεφάλαια θα  εξαφανίζονται, ενώ για κάποιες απ’ αυτές που βαρύνονται ήδη από υπερβολικό δανεισμό, θα είναι ήδη αργά.

Η ανεργία θα αυξηθεί ενώ είναι προφανές, ότι θα βρεθούμε μπροστά σε μια νέα γενιά κόκκινων δανείων, τα οποία θα αναγκάσουν τις τράπεζες να αναζητήσουν νέα  κεφάλαια. Με το ιστορικό δε των αλλεπάλληλων αυξήσεων κεφαλαίων, το υψηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων, την ανύπαρκτη κερδοφορία, τις χρηματιστηριακές απώλειες,  είναι βέβαιο ότι αυτή τη φορά τη στήριξη των τραπεζών θα αναγκαστεί να την αναλάβει το κράτος.

Συνεπώς θα ήταν φρόνιμο να προβληματιστούμε όσο είναι ακόμη καιρός, αν είναι προτιμότερη μια γενναία στήριξη των επιχειρήσεων και των εργαζομένων τώρα ή να αφήσουμε ένα κομμάτι του παραγωγικού δυναμικού της χώρας να καταρρεύσει και να δαπανήσουμε αργότερα τα ίδια χρήματα για τη σωτηρία των τραπεζών.

Συμπέρασμα; Η υγειονομική κρίση του κορωνοϊού μ ’αυτόν τον τρόπο θα εξελιχτεί σε χρηματοοικονομική και η νίκη που προσδοκούμε ότι θα καταγάγουμε θα είναι μισή νίκη.

* Χαράλαμπος Γκότσης

Καθηγητής οικονομικών, τ. Πρόεδρος Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς

 

 

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post