του Γιάννη Γαβρίλη
”Το μαύρο χιούμορ είναι οριοθετημένο από πολλά πράγματα, όπως απ την ηλιθιότητα, τη σκεπτικιστική ειρωνεία, την αστειότητα χωρίς οξύτητα· είναι ο κατ εξοχήν θανάσιμος εχθρός της αισθηματικότητας, που αιώνια έχει το ύφος ότι πνέει τα λοίσθια, που βρίσκεται πάντα στο γαλάζιο φόντο”, γράφει ο Αντρέ Μπρετόν( 19 Φεβρουαρίου 1896- 28 Σεπτεμβρίου 1966) μεταξύ πολλών άλλων στο πόνημα του ”Ανθολογία του μαύρου χιούμορ”.
Επίσης ο Ευγένιος Ιονέσκο (26 Νοεμβρίου 1909 – 28 Μαρτίου 1994) είχε πει: «Το κωμικό, επειδή έχει την αίσθηση του παράδοξου, μου φαίνεται πως δείχνει περισσότερη απελπισία από το τραγικό.»
Γιατί τα αναφέρω αυτά στην αρχή της κριτικής μου για την παράσταση που παρακολούθησα στον Πολυχώρο VAULT του θεατρικού έργου του Χάρη Ρώμα ”Το Πηρούνι”.
Γιατί σε αυτή την παράσταση βρήκα πολλά στοιχεία τα όποια ορίζουν το ”μαύρο χιούμορ” κατά τους δυο επιφανείς συγγραφείς.
Ήταν εμφανέστατη η ”σκεπτικιστική ειρωνεία”, η ”αίσθηση του παράδοξου” και πόσο μάλλον η ”απελπισία από το τραγικό”.
Δεν γνωρίσω αν ο συγγραφέας του έργου Χάρης Ρώμας έχει εντρυφήσει κατ’ αρχήν στην , τόμων ”Ανθολογία” του Μπρετόν, ούτε γνωρίζω πόσο έψαξε και καταπονήθηκε για να φτάσει να συγγράψει αυτό το θεατρικό έργο. Εκείνο βέβαια που αποκόμισα, είναι η οξυδέρκεια του και η ικανότητα της παρατήρησης των ανθρώπων και των εκδηλώσεων τους. Θα μου πείτε ίσως … ”όλα αυτά δεν έχουν τόση σημασία κ. Γαβρίλη μας. Εμείς, το κοινό, θέλουμε να δούμε κάτι εύπεπτο, μια κωμωδιούλα, να περάσει η ώρα μας”.
Βεβαίως και θα συμφωνήσω μαζί σας. Και ως προς το εύπεπτο και ως προς την κωμωδιούλα. Όμως. Για κοιτάξτε γύρω σας. Για κοιτάξτε και μέσα σας. Όσα ζούμε, ότι βιώνουμε, μήπως, λέω μήπως… έχουν και την τραγικά κωμική τους πλευρά. Μήπως η αστειότητα είναι το μέσον αντιμετώπισης και ”ξορκισμού” της ανήλεης καθημερινότητας μας.
Το ”Πηρούνι” λοιπόν είναι μια παράσταση που σε προκαλεί να περάσεις ευχαρίστα την ώρα σου, να γελάσεις, να ευφρανθείς, όμως… αποφεύγει επάξια την ”καρικατούρα” των χαρακτήρων που περιγράφονται στο θεατρικό κείμενο, κλείνει με ευρηματικότητα το μάτι στις παθογένειες μας, στην όποια ”αμορφωσιά” μιας κοινωνικής ομάδας, που αρέσκεται στην ανέλιξη μεν, αλλά δεν ξέρει ούτε καν ,τι είναι και πως μπορεί να γίνει αυτή.
Όλη η ιστορία εξελίσσεται σε ένα ”κιτς” σαλονάκι (όλα έχουν την σημασία τους Σκηνικό: Κική Μαυρίδου / Μιχάλης Παπαδόπουλος) στη Θεσσαλονίκη του1984, όπου ο Αποστόλης Παλιούρας, διατηρεί μια αλυσίδα γραφείων κηδειών ονομαζόμενη ”Ο Ουρανός”. Αυτός και η σύζυγος του η Ζαμπέτα, και η κόρη τους Φιόνα, μαζί με την Ρουμάνικης καταγωγής υπηρέτρια τους την Μιλένα, προετοιμάζονται να υποδεχτούν τον μέλλοντα γαμπρό τους Αλέξανδρο που καταφθάνει μαζί με τον πατέρα του, τον πρώην πρόξενο Αιμίλιο Δοξιάδη. Η μητέρα και σύζυγος Κατερίνα Δοξιάδη (στην παράσταση ακούγεται μόνο η φωνή της, με την φωνή της – και σε αυτό – Κικής Μαυρίδου), δεν θα είναι μαζί τους, έχει κάποιο σοβαρό πρόβλημα! (είναι έτσι όμως;) Από την αρχή η ποιότητα της οικογένειας Παλιούρα εμφανέστατη. Μια οικογένεια με κάποια από τα χειρότερα χαρακτηριστικά του νεοέλληνα. Και επιδειξιομανείς είναι και αμόρφωτοι και νεόπλουτοι και κακόγουστοι, κουτοπόνηροι, δε, στο έπακρον. Το χειρότερο; Είναι και ρατσιστές, και σεξιστές, πόσο μάλλον άξεστοι. Διψούν απεγνωσμένα για καταξίωση και κοινωνική αναγνώριση. Θαμπωμένοι όπως είναι από την κοινωνική θέση, το στάτους και την οικονομική κατάσταση των συμπεθέρων τους, το μόνο που επιθυμούν είναι να βολέψουν, δηλαδή να καλοπαντρέψουν την μοναχοκόρη τους. Το τι θα συμβεί εκείνη την βραδιά;… όχι δεν μπορεί να αποκαλυφθεί, θα προδώσω όλη την δράση και το κωμικοτραγικό τέλος.
Ένα όμως μπορώ να αποκαλύψω. Ένας κωμικός ”εφιάλτης” είναι όλη η εξέλιξη του έργου. Και ο καθένας από τους ήρωες κουβαλάει τα δικά του μυστικά του, τα ψέματα του, την δίκη του τραγωδία.
Δεν θα ήταν αυτό το έργο που παρακολουθήσαμε αν δεν είχε σκηνοθετηθεί από τον Δημήτρη Καρατζιά (Βοηθός του ο Λάμπρος Τζώρας). Εγώ του έχω πει την άποψη μου. Έχει έντονη την ικανότητα να διαχειρίζεται σκηνοθετικά την κωμωδία, πόσο μάλλον αν αυτή είναι και μαύρη. Ο Καρατζιάς είναι ένας σοβαρός καλλιτέχνης, μελετημένος, αυστηρός με τους συνεργάτες του, μα παράλληλα και τόσο φιλικός. Ένα από τα προσόντα του δε, (εκτός του ότι είναι και εξαιρετικός ηθοποιός… θα ξεχάσω την ερμηνεία του στο ”Άνθρωπος Ελέφαντας”) είναι ότι έχει έμφυτο χιούμορ. Που όμως πρέπει να τον γνωρίζεις καλά για το διακρίνεις. Ναι, είναι αυτό το διακριτικό και αξιοπρεπές χιούμορ. Στην προκειμένη λοιπόν παράσταση έτσι έχει σκηνοθετήσει. Ως εαυτόν! Έχει προβάλει ευρηματικά και τις ρωγμές του έργου και τις μεταβολές του, την εύθραυστη, θεατρικά πάντα, ισορροπία του, ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό, έχει επιβάλει το μέτρο που χρειάζεται για να μην γίνει μια παράσταση ”καρικατούρα”, έχει όμως, επίσης ευρηματικά, προτείνει το γκροτέσκο χαρακτήρα που εκφύεται από το ίδιο το κείμενο.
Επίσης δεν θα ήταν αυτή η καλή παράσταση που είδαμε αν ο σκηνοθέτης δεν είχε διαλέξει με προσοχή τους ηθοποιούς που ερμηνεύουν.
Τον Δημήτρη Φραγκιόγλου τον έμπειρο αυτόν ηθοποιό που δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, γνωστή σε όλους η πορεία του στην υπόκριση, σπαρταριστός ως Αποστόλης Παλιούρας.
Τον Γιάννη Οικονομίδη που τόσο καλά ξέρει και να στέκεται επί της σκηνής και να αρθρώνει σωστά και να χειρίζεται με την γνώση που έχει αποκτήσει στην παντομίμα το σώμα του. Ερμηνεύει τον πρόξενο Αιμίλιο Δοξιάδη.
Η Χριστίνα Σαμπανίκου, απολαυστικότατη ως Ζαμπέτα Παλιούρα με όλες αυτές τις ελληνικούρες” που κατά διαστήματα εκτοξεύει και σου ”βγάζουν το μάτι”.
Η Φανή Παλιούρα (σύμπτωση με το όνομα της οικογένειας στην παράσταση;) σαρωτική στον ρόλο της Μιλένας, της Ρουμάνας υπηρέτριας που μερικές φόρες ομιλεί καλλίτερα τα Ελληνικά, απ’ ότι αυτή η Νεοελληνική οικογένεια, με την ρουμανική προφορά όμως, που η ηθοποιός δούλεψε πολύ και το αποτέλεσμα ήταν ξεκαρδιστικό.
Ο Τάσος Τζιβίσκος ως υιός Αλέξανδρος Δοξιάδης με άνεση και πειστικότητα απέδωσε τον ρόλο, με τα μεταπτοτικά χαρακτηριστικά.
Η νεαρή ηθοποιός Μαρίζα Μανατάκη κράτησε σε ένα ικανό επίπεδο τον χαρακτηριστικό ρόλο της μετονομασθείσης για περισσότερο ”κύρος”, σε Φιόνα, κόρης. Η πέτρα του όλου ”σκανδάλου”.
Εξαιρετική η πρωτότυπη μουσική που επενδύει την παράσταση του Μάνου Αντωνιάδη.
Επιτυχημένη η σχεδίαση των κοστουμιών που σημειώνουν την εποχή του ’80 αλλά και το ”απέραντο κιτς”! των Κωνσταντίνου Θεοδωρακόπουλου / Κικής Μαυρίδου / Μιχάλη Παπαδόπουλου.
Οι φωτισμοί σχεδιάστηκαν από την έμπειρη Χριστίνα Φυλακτοπούλου.
Μια παράσταση που ναι μεν αναφέρεται στο ”ένδοξο” παρελθόν της δεκαετίας του αλήστου μνήμης ΠΑΣΟΚ του ‘ 80, αλλά δεν απέχει στο παραμικρό από το σήμερα. Γιατί σε αυτή την χώρα τίποτα δεν αλλάζει. Αυτό είναι και το κρυμμένο αλλά τόσο κραυγαλέα φανερό της (αν δες να το δεις), μήνυμα.






Συζήτηση σχετικά με post