ΑΑΔΕ: Στο μικροσκόπιο οι «ανεπίδεκτες είσπραξης» οφειλές – Πότε παραγράφονται

Σχόλιο

Του Γιώργου Αλεξάκη

Με απόφασή του ο Διοικητής της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), Γιώργος Πιτσιλής ξεκινά επιχείρηση εκκαθάρισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο με στόχο να διακριβωθεί ποια από όλα αυτά είναι εισπράξιμα και  ποια όχι.

Ουσιαστικά μέσα από την απόφαση του κ. Πιτισιλή καθορίζεται η νέα διαδικασία διάκρισης ληξιπροθέσμων οφειλών προς το Δημόσιο σε εισπράξιμες και ανεπίδεκτες είσπραξης.

Το προφίλ των οφειλών

Υπενθυμίζεται ότι με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία το σύνολο των ληξιπρόθεσμων χρεών φτάνουν τα 109 δις. ευρώ. Βέβαια ποσοστό 22,8%, που αντιστοιχεί σε 24,8 δις ευρώ, αφορά σε οφειλές που χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης. Πρόκειται για οφειλές των οποίων η είσπραξη είναι αντικειμενικά αδύνατη, είτε γιατί δεν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία και ολοκληρώθηκε η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών, ακινήτων και απαιτήσεων του οφειλέτη, είτε γιατί υπήρχε πτώχευση, είτε γιατί επιχειρήσεις με οφειλές πλέον δεν υπάρχουν (Π.χ Πειραϊκή Πατραϊκή, Acropolis ΑΧΕ).  Μένουν έτσι 84,2 δις ευρώ, που όμως κι αυτά δεν είναι εισπράξιμα για σειρά λόγων. Μένει ουσιαστικά ένα ποσό στα 20 δισ ευρώ που εκτιμάται ότι μπορεί να μπει στα Ταμεία του κράτους. Να σημειωθεί πάντως ότι μόλις το 5,1% όλων αυτών των χρεών, δηλαδή κάτι λιγότερο από 5,5 δισ ευρώ, είναι σε κάποια ρύθμιση και άρα είναι σε ρότα είσπραξης.  Επίσης με βάση τα τελευταία στοιχεία της ΑΑΔΕ  «κόκκινες» οφειλές στην εφορία έχουν 3.425.236 φορολογούμενοι με 1.309.325 να βρίσκονται υπό αναγκαστικά μέτρα είσπραξης και επιπλέον 1.827.440 να κινδυνεύουν με κατασχέσεις και πλειστηριασμούς.

Τα κριτήρια

Με βάση πάντως την απόφαση της ΑΑΔΕ τίθενται κριτήρια και προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης (άρθρο 1). Πιο συγκεκριμένα:

  1. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο και οι συμβεβαιωμένες οφειλές προς τρίτους χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά τα ακόλουθα:

α) έχουν ολοκληρωθεί οι έρευνες με βάση τα εκάστοτε πρόσφορα διαθέσιμα ηλεκτρονικά μέσα της Φορολογικής Διοίκησης και από τις έρευνες αυτές δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων, ή διαπιστώθηκε η καθ’ οιονδήποτε τρόπο εκποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων που δεν υπόκεινται σε ακύρωση ή σε διάρρηξη κατά τα άρθρα 939 και επόμενα του Αστικού Κώδικα και ειδικότερα διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών, ακινήτων ή απαιτήσεων κατά των ανωτέρω ευθυνόμενων προσώπων με επίσπευση του Δημοσίου ή τρίτων ή από τον εκκαθαριστή στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης και η παύση των εργασιών της πτώχευσης, εφόσον έχει λάβει χώρα κήρυξη των ευθυνόμενων προσώπων σε πτώχευση, η οποία δεν έχει περατωθεί,

β) έχει υποβληθεί αίτηση ποινικής δίωξης κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει, σε όσες περιπτώσεις συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις ή δεν είναι δυνατή η υποβολή αυτής,

γ) έχει πραγματοποιηθεί έλεγχος από ειδικά οριζόμενο ελεγκτή της αρμόδιας υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης, ο οποίος πιστοποιεί, με βάση ειδικά αιτιολογημένη έκθεση ελέγχου, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των προηγούμενων περιπτώσεων και ότι είναι αντικειμενικά αδύνατη η είσπραξη των οφειλών από τον οφειλέτη και τα συνυπόχρεα πρόσωπα.

Η συνδρομή των προϋποθέσεων ς για τον χαρακτηρισμό οφειλής ως ανεπίδεκτης είσπραξης πιστοποιείται με ειδικά αιτιολογημένη έκθεση ελέγχου. Η έκθεση ελέγχου υποβάλλεται από ειδικά οριζόμενο ελεγκτή, που υπηρετεί στην Υπηρεσία, ο Προϊστάμενος της οποίας εισηγείται για το χαρακτηρισμό της οφειλής ως ανεπίδεκτης είσπραξης.

Για τη διαπίστωση της αντικειμενικής αδυναμίας είσπραξης του οφειλέτη με την έκθεση ελέγχου πιστοποιείται ότι:

α) λήφθηκαν όλα τα προβλεπόμενα ασφαλιστικά, διοικητικά, δικαστικά και αναγκαστικά μέτρα σε βάρος του οφειλέτη,

β) διενεργήθηκε έρευνα για τον εντοπισμό κάθε κινητής ή ακίνητης περιουσίας και λήφθηκε αντίγραφο της μερίδας του οφειλέτη τουλάχιστον από τα υποθηκοφυλακεία και τα κτηματολογικά γραφεία του τόπου κατοικίας, επαγγελματικής δραστηριότητας και του τόπου καταγωγής,

γ) διερευνήθηκε και διαπιστώθηκε ότι δεν υπόκεινται σε διάρρηξη, λόγω καταδολίευσης, μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη,

δ) ολοκληρώθηκε η έρευνα για τον εντοπισμό χρηματικών απαιτήσεων, όπως μισθωμάτων, μισθών, συντάξεων, απαιτήσεων στις τράπεζες και τα λοιπά πιστωτικά ιδρύματα, τη μεταφορά χρημάτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη στο εξωτερικό και την απόληψη τόκων από το εξωτερικό και, στην περίπτωση πληροφοριών για πηγές αποπληρωμής της οφειλής στην αλλοδαπή, ότι υποβλήθηκε τουλάχιστον η αίτηση του άρθρου 298 του ν. 4072/2012 (άρθρο 5 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 16ης Μαρτίου 2010) ή και άλλη συναφής αίτηση, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα σε σύμβαση για την αποφυγή διπλής φορολογίας ή σε άλλη διακρατική σύμβαση, εφόσον στην Οδηγία ή στις συμβάσεις αυτές προβλέπεται η παροχή, από αλλοδαπή αρχή, αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής στην είσπραξη,

ε) διερευνήθηκε κάθε στοιχείο που περιλαμβάνεται στα εκάστοτε πρόσφορα διαθέσιμα ηλεκτρονικά μέσα στη Φορολογική Διοίκηση και στο φυσικό φάκελο του οφειλέτη, όπως φορολογικές δηλώσεις, δηλώσεις μητρώου, ισολογισμοί και λοιπές χρηματοοικονομικές καταστάσεις, έντυπα πληροφοριών για περιουσιακά στοιχεία. Ειδικά για τις οφειλές στα Τελωνεία ο οριζόμενος ελεγκτής θα απευθύνεται στην αρμόδια φορολογική υπηρεσία για τη λήψη των ανωτέρω απαιτούμενων στοιχείων,

στ) σε περίπτωση πτώχευσης του οφειλέτη, έχει κηρυχθεί η παύση των εργασιών της πτώχευσης ή έχει επέλθει περάτωση αυτής, τα οποία διαπιστώνονται με κάθε πρόσφορο μέσο, όπως κοινοποίηση δικαστικής απόφασης και έλεγχος τελεσιδικίας αυτής, όταν απαιτείται από το νόμο, λήψη πιστοποιητικού από το αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο σχετικά με την πορεία της πτώχευσης ή έρευνα στη μερίδα του οφειλέτη που τηρείται στο ανωτέρω δικαστήριο,

ζ) όλες οι έρευνες, ενέργειες και μέτρα που προβλέπονται στις περ. (α) έως (στ) του παρόντος άρθρου έχουν ολοκληρωθεί ή ληφθεί και κατά των συνυπόχρεων προσώπων και δεν προέκυψε τόσο για αυτούς, όσο και για τον οφειλέτη, δυνατότητα αποπληρωμής του χρέους.

Η διαδικασία

Με βάση την απόφαση προβλέπονται τα εξής ως προς τη διαδικασία διάκρισης ληξιπροθέσμων οφειλών σε επιδεκτικές ή ανεπίδεκτες είσπραξης (άρθρο 3)

  1. Ο χαρακτηρισμός των ληξιπροθέσμων οφειλών προς το Δημόσιο ως ανεπίδεκτων είσπραξης γίνεται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου, κατόπιν σχετικής εισήγησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 8, με βάση την έκθεση ελέγχου του άρθρου 2. Εφόσον πρόκειται για συνολική βασική οφειλή άνω του ενός και ημίσεος εκατομμυρίου (1.500.000) ευρώ, η ανωτέρω απόφαση κοινοποιείται άμεσα στην Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου που είναι αρμόδια για τον έλεγχο των δημοσίων εσόδων.
  2. Η εισήγηση που υποβάλλεται στο αποφασίζον όργανο σύμφωνα με το άρθρο 8, πρέπει να περιλαμβάνει πλήρη καταγραφή των στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη από τον εισηγητή για τη διατύπωση της εισήγησής του.

Συνέπειες και χρόνος παραγραφής

Με βάση την απόφαση από την ημερομηνία καταχώρισης της οφειλής στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης και για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο έγινε η καταχώριση, επέρχονται οι ακόλουθες έννομες συνέπειες:

α) αναστέλλεται αυτοδίκαια η παραγραφή της οφειλής,

β) δεν χορηγείται στον οφειλέτη και σε όλα τα συνυπόχρεα πρόσωπα, αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας για οποιαδήποτε αιτία. Εφόσον πρόκειται για είσπραξη χρημάτων που θα διατεθούν για την ικανοποίηση του Δημοσίου ή για εκποίηση περιουσιακών στοιχείων, το προϊόν των οποίων θα διατεθεί για τον ίδιο σκοπό, χορηγείται βεβαίωση οφειλής,

γ) δεν χορηγείται στον οφειλέτη και σε όλα τα συνυπόχρεα πρόσωπα, άλλο, προβλεπόμενο από το νόμο πιστοποιητικό για μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, εκτός αν πρόκειται για εκποίηση περιουσιακών στοιχείων, το προϊόν των οποίων θα διατεθεί για τον ίδιο σκοπό. Τα αρμόδια για τη χορήγηση των ανωτέρω πιστοποιητικών όργανα πρέπει να εξετάζουν αν η οφειλή έχει καταχωρισθεί στο ειδικό βιβλίο ανεπίδεκτων είσπραξης,

 

δ) δεσμεύονται στο σύνολό τους οι τραπεζικοί και επενδυτικοί λογαριασμοί και το περιεχόμενο των θυρίδων σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα των παραπάνω προσώπων κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διαδικασίας των παρ. 5 και 6 του άρθρου 46 του ν. 4174/2013.

Παράλληλα, το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα λήψης όλων των προβλεπόμενων από τις κείμενες διατάξεις αναγκαστικών ή μη μέτρων και διενέργειας συμψηφισμού σε περίπτωση διαπίστωσης ύπαρξης περιουσιακών στοιχείων και μετά την καταχώριση της οφειλής στο ειδικό βιβλίο ανεπίδεκτων είσπραξης.

 

 

 

 

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post