Αναφορά στη παράσταση «ΚΟΚΚΙΝΟ» του John Logan

Σχόλιο

Που έχει ανέβει στο ιστορικό Θέατρο «ΚΩΣΤΑ ΜΟΥΣΟΥΡΗ» της Πλατείας Καρύτση 7 στο κέντρο της Αθήνας.

Κριτική: Γιάννης Γαβρίλης

Πριν από λίγες ημέρες παρακολούθησα την ανωτέρω αναφερόμενη παράσταση και μετά το παρατεταμένο από τους θεατές χειροκρότημα, σηκώθηκα από την θέση μου για να φύγω, έμπλεος ικανοποίησης, γεμάτος με ευφρόσυνη διάθεση, ευχαριστημένος γιατί επί 100 λεπτά δεν καθόμουν απλώς στη θέση μου παρακολουθώντας μια (οποιαδήποτε) παράσταση. Παρακολουθούσα λες, την πραγματικότητα των ανθρωπίνων σχέσεων, σε μια άλλη διάσταση και όχι σε μια σκηνή θεάτρου.

Παρασύρθηκα σε μια έντονη πνευματική κινητικότητα. Με έντονα, επίσης, εναλλασσόμενα συναισθήματα και απορροφημένος από τα τεκτενόμενα επί σκηνής… ένοιωσα ότι ταξίδεψα, χρονικά και βρέθηκα στην δεκαετία του ’50 όπου ο σημαντικός Λετονό – Αμερικανό – εβραίος ζωγράφος Μαρκ Ρόθκο (Μάρκους Γιάνκελεβιτς-Μπέντετοβιτς Ροτκόβιτς –  Ανήκε στο ρεύμα του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, αν και ο ίδιος πάντοτε αρνιόταν οποιαδήποτε σχετική κατάταξη, πρωτοπόρος του κινήματος Color Field), άλλαζε την πορεία του στον χώρο της ζωγραφικής.

Βρέθηκα (ίσως και ξαφνιασμένος) στον διαδικό θεατρικό κόσμο που πρότεινε με αυτό το θεατρικό του έργο, το ‘’ΚΟΚΚΙΝΟ’’,  ο Τζόν Λόγκαν. Δυο ηθοποιοί να ερμηνεύουν, επηρεασμένοι υποκριτικά, από την άποψη, τις σκέψεις, τις θέσεις του Ρόθκο περί της ζωής, αλλά κυρίως της ζωγραφικής. ‘’Δυο χρώματα, δυο μάζες που συγκρούονται και αλληλοδιεισδύουν πάνω στον ίδιο καμβά’’. ‘’Στη ζωγραφική μου (έλεγε) επιχειρώ να αναδείξω την μοναδικότητα του ωμού συναισθήματος’’. Υποθέτω ότι ο συγγραφέας του έργου μελέτησε πολύ τον Ρόθκο, διάβασε λεπτομερώς για αυτόν, εντρύφησε στα λεγόμενα του  και προσπάθησε στο 100 λεπτών έργο του, όχι τόσο να μεταφέρει τον ίδιο, αλλά την φιλοσοφία του, τον τρόπο που έβλεπε τον κόσμο γύρω του, την άνευρη καθημερινότητα που απέρριπτε έντονα, την ποιότητα και την αισθητική του κοινού και την κυρίαρχη σημασία της συναισθηματικής (απέναντι στα έργα του) ανθρώπινης αντίδρασης. Πίστευε πως ‘’… ο θεατής που πλησιάζει τον ζωγραφισμένο καμβά, πρέπει να απαλλαγεί από την επιθυμία να ερμηνεύσει ή να κατανοήσει τον πίνακα και να αφεθεί να συγκινηθεί από το συναίσθημα που είναι χαραγμένο στη σύνθεση’’.

Θα μπορούσε και μια θεατρική παράσταση να προκαλέσει, να εκμαιεύσει τέτοιου είδους συναισθήματα ; Θα μπορούσε να ‘’ συγκινήσει μέσω της συναισθηματικής πρόκλησης και να απευθυνθεί στο θυμικό του/της θεατή;

Ασφαλώς όχι στον βαθμό και στην αίσθηση που προκαλείται με την θέαση ενός ζωγραφικού πίνακα. Εξάλλου το Θέατρο είναι άλλου είδους τέχνη, άλλου είδους συναισθηματική φόρτιση προκαλεί, που ίσως και να μην προκαλεί καν. Αυτό εναπόκειται και στην ιδιοσυγκρασία του / της θεατή.

Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν παραστάσεις που έχουν πετύχει τον αντικειμενικό σκοπό τους, έχουν ‘’προκαλέσει’’ (θετικά ή αρνητικά, δεν έχει σημασία, σημασία έχει ότι προκαλούν) και αναφέρονται ως επιτυχημένες και εμπορικά και καλλιτεχνικά.

Τώρα θα αναρωτηθείτε, όσοι/όσες έχετε την υπομονή να διαβάσετε  τα γραφόμενα μου. Γιατί ακόμη δεν έχω φτάσει στο ζητούμενο της παράστασης που έχει ανέβει στο Θέατρο Μουσούρη και ακόμη το άρθρο αυτό βρίσκεται στον (εν είδει) πρόλογο.

Απαντώ. Γιατί έτσι, προοικονομούνται τα επερχόμενα.

Γιατί κατά την προσωπική μου γνώμη (και αυτή γράφεται και δημοσιεύεται εν συνεχεία) η παράσταση στο ‘’Μουσούρη’’ θα την κατατάξω στις αξιολογότερες της χειμερινής αυτής θεατρικής περιόδου. Έχει μια εύληπτη και εύκολα κατανοητή μετάφραση. Το έργο έχει διασκευαστεί και αυτό του προσφέρει την άνεση μιας ρέουσας παράστασης, που προβάλλει και μια ελεγχόμενη κωμικότητα, το απαλλάσσει από τα βαρίδια της  ανέλεγκτης σοβαρότητας. Έχει σκηνοθετηθεί με προσοχή, επιμέλεια, χωρίς να υπάρχουν αναίτιες σκηνικές υπερβολές. Εδώ, είναι φανερό, ότι το κύριο μέλημα της σκηνοθετικής γραμμής, ήταν η υποκριτική απλότητα, πως δυο άνθρωποί συζητούν και αντιπαρατίθενται, προβάλλοντας ο καθένας τις απόψεις του. Και ένα ακόμη σημαντικό. Τίποτα το επιτηδευμένο δεν μας ενόχλησε, θα έλεγα μάλιστα πως ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο της δράσης, είναι ακριβώς η αντίδραση. Οι άνθρωποι έχουμε την τάση  να προβάλλουμε επιθετικότητα για να επιβάλλουμε τις απόψεις μας. Και σε αυτή τη παράσταση συμβαίνει το ίδιο (ειδικά στις σκηνές ‘’αγώνων λόγου’’, ο Ρόκθο εξάλλου ήταν ως χαρακτήρας επιθετικός, εριστικός) αλλά ο… Γιώργος Κιμούλης τον υποδύεται πειστικότατα, χωρίς ουδεμία οίηση, με εκφραστικές προσλαμβάνουσες και θεατρικά εσθλός. Και να , αυτό που έχει κατακτήσει μέσω της πολύχρονης εμπειρίας του. Στις σιωπές του να είναι τόσο εκφραστικός, τόσο άμεσος, τόσο υπαρκτός που ξεπερνάει την υποκριτική του όταν έχει λόγια. Σημαντικό στοιχείο που καθορίζει έναν σωστό ηθοποιό. Όλα αυτά δε,  καθώς αυτοσκηνοθετείται (με βοηθό την Μαίρη Ανδρέου) και τοποθετεί την επί σκηνής ερμηνεία του σε πολύ ισορροπημένα πλαίσια. Αν και ο θεατρικός χαρακτήρας Ρόθκο, είναι εκρηκτικός, εδώ γίνεται πλέον ορθολογικός, επιστάμενά απόμακρος από τον βοηθό που έχει προσλάβει… που αυτός ο βοηθός όμως, θα ‘’ταράξει τα νερά’’ της βαλτωμένης λίμνης – χαρακτήρα του εργοδότη του και με την δική του τοποθέτηση και φιλοσοφία ζωής, θα αμφισβητήσει το αλάθητο του Ρόθκο που επιμένει σε αυτό, ως θέσφατο.  Επί σκηνής, να που ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος, δημιουργεί τον Κέννεθ. Ανάγλυφα τον προβάλει. Με άρσεις και πτώσεις, άκρως  ελεγχόμενες ερμηνευτικά. Πάλι κατά τη γνώμη μου, θεωρώ ότι είναι από τις καλύτερες, προσεκτικές, εκφραστικές ερμηνείες του. Ο κ. Γκοτσόπουλος με ταπεινότητα μαθητού, ‘’άκουσε’’ τον σκηνοθέτη του κ. Κιμούλη και την  διασκευή του και ‘’κατάλαβε’’, καθώς ενδύθηκε, τον χαρακτήρα του Κένεθ.

Ιδιαιτέρως πειστικό, ένα αληθινό ατελιέ ζωγραφικής, το σκηνικό του έμπειρου και ευρηματικού, Μανώλη Παντελιδάκη, που έτσι, εξαιρετικά σχεδιασμένο και κατασκευασμένο με την είσοδο σου στο θέατρο, σε προδιαθέτει ως προς το τι θα δεις,  καθώς η σκηνή δεν ‘’κρύβεται’’ από την χαρακτηριστική αυλαία (συνεργάτης Ελίνα Δράκου – βοηθός Ναταλία Ζήρα – ζωγραφική σκηνικού Ράνια Φουκαράκη – κατασκευή σκηνικού Olger Sadik) που έγινε ατμοσφαιρικότερο από τους φωτισμούς της βραβευμένης Στέλλας Κάλτσου. Η κ. Κάλτσου με την ευαίσθητη θηλυκή υπόσταση της (σε αντίθεση με τους άντρες συναδέλφους της) προβάλλει σε κάθε της δουλειά αυτό. Να δίδει το πρέπον ‘’φως’’ σε παραστάσεις. Διαφορετικού σχεδιασμού κάθε φορά.  Όχι απλώς να ‘’φωτίζει’’.

Πειστικώς  ατημέλητα και γεμάτα χρώματα ζωγραφικής, τα κοστούμια της Σοφίας Νικολαΐδου.

Μια παραγωγή του Κάρολου Παυλάκη που αναδεικνύει την υπεροχή του θεατρικού κειμένου του Τζον Λόγκαν, (ο οποίος, παρεμπιπτόντως αρέσκεται να δημιουργεί τα έργα του με αφορμή γνωστές προσωπικότητες), εκφράστηκε η ουσία του έργου που μέσα από τους δυο χαρακτήρες, ο συγγραφέας του, θέλησε να καταδείξει την σκοτεινή πλευρά των ανθρώπων, την διαφορετικότητα, την ενσυναίσθηση, την αντιπαλότητα, όλα απλά και ανθρώπινα δοσμένα, επί της θεατρικής σκηνής. Με υπόκρουση τις λόγιες συνθέσεις του Μozart, που σε αυτές αρέσκετο ο Ρόθκο.

Τελικά, το ‘’ΚΟΚΚΙΝΟ’’, είναι η ιστορία της ενηλικίωσης και των δυο ανδρών. 

Και γιατί ‘’ΚΟΚΚΙΝΟ’’. Γιατί για τον Ρόθκο, δεν ήταν χρώμα. Μπορεί να (και) ήταν, σώμα, αίμα, φως, ζωή.

.

 

 

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post