Αντιφάσεις για τον «κουμπαρά» στήριξης και αβεβαιότητες στον τουρισμό

Σχόλιο

“Νάρκη” στα έσοδα η απουσία Ρώσων – Βρετανών

Του Γιώργου Αλεξάκη

Μεταλλάξεις, εμβολιαστική κόπωση  αλλά και γεωπολιτικές κόντρες στο πεδίο του τουρισμού μεταξύ ηγετών κρατών, που αποτελούν βασικούς τροφοδότες της Ελληνικής αγοράς εντείνουν τις αβεβαιότητες στο μέτωπο της «βαριάς βιομηχανίας» της χώρας και επηρεάζουν σημαντικά την προσπάθεια επανάκαμψης.

Παράλληλα μια σειρά από αντιφάσεις στα μηνύματα που εκπέμπουν κυβερνητικά στελέχη δημιουργούν απόνερα συγχύσεων που επιτείνουν το κλίμα ανασφάλειας.  Έτσι χτες επίσημο τρόπο όταν ο υπουργός Ανάπτυξης Άδωνις Γεωργιάδης με αιχμή τα νέα μέτρα στην εστίαση και τους εμβολιασμούς παραδέχτηκε ότι ένα νέο κύμα της πανδημίας το φθινόπωρο, θα επιφέρει τελειωτικό κτύπημα. «Δεν υπάρχουν άλλα λεφτά. Το καταλαβαίνετε αυτό ότι αν έρθει η πανδημία τον χειμώνα, τελειώσαμε οικονομικά;», είπε στο OPEN και την εκπομπή «Ώρα Ελλάδος» ο κ. Γεωργιάδης.

Ωστόσο οι δηλώσεις αυτές είναι σε άλλο μήκος κύματος από όσα είχε αναφέρει ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας πριν λίγες μέρες στην ΕΡΤ. Ερωτηθείς σχετικά με το ενδεχόμενο τέταρτου κύματος το φθινόπωρο και την οικονομική ετοιμότητα της κυβέρνησης, ο υπουργός μεταξύ άλλων επισήμανε: «Ανά πάσα στιγμή είμαστε έτοιμοι και για το πιο ακραίο σενάριο. Έχουμε ενισχύσει στα δύο χρόνια διακυβέρνησης το ταμείο της χώρας με 41 δισ. ευρώ».

«Υπάρχει δημοσιονομική ευελιξία το 2021 και αυτή έχει επεκταθεί και το 2022. Θα επανερχόμαστε το 2022 και το 2023 σε δημοσιονομική ισορροπία. Έχουμε νομοθετήσει μια σειρά από μόνιμες φορολογικές παρεμβάσεις», επισήμανε.«Φέτος, εκτιμάται ότι θα έχουμε πρωτογενές έλλειμμα περίπου 7%. Το 2023 θα έχουμε σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα της τάξεως του 2%», τόνισε.

Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση βλέπει ότι το νέο κύμα μεταλλάξεων, για το οποίο οι επιστήμονες έχουν προειδοποιήσει, πλήττει το σχέδιο επανεκκίνησης και ειδικά κλάδων όπως η εστίαση και ο τουρισμός. Άλλωστε το σχέδιο αυτό πατάει σε ένα μεγάλο βαθμό και στην «καλλιέργεια κλίματος υπέρβασης του σκοπέλου της πανδημίας» που μέχρι πρότινος καλλιεργούσε τόσο ο Πρωθυπουργός όσο κι άλλα στελέχη ώστε να στείλουν μηνύματα δτο εξωτερικό και σε χώρες προέλευσης.

Τώρα βέβαια τα μηνύματα αυτά λόγω και των όσων συνέβησαν στη Σύνοδο Κορυφής έχουν «θολώσει» και βέβαια οι αισιόδοξες αρχικές εκτιμήσεις για τον τουρισμό αρχίζουν να μπαίνουν στη βάσανο της αναθεώρησης.

Οι αρχικοί στόχοι και το ΑΕΠ

«Πέρυσι ήμασταν στο 25% του 2019, φέτος ελπίζουμε ότι θα ξεπεράσει το 50%» είχε σημείωσε στα μέσα Μάη ο Πρωθυπουργός για τον τουρισμό δίνοντας όπως και πέρυσι προβλέψεις άκρως αισιόδοξες.. «Δεν πρόκειται να κάνουμε οποιονδήποτε συμβιβασμό σε ό,τι αφορά την ασφάλεια καθώς θα καλωσορίζουμε ανθρώπους στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Ωστόσο, το καλοκαίρι του 2021 είναι πολύ διαφορετικό από το καλοκαίρι του 2020», είχε επισημάνει ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μιλώντας σε διαδικτυακή συζήτηση που διοργάνωσαν το γερμανικό φόρουμ Hessischer Kreis και η Boston Consulting Group με θέμα «Το αναπτυξιακό παράδειγμα της Ελλάδας: τολμηρές μεταρρυθμίσεις, έξυπνες και βιώσιμες επενδύσεις στο μέλλον» προέβλεψε ότι φέτος θα φτάσει η χώρα στο 50% των εισπράξεων του 2019.

Βέβαια το βασικό σενάριο του κλάδου σε αντίθεση με τις αισιόδοξες προβλέψεις του Πρωθυπουργού παραπέμπει σε ανάκτηση των ταξιδιωτικών εισπράξεων για το 2021 που θα φτάσει στο 40%-45% του 2019. Υπενθυμίζεται ότι στην αρχή της χρονιάς οι εκτιμήσεις παρέπεμπαν σε ανάκτηση εσόδων της τάξης του 55%-60% σε σχέση με το 2019, όμως με το πρώτο 6μηνο να είναι σε «χαμηλή πτήση»  οι στόχοι αναθεωρήθηκαν προς τα κάτω.

Τον πήχη για τον τουρισμό έχει βάλει χαμηλά και το οικονομικό επιτελείο που ξέρει ότι ο κλάδος είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος σε συνθήκες κρίσεων. Έτσι οι αρχικές προβλέψεις παραπέμπουν σε έσοδα που φτάνουν στο 40-45% του 2019 ενώ εσχάτως με τα νέα δεδομένα από βασικές αγορές αλλά και την απώλεια ενός εξαμήνου έχουν αρχίσει οι σκέψεις για περαιτέρω κατέβασμα του «πήχη». Υπενθυμίζεται ότι με βάση τους υπολογισμούς του οικονομικού επιτελείου εάν έχει μια άνοδο ή πτώση δέκα μονάδων ο κλάδος, τότε συμβάλλει ή ανάλογα ή «κόβει» μία μονάδα του ΑΕΠ. Πάντως ο τουρισμός το 2019 με τα 30 εκατ. των αφίξεων και τα 18 δισ. εσόδων αντιστοίχισε στο 10% του ΑΕΠ.

Σημαντική παράμετρος η απουσία Ρώσων – Βρετανών

Πάντως με βάση πληροφορίες από στελέχη της αγοράς η έλλειψη αυτήν την περίοδο από την αγορά και τις κρατήσεις της Βρετανικής και Ρωσικής αγοράς είναι ένας πολύ σημαντικός παράγων που κύρια έχει αποτύπωση στο μέτωπο των εσόδων. Πιο συγκεκριμένα σε περιόδους κανονικότητας αυτήν την περίοδο οι δυο αυτές αγορές που χαρακτηρίζονται από έντονη εποχικότητα έδιναν κίνηση με κρατήσεις και άρα «έσπρωχνα» τις τιμές προς τα πάνω.  Υπενθυμίζεται ότι αυτοί οι μήνες είναι βασικοί για διακοπές των Βρετανών ενώ οι Ρώσοι που αρέσκονται στις last minute κρατήσεις συνήθως τέτοιες μέρες αναζητούσαν «διέξοδο» μεσογειακά resort. Τώρα λόγω γεωπολιτικής και ισορροπιών λείπουν αφήνοντας την αγορά σε κρατήσεις μόνο από την ΕΕ και ειδικά τη Γερμανία, που βέβαια δουλεύει πάγια με πιέσεις για μεγάλες εκπτώσεις της τάξης του 30%.

Καμπανάκι από τον ΟΗΕ

Τους εντεινόμενους φετινούς κινδύνους καταθέτει και η έκθεση της Διάσκεψης του ΟΗΕ για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD) που μόλις δημοσιεύθηκε από το ΑΠΕ – ΜΠΕ. Για το έτος 2021 η έκθεση αναφέρει τρία σενάρια, περισσότερο ή λιγότερο απαισιόδοξα, με το πιο αισιόδοξο να κάνει λόγο για μείωση της άφιξης τουριστών κατά 63% κατά μέσο όρο.

Σύμφωνα με τον UNWTO, οι ειδικοί του τομέα αναμένουν ότι η τουριστική κίνηση δεν θα επιστρέψει στα κανονικά της επίπεδα πριν το 2023, «ή και ακόμη αργότερα», με βασικά εμπόδια να θεωρούνται οι περιορισμοί στα ταξίδια, η βραδεία υποχώρηση του κορονοϊού, η μικρή εμπιστοσύνη των ταξιδιωτών και το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον.

«Σε παγκόσμιο επίπεδο, το πλήγμα που κατέφερε στον παγκόσμιο τουρισμό η Covid-19 προκάλεσε απώλεια του ΑΕΠ μεγαλύτερη των 4 τρισ. δολαρίων μόνο για τα έτη 2020 και 2021», αναφέρεται στην έκθεση που σημειώνει ότι Σήμερα ο παγκόσμιος τουρισμός μοιάζει με αυτόν πριν 30 χρόνια. Έτσι ήμασταν τη δεκαετία του 1980 σε ό,τι αφορά τη ροή», σχολιάζει η Ζορίτσα Ουρόσεβιτς του UNWTO.

Οι θέσεις εργασίας απειλούνται: «οι ανειδίκευτοι εργάτες που έμειναν άνεργοι λόγω της μείωσης των αφίξεων τουριστών πιθανόν δεν θα βρουν αλλού δουλειά», προειδοποιεί η έκθεση. Μάλιστα, ο  UNWTO υπολογίζει σε 100 με 200 εκατομμύρια τις άμεσες θέσεις εργασίας που απειλούνται.

Η ΤτΕ και οι εκτιμήσεις της

Τους παράγοντες κινδύνου, πάντως,  καταγράφει και η Τράπεζα της Ελλάδος. Στη έκθεση της για τη νομισματική πολιτική  που κατέθεσε πριν λίγες μέρες σε σχέση με την ανάκαμψη της οικονομίας αναφέρει: «οι προβλέψεις υπόκεινται σε κινδύνους, οι οποίοι σχετίζονται με την εξέλιξη της πανδημίας σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Παρά το γεγονός ότι το εμβολιαστικό πρόγραμμα εξελίσσεται ομαλά, η εξάπλωση των μεταλλάξεων του κορονοϊού αποτελεί πηγή αβεβαιότητας και τυχόν επιδείνωση της πανδημίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε υποτονική τουριστική περίοδο και να καθυστερήσει την επιστροφή στην κανονικότητα».

«Η κρίση που επέφερε στον τουρισμό η πανδημία δεν επιτρέπει προβλέψεις για ανάκαμψη της ταξιδιωτικής κίνησης και δαπάνης στο επίπεδο του 2019 σε διάστημα μικρότερο των δύο έως τριών ετών. Αυτός είναι ο χρόνος που αναμένεται να χρειαστεί το ταξίδι αναψυχής, ώστε να επιστρέψει στα αυξημένα επίπεδα ζήτησης τόσο για την Ελλάδα όσο και διεθνώς» σημειώνει και προσθέτει ότι όσον αφορά τις εισπράξεις από τις ταξιδιωτικές υπηρεσίες, επισημαίνει ότι «υπάρχει συγκρατημένη αισιοδοξία, καθώς η ανάκαμψη των δραστηριοτήτων του τουρισμού συναρτάται στενά με την επιτυχή αντιμετώπιση της πανδημίας και ειδικότερα με την πορεία του εμβολιασμού. Οι εισπράξεις από τον εισερχόμενο τουρισμό εκτιμάται ότι θα αυξηθούν περίπου κατά 65% σε σχέση με το 2020, αλλά και πάλι θα παραμείνουν σε σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με το 2019».

Υπενθυμίζεται ότι οι ταξιδιωτικές εισπράξεις κατά το 2020 διαμορφώθηκαν στα 4.319 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας μείωση κατά 76,2% σε σύγκριση με το 2019 (18,17 δισ. ευρώ). Συνεπώς η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι τα έσοδα θα φτάσουν στα 7,12 δισ. ευρώ ή περίπου στο 39% του 2019

 

 

 

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post