Για την παράσταση ”Η Θάλασσα και ο Γέρος”

Σχόλιο

Γράφει ο Γιάννης Γαβρίλης

«Με σκοτώνεις, καλό μου ψάρι», συλλογιζόταν ο γέρος. «Μα έχεις κι εσύ δικαίωμα να το κάνεις. Ποτέ μου δεν ξανάδα πιο μεγαλόπρεπο, πιο όμορφο, πιο ήρεμο και πιο ευγενικό πλάσμα από σένα, αδέλφι. Έλα, λοιπόν, και σκότωσέ με. Δε με νοιάζει ποιος απ’ τους δυο θα σκοτώσει τον άλλο»

”Ο Γέρος και η Θάλασσα” είναι νουβέλα που γράφτηκε από τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ το 1951 στις Μπαχάμες και δημοσιεύθηκε το 1952. Το 1953 ο Χέμινγουεϊ έλαβε για αυτό το Βραβείο Πούλιτζερ και η έκδοσή του συνετέλεσε στην απονομή του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1954. Το διήγημα αναφέρεται σε έναν γέρο ψαρά που μόνος και αβοήθητος παλεύει απελπισμένα στον ωκεανό, στα ανοιχτά της Κούβας, με έναν τεράστιο ξιφία.

Το διήγημα έγινε ταινία το 1958 σε σκηνοθεσία του Τζον Στάρτζες και σενάριο του Πίτερ Βιέρτελ, με πρωταγωνιστή  τον Σπένσερ Τρέισι και το 1990 σε σκηνοθεσία Τζούντ Τέιλορ με τον Άντονι Κουΐν στον ρόλο του Γέρου.

Στην Ελλάδα η θεατρική μεταφορά του διηγήματος δεν ευτύχισε ιδιαίτερα. Έγινε παιδική παράσταση από την ομάδα” Νεφέλες” το 2019 (Διασκευή Μαρία Αλβανού- σκηνοθεσία Παντελής Καραγιάννης) και το 2016 από την νεοσύστατη τότε ομάδα ”Σαλαο” και σε διασκευή και σκηνοθεσία Σοφίας Αντωνίου, επιχειρεί την θεατρική του απόδοση στο Θέατρο ”Faust”.

Ανυπομονούσαμε να παρακολουθήσουμε την θεατρική προσέγγιση του κλασσικού αυτού διηγήματος από την Μαρλέν Καμίνσκι που διασκεύασε ( με βοηθό την Νατάσα Πετροπούλου) και σκηνοθέτησε μια παράσταση αξιοπρεπή.

Την είδαμε στην πρεμιέρα της στο Βεάκειο (ακολουθεί περιοδεία σε επιλεγμένους θεατρικούς χώρους) και αν και ήταν η πρώτη παράσταση, μπορώ να πω ότι παρόλο το άγχος της πρώτης, κάποια μικρά λάθη, και το φανερό τρακ των ηθοποιών, ήταν μια, επαναλαμβάνω, αξιοπρεπής παράσταση.

Δεν έχω την άποψη και ποτέ δεν την είχα, ότι μια διασκευή μπορεί  να επισκιάσει το πρωτότυπο. Δεν νομίζω ότι η κ. Καμίνσκι είχε τέτοια πρόθεση με την ιδέα της να μεταφέρει στη σκηνή, ένα τέτοιο κορυφαίο, με ψυχολογικές προεκτάσεις, και με οικολογικές αναφορές , που επί της ουσίας του, επικεντρώνεται και προβάλει, την εξωτερική, αλλά κυρίως την εσωτερική δύναμη που μπορεί να αναπτύξει ο Άνθρωπος, και να υπερνικήσει το Αδύνατον. Ο Χέμινγουεϊ από το 1952 παρακαλώ, αναφέρεται εμμέσως πλην σαφώς στην αδιαφορία και την ανοίκεια εκμετάλλευση του ανθρώπου, της Φύσης, στο σύνολο της.

Η παράσταση της Κ. Καμίνσκι εξελίσσεται διατηρώντας το σημαντικό κείμενο του Έρνεστ Χέμινγουεϊ στο ακέραιο (μονό μια στιγμή  γίνεται αναφορά στην σημερινή κατάχρηση , υπεραλιεία και την καταστροφική παρέμβαση, του Ανθρώπου στις θάλασσες και τους ωκεανούς). Επίσης η κ. Καμίνσκι έκανε μια αντιστροφή του τίτλου βάζοντας μπροστά τη λέξη  Θάλασσα ως ένα δραματουργικό twist” (έτσι το ονομάζει η ίδια)το οποίο βασίζεται στη δική της ανάγνωση πάνω στην νουβέλα.

Μέσα από τις όποιες δυσκολίες προκύπτουν για να πάρει θεατρική μορφή, αυτό το διήγημα, δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε την καλοπροαίρετη προσπάθεια των δημιουργών-συντελεστών της παράστασης. Ένα κυρίαρχο στοιχείο της είναι ο Σχεδιασμός 3d Animation / Video mapping του Γιάννη Ντουσιόπουλου που επί μιας επικλινούς πλατφόρμας (σκηνικό) που πάνω σε αυτή κινούνται και οι ηθοποιοί, απεικονίζετε όλο το περιβάλλον της θάλασσας, η ζωή μέσα της, τα έμβια όντα της, ο παφλασμός της, τα κύματα της, η κατάληξη τους στην αμμουδιά. Ευρηματικό στοιχείο και εξαιρετικά αληθοφανές.

Ενδιαφέρουσα επίσης η μορφοποίηση της Θάλασσας στην συμμετοχή της χορεύτριας και ηθοποιού Φαίδρας Σούτου αν και μερικές φόρες αυτή η συμμετοχή ήταν σε υπερβολικό βαθμό υπάρχουσα, ώστε να αποσπά τον θεατή από την ατμόσφαιρα και την ονειρική δομή της παράστασης και να τον παραπέμπει ξαφνικά σε μια χορευτική παράσταση.

Το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του Τάσου Νούσια το γνωρίζουμε. Και εδώ έδωσε έναν ”Σαντιάγο” με την θεατρική του πείρα, όπως τον περιγράφει ο Χέμινγουεϊ και με όλα τα εσωτερικά (κυρίως) όσο και εξωτερικά αποθέματα του γέρου ψαρά, να αποκαλύπτονται γλαφυρά επί σκηνής, όπως και ο αγώνας του για να κερδίσει, (να πάψει να είναι salao – ο πιο άτυχος του κόσμου),   την αγάπη του για την Θάλασσα, τον θαυμασμό του για αυτήν, την πνευματική σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ αυτού και του τεράστιου Μπλε Μαρλίν που καταφέρνει να πιάσει. Που με αυτό δεν τον συνδέει μια πετονιά και ένα αγκίστρι, αλλά μια ολόκληρη κοσμοθεωρία.

Επαρκής και ο νέος ηθοποιός Βασίλης Μηλιώνης στο ρόλο του μικρού συντρόφου του Γέρου, Μανολίνο.

Η ”Φωνή της Θάλασσας” ηχογραφημένη,  είναι  της Evelyn Assouad.

Ενδιαφέρουσα και ατμοσφαιρική η Μουσική Επιμέλεια του Σταύρου Τσουμάνη.

Η πλοκή

Ο Σαντιάγκο, ένας ηλικιωμένος ψαράς, για 84 ημέρες έχει αποτύχει να πιάσει έστω κι ένα ψάρι. Τις πρώτες σαράντα μέρες είχε μαζί του ένα παιδί, τον Μανολίνο, τον οποίο ο πατέρας του έχει απαγορεύσει να συνοδεύει τον Γέρο στη θάλασσα. Ο Γέρος παρόλα αυτά δεν το βάζει κάτω και ξαναβγαίνει βγαίνει μόνος του με τη βάρκα για ψάρεμα. Την επόμενη, 85η ημέρα, κατορθώνει να πιάσει ένα ψάρι τεραστίων διαστάσεων, έναν ξιφία, το οποίο όμως δυσκολεύεται να το τραβήξει στην ξηρά, καθώς η μακροχρόνια παραμονή του στη θάλασσα τον έχει κουράσει.

Ο Γέρος αγωνίζεται δυο ολόκληρα μερόνυχτα να κρατήσει το ψάρι με την πετονιά του και στο τέλος πετυχαίνει να το νικήσει. Ωστόσο καταπονημένος όπως είναι, αδυνατεί να το ανεβάσει στη βάρκα, λόγω και του τεράστιου βάρους του ψαριού. Έτσι, αποφασίζει να το δέσει στο πλάι της βάρκας και ξεκινά το δρόμο της επιστροφής, κάνοντας όνειρα για μια θριαμβευτική επιστροφή στο χωριό του. Ωστόσο, η τύχη δεν είναι με το μέρος του Γέρου. Η θάλασσα θα παίξει μαζί του ένα τελευταίο, άσχημο παιχνίδι, καθώς θα κάνουν την εμφάνιση τους οι καρχαρίες, που κατά τη διάρκεια της διαδρομής, θα κατασπαράξουν το μεγάλο ψάρι που έχει πιάσει ο Σαντιάγκο.

Όταν τελικά φτάσει στο λιμάνι, το μόνο που έχει απομείνει να θυμίζει το κατόρθωμα του γερο-ψαρά είναι η μεγάλη άσπρη ραχοκοκαλιά του ξιφία. Η νύχτα βρίσκει τον Σαντιάγκο να ανηφορίζει από το λιμάνι προς την καλύβα του, κουβαλώντας το κατάρτι της βάρκας του. Το επόμενο πρωί εμφανίζεται ο Μανολίνο, που του φέρνει καφέ και μαζί κάνουν σχέδια για μελλοντικές ψαριές. Κατόπιν ο Σαντιάγκο αποκοιμιέται, ονειρευόμενος λιοντάρια που παίζουν στην παραλία.

 

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post