Κριτική για την παράσταση «Ορέστης», του Ευριπίδη

Σχόλιο

του Γιάννη Γαβρίλη

Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου 16,17 & 18 Ιουλίου 2021 σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα.

Μια παράσταση που εστίασε με συνέπεια στο ”δράμα των επί σκηνής ευδοκιμούντων”.

Ο ”Ορέστης”, εξ όσων γνωρίζουμε,  είναι η τελευταία Τραγωδία του ποιητή που παραστάθηκε (408 π.χ.-1.693 στίχοι) πριν την αναχώρηση του από την Αθήνα για την Μακεδονία.

Αν και πολλοί μελετητές του έργου, το έχουν χαρακτηρίσει ως μελόδραμα, δεν μπορούμε να μη λάβουμε υπ’ όψη μας, αμφισβητώντας τον χαρακτηρισμό, την τραγικότητα της εποχής που γράφτηκε και παρουσιάστηκε και τον έμμεσο σχολιασμό του Ευριπίδη για την δυσλειτουργία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.

Ακόμη και σχολιαστές της εποχής του Ευριπίδη αναφέρονται” στην αδυναμία του έργου να εγείρει ΠΑΘΟΣ.

Αντιθέτως, νεότεροι αναλυτές της Αρχαίας Τραγωδίας επαινούν τον τρόπο που ο ποιητής μέσω της πλοκής του ”Ορέστη” γίνεται άκρως καταγγελτικός. Ειδικά στη σκηνή της καταδίκης των δυο αδερφών, Ορέστη και Ηλέκτρας, σε θάνατο…

…”που απηχεί αφενός την απαισιόδοξη στάση του Ευριπίδη για την αποτελεσματική λειτουργία του ισχύοντος πολιτικού συστήματος, από την άλλη όμως αν ερμηνευθεί, με όρους εξιλαστήριου θύματος, δίνει μια άλλη διάσταση στο δράμα και αναδεικνύει το πώς μια κοινότητα σε ρήξη και υπό ακραίες συνθήκες προσπαθεί να αποκαταστήσει την τάξη επιδιώκοντας να φονεύσει τον υπαίτιο του μιάσματος, μην επιτρέποντάς του να επανενταχτεί εκ νέου, δια της ομαλής οδού -της καθαρτικής εξορίας”.(Κώνστ. Μπέκος-Λέξις και Τελετουργία στον ”Ορέστη”).

Πρέπει επίσης να ληφθεί υπ’ όψη ότι ”ο Ευριπίδης άντλησε το θέμα του από τον μυθικό μυκηναϊκό κύκλο, όπως τον επεξεργάστηκε ο Αισχύλος στην ”Ορέστειά” του και όπως τον μετέφερε ο Σοφοκλής στην ”Ηλέκτρα” του”. (πηγή:”Ευριπίδης-Ορέστης, εκδ. Ζήτρος- Θεόδ. Μαυρόπουλος).

Η υπόθεση με λίγα λόγια

Άργος

Ο Ορέστης έχοντας δολοφονήσει τη μητέρα του Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο, ταλανίζεται, από τις Ερινύες. Η Ηλέκτρα του συμπαραστέκεται, οι ενοχές του όμως τον διαλύουν. Οι Αργείοι τον αποστρέφονται, ό Τυνδάρεως πατέρας της Κλυταιμνήστρας επιθυμεί την τιμωρία του. Η τιμωρία είναι θάνατος με λιθοβολισμό. Τα δύο αδέλφια, ελπίζουν στην εύνοια και συμπαράσταση του θείου τους, Μενέλαου. Εκείνος διστάζει να πάρει υπέρ τους θέση, εποφθαλμιώντας, με τον θάνατο του Ορέστη, την εξουσία του Άργους. Υπόσχεται μεν την βοήθεια του, την οποία όμως δεν προσφέρει τελικά. Αποφασίζεται ο θάνατος των δυο αδελφών.

Ο Πυλάδης και η Ηλέκτρα προτείνουν ένα τολμηρό σχέδιο. Να μπουν στο παλάτι, να σκοτώσουν την Ελένη και βάζοντας φωτιά να το καταστρέψουν. Παράλληλα να πιάσουν αιχμάλωτη την Ερμιόνη. Απειλούν έτσι τον πατέρα της Μενέλαο, του ζητούν να μεσολαβήσει στους Αργείους ώστε να τους ελευθερώσουν.

Και εδώ εμφανίζεται ο ”Από Μηχανής Θεός”.

Ο Απόλλωνας, σώζει την Ελένη από τον θάνατο, την ανυψώνει στους ουρανούς, για να ζήσει μαζί με τα αδέλφια της τους Διόσκουρους, αθάνατη και να είναι η προστάτιδα των θαλασσινών ταξιδιωτών. Ο θεός ανακοινώνει  στον Ορέστη την εξορία του, και την μετέπειτα άφιξη του στην Αθήνα για να δικαστεί από τους Θεούς και να αθωωθεί. Θα παντρευτεί την Ερμιόνη και ο Πυλάδης την Ηλέκτρα.  Ο καθαρμένος  από το έγκλημα ένοχος  θα ανήκει πλέον έτσι στο κοινωνικό σύνολο και θα φέρει στον κόσμο απογόνους.

H παράσταση

Ο Γιάννης Κακλέας, δεν είναι η πρώτη φορά που ανεβάζει παράσταση στην Επίδαυρο. Είναι όμως η πρώτη του φορά που σκηνοθετεί Αρχαία Τραγωδία (έκανε και την δραματουργική επεξεργασία).

Διακριτή και στα 110 λεπτά περίπου που διαρκεί, είναι η συνθήκη, που επιτρέπει στους ηθοποιούς του να δημιουργήσουν, διαμέσου των σκηνοθετικών οδηγιών του, μια πιο προσωπική επαφή με τους ρόλους που καλούνται να ερμηνεύσουν. Πασιφανές επίσης το ότι, κατόπιν συνεχών αναλύσεων των χαρακτήρων των ηρώων της ιδιότυπης αυτής Τραγωδίας, κτίστηκε ένα θεατρικό περιβάλλον που επέτρεπε στον ρεαλισμό να λειτουργήσει με ένταση, με αληθοφάνεια αλλά, κυρίως, να γίνουν σαφή για τον θεατή οι συνθήκες εκείνες κάτω από τις οποίες πράττουν, δρουν, αντιδρούν τα πρόσωπα του έργου, σε προσωπικό αλλά και συνολικό επίπεδο.

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Κακλέας με την πολυετή πορεία του στο Θέατρο, ξέρει πλέον να αναγιγνώσκει και να αποκαλύπτει και τις πλέον κρυφές πτυχές των επιπέδων που απαρτίζουν ένα θεατρικό έργο. Και εδώ, στην Αρχαία Τραγωδία (όπως και στην Αρχαία Κωμωδία, που τον έχουμε συνηθίσει να ανεβάζει) τα επίπεδα, τα νοήματα και οι έμμεσες αναφορές, είναι πολλά και δύσκολα να παρασταθούν, να ερμηνευτούν. Και εδώ είναι η παγίδα. Γι’ αυτό και πλείστες παραστάσεις Αρχαίων θεατρικών κειμένων, έχουν καταλήξει σε ”φιάσκο”. Δεν μπόρεσε η δεν θέλησε η δεν τον ενδιέφερε τον σκηνοθέτη να παρουσιάσει  την ουσία και ανάλωσε τις σκηνοθετικές του ιδέες σε εύκολες λύσεις, ”χαριτωμενιές” και άπειρα, ανούσια ”δήθεν” νεωτερίστικων παρεμβάσεων και αποδομιτικών  λύσεων.

Εδώ, σε αυτό το ανέβασμα του ”Ορέστη” δεν είδαμε τον παραμικρό ”εκτροχιασμό”. Ο Κακλέας σεβάστηκε το κείμενο μέσω της κατανοητής μετάφρασης του Γιώργου Χειμωνά  καθώς πρώτιστο μέλημα του ήταν να αποδοθεί από τους ηθοποιούς ορθά και με ένταση ο Λόγος. Συναντήθηκε έτσι αρμονικά ο Λόγος με την Υποκριτική και την ευρηματικότητα του Κακλέα. Αν τον δυσκόλεψε; Κατά δική του ομολογία… πολύ. Όπως, χαρακτηριστικά, μου είπε «έπεσε πολύ ξύλο»…

Οι ερμηνείες

Ο Άρης Σερβετάλης απέδωσε τον Ορέστη, με τη σωματική του υποκριτική, που τον έκανε να ξεχωρίσει ως ερμηνευτής, και να μεταφέρει στην ορχήστρα της Επιδαύρου όλη την νοητική αταξία  του Ορέστη, που όντας μητροκτόνος βασανίζεται από τις τύψεις (Ερινύες). Ο Σερβετάλης με την ερμηνεία του μας καταβύθισε στο σκοτάδι που ο Ορέστης προσπαθεί, μάταια, να φωτίσει, στην θλίψη και την απελπισία που τον καταλύουν, καθώς προσπαθεί να ισορροπήσει και να πείσει τους διώκτες του, για το Δίκαιο της πράξης του (τιμώντας τον πατέρα του Αγαμέμνονα, με τη θανάτωση της μητέρας του Κλυταιμνήστρας που εκείνη σε σύμπραξη με τον Αίγισθο τον είχαν δολοφονήσει) αλλά ναι, υπάρχει και το Άδικό στη τρομερή του πράξη. Ένας απόλυτος Ορέστης ο Άρης Σερβετάλης, αν και δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στην τυποποίηση του τρόπου που υποκρίνεται όπως και στη παγιωμένη κινητικότητα των χεριών του που εδώ ωστόσο θα μπορούσε να εκληφθεί ως απόρια του νευρικού κλονισμού, που, κατά την ιατρική επιστήμη, ευαισθητοποιεί όργανα του σώματος ( στην περίπτωση του Σερβετάλη-Ορέστη τα χέρια που «έπραξαν» το φονικό, αυτά που τώρα κινούνται από τις Ερινύες, αυτονομημένα , με τη μορφή τιμωριτικών φιδιών).

Η Μαίρη Μηνά ”επωμίστηκε” το βάρος να ερμηνεύσει την Ηλέκτρα. Συγκεντρωμένη , συγκροτημένη ερμηνεία, αν και διακρίναμε  ένα άγχος να την διακατέχει, ίσως γιατί  ερμήνευε για πρώτη φορά στην Επίδαυρο, έναν τόσο σημαντικό και σύνθετο ρόλο. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορούμε να μην επαινέσουμε την ερμηνεία της και την προσπάθεια της στην συνέπεια και την υπέρβαση που μεταφέρει, ως ρόλος, η Ηλέκτρα. Στην συνύπαρξη της, με τον Άρη Σερβετάλη που, από υποκριτική άποψη, είναι εκρηκτικός, στάθηκε με ρεαλισμό και ικανή ενέργεια. Η δονητικότητα της, ειδικά στη σκηνή της κατάστρωσης του ανίερου σχεδίου για την σωτηρία τους, αξιοπρόσεκτη.

Ο Πάνος Βλάχος ως Μενέλαος, απέδειξε για μια φορά ακόμη την υποκριτική του διάσταση, αυτή που τον καθιέρωσε ως ξεχωρίζοντα ηθοποιό. Αν και στην είσοδό του παρουσιάστηκε σχετικά υποτονικός ( πρέπει να σημειώσω εδώ, ότι είδαμε την γενική πρόβα στις 15 Ιουλίου, έχει τη σημασία του αυτό καθώς είναι η τελευταία δοκιμή πριν την παράσταση και πάντα υπάρχουν διορθώσεις). Ήταν ”Ο’ ‘αρχικά αμφιταλαντευόμενος Μενέλαος ως προς ποια απόφαση του να ακολουθήσει και εν τέλει αρνείται την όποια βοήθεια του προς τα δυο αδέλφια. Ο Βλάχος δημιουργεί και αποδίδει με πειθώ αυτόν τον χαρακτήρα που, αν σωστά αντιλήφθηκα, είχε μελετήσει  είχε εμβαθύνει στην αντίληψη του Ευριπίδη για το ποιός είναι αυτός ο διεκδικών περισσότερη εξουσία με τον θάνατο του Ορέστη και, μέσω αυτού του ήρωα του, έρχεται και πάλι ο ποιητής, να καταγγείλει τις απάνθρωπες εξουσίες.

Ο Γιώργος Ψυχογιός, είναι από τους αγαπημένους μου ηθοποιούς. Ότι και όπου έχει παίξει είναι άριστα συντονισμένος  και ενεργειακός. Έτσι και εδώ, ως Τυνδάρεως. Δεν υπερέβαλε, δεν ξέφυγε, διατήρησε με πειθώ την συνθήκη του ρόλου, που τον θέλει να αποστρέφεται, ως πατέρας της Κλυταιμνήστρας, Ορέστη και Ηλέκτρα και με σθένος να απαιτεί την θανάτωση τους. Ο Ψυχογιός χωρίς περιττές, αχρείαστες εκφράσεις, εκδηλώσεις, διατήρησε τον ρόλο στο ανώτερο επίπεδο, έτσι όπως τον σκιαγράφησε ο Ευριπίδης.

Ο Αιμιλιανός Σταματάκης ”γέμισε” την ορχήστρα με το παρουσιαστικό του, την ένταση της φωνής του (είναι και εξαιρετικός τραγουδιστής) ως Πυλάδης. Σωστά τοποθετημένος, με την απαιτούμενη ισορροπία που επιβάλλεται να έχει ο ηθοποιός που ερμηνεύει δευτερεύοντα ρόλο και πρέπει να παραμένει ενεργός με τη στάση του σώματος του και τις εκφράσεις του, στις σιωπές του, που δεν είναι και λίγες αυτές, του ρόλου του Πυλάδη. Απογειώνεται ερμηνευτικά στη σκηνή που προτείνει την εκτέλεση της Ελένης και την απαγωγή της Ερμιόνης ως μοχλό πίεσης για την απελευθέρωση τους.

Νικολέτα Κοτσαηλίδου ως Ωραία Ελένη, ”έγραψε” απλώς. Είναι και μια όμορφη ηθοποιός.  Αν και αυτός, δεύτερος ρόλος, είναι όμως σημαντικός, μιας και η Ελένη είναι αυτή που με τη σχεδιαζόμενη θανάτωση της θα προσφέρει την απελευθέρωση στα δυο αδέλφια. Ως χαρακτήρας η Ελένη πρέπει να ερμηνεύεται με ένταση, υπεροψία ( δεν είναι, εξάλλου μια οποιαδήποτε προσωπικότητα, έγινε ένας ολόκληρος πόλεμος, για τη χάρη της και μη παραβλέψουμε την μετέπειτα θεοποίηση της από τον Απόλλωνα)Και η Κοτσαηλίδου εμφανίστηκε ως Ελένη.

Ο καλύτερος ”Φρύγος” από όσους έχω δει, ήταν ο Ζερομ Καλούτα. Με την σωματική του διάσταση, τον ιδιαίτερο τρόπο που ”πλασάρει” την φωνή του, με την καθαρά προσωπική υποκριτική του. Μα… και τόσο τραγικός στην περιγραφή των όσων συμβαίνουν εντός του παλατιού, με την εισβολή του Ορέστη.

Από τους κόλπους του χορού, αποσπάστηκαν οι κ. Ηλέκτρα Φραγκιαδάκη και Άλκηστις Ζιρώ, για να ερμηνεύσουν ιδανικά, πρέπει να σημειώσω, την Αγγελιοφόρο και την Ερμιόνη αντίστοιχα.

Ένας εξαιρετικός χορός στην ολότητα και στην συνολικότητα του, λειτούργησε σε ένα άλλο επίπεδο, σε μια άλλη διάσταση όπως ήταν η ιδέα-άποψη του Κακλέα για την συμμετοχή του χορού στην διάδραση του έργου. Ο Κακλέας τις προτείνει ως ιέριες του Απόλλωνα, υπερβατικές και αποστασιοποιημένες από τα συμβαίνοντα, ντυμένες στα μαύρα και ως εκ τούτου, αόρατες από τον θάνατο που « περιφέρεται» κινούμενες αργά με νευρικές κινήσεις, θα λεγες συμπαραστάτες και  συμμετέχουσες στον νευρικό κλονισμό του Ορέστη  (η κίνηση διδάχτηκε από τον Άρη Σερβετάλη  όπως και όλου του θιάσου).  Και ευρηματική έκπληξη μου μας επιφύλασσε ο Κακλέας; Δεν ερμηνεύτηκε ο «ο από μηχανής Θεός», ο Απόλλωνας από ηθοποιό, αλλά από τον χορό των γυναικών που εδώ, ντυμένες τώρα στα λευκά, ανάγγειλαν την σωτήρια λύση. Το βρήκαμε εξαιρετικό εύρημα.

Ο χορός

Κατερίνα Ζαφειροπούλου, Άλκηστις Ζιρώ, Νίκη Λάμη, Ιωάννα Λέκκα, Δανάη Μουτσοπούλου, Ματίνα Περγιουδάκη, Ελίζα Σκολίδη, Αναστασία Στυλιανίδη, Ηλέκτρα Φραγκιαδάκη.

Το σκηνικό και τα κοστούμια  σχεδιάστηκαν από την Ηλένια Δουλαδίρη με τη συμβολή του Γιάννη Κακλέα. Ειδικά το σκηνικό λες και προερχόταν από μια άλλη διάσταση και σαφώς από μια άλλη, μη αρχαϊκή εποχή. Στο πίσω μέρος της ορχήστρας στήθηκε το εσωτερικό  ενός μεσοαστικού σπιτιού ( καναπές, πολυθρόνες, καρέκλες, βιβλιοθήκη με γραφείο, αμπαζούρ κ.α.) ενώ επί της ορχήστρας ένας άχρονος χώρος με διάσπαρτα θαμνοειδή και ένα τεράστιο ορθογώνιο τραπέζι που, κατά τον Κακλέα, παρέπεμπε στον τραγικό μύθο του Ταντάλου, προπάτωρα των Ατρειδών  και της κατάρας που τους ακολούθησε λόγω των ηδεχθών πράξεων του και την αιώνια τιμωρία του από τους Θεούς.

Οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου, πρόσφεραν την απαιτούμενη υποβλητικότητα με τις εναλλαγές η τον έντονο φωτισμό, ακολουθώντας και επεκτείνοντας την δράση.

Η Μουσική  και η ηχητική εγκατάσταση, συνυφασμένη και λειτουργούσα επιβλητικά κατά τη δράση της παράστασης, συντέθηκε από τον έμπειρο  Σταύρο Γασπαράτο που έχει κάτι διαφορετικό κάθε φορά να μας προσφέρει καθώς οι συνθέσεις του είναι πάντα ευρηματικές.

Μια απόδοση της Ευριπίδειας Τραγωδίας με ξεκάθαρη άποψη, θέση και αισθητική ενδιαφέρουσα. Όσο για την προηγηθήσα επίπονη δουλειά από όπου δημιουργήθηκε  η παράσταση, εντόνως φανερή.

 

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post