του Γιάννη Γαβρίλη
Το Παρελθόν και το Παρόν, και πως μπορούν να ταυτιστούν, σκηνοθετικά και δραματουργικά σε αυτή την Αρχαία Τραγωδία που έχει αμφισβητηθεί και έχει χαρακτηριστεί ‘’όχι και η καλύτερη των Τραγωδιών του Ευριπίδη’’.
Ποιος ο λόγος; Αναφέρεται εντόνως η μη ακολουθία του Ευριπίδη, του ‘’κανόνα’’ που ακολουθείτο από τους σύγχρονους του ποιητές στην δομή και απόδοση μιας Αρχαίας Τραγωδίας ( κεντρικό πρόσωπο (πρωταγωνιστής), με συνεχή παρουσία επί σκηνής ή την τάση του Ποιητή προς τους νεοτερισμούς, τους αναχρονισμούς, στους πειραματισμούς του, στην ροπή του προς την πολυδιάσπαση και την καινοτομία.
Άξιο προσοχής είναι το γεγονός ότι οι κριτικοί του έργου του Ευριπίδη, παρακάμπτουν την δεδομένη τάση του (όχι μόνο στην ‘’Ανδρομάχη’’ του, αλλά και σε άλλες δικές του Τραγωδίες), προς την διαφοροποίηση σε σχέση με τους σύγχρονους του ποιητές, την έντονη τάση του προς την αλλαγή και την αμφισβήτηση. Πέραν κάθε αμφισβήτησης όμως είναι αυτό που όλοι (κριτικοί, αναλυτές, μελετητές) παραδέχονται. Την προβολή στα έργα του της Γυναίκας και της Φύσης της, καθώς η μελέτη του έργου του έχει αποκαλύψει ακόμη και αυτή την σκιαγράφηση των γυναικείων συναισθημάτων, της δυναμικής και της έντονής παρουσίας της, σε ένα ανδροκρατούμενο περιβάλλον που απέκλειε την συμμετοχή της γυναίκας, στα κοινά και την περιόριζε στα ΄΄του οίκου και μόνο καθήκοντα της’’. Αποδεδειγμένο δε, ότι ο Ευριπίδης ήταν εκείνος που έδωσε ‘’φωνή’’ και ‘’παρουσία’’ στην Τραγωδία, της γυναικείας υπόστασης. Ποιος μπορεί να μη λάβει υπόψη του ότι από τα διασωθέντα έργα του, τέσσερα έχουν όνομα ομάδας γυναικών και οκτώ ένα γυναικείο όνομα.
Μεταξύ αυτών, λοιπόν, και η ‘’Ανδρομάχη’’ (1.288 στίχοι, αβέβαιη η χρονολόγηση της), που παραστάθηκε στις 8 και 9 Αυγούστου στο Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου σε σκηνοθεσία – απόδοση και δραματουργική επεξεργασία της Μαρίας Πρωτόπαππα, (και βοηθό σκηνοθέτριας την Εύη Νάκου) βασιζόμενη στη μετάφραση του Γ. Β. Τσοκόπουλου (1871-1923) που εκδόθηκε το 1910.
Πως μπορεί κανείς να δει, να αφουγκραστεί, να ενσωματωθεί και να αντιληφθεί την ‘’παρεξηγημένη’’ αυτή Τραγωδία.
Η Μαρία Πρωτόπαππα με την θεατρική προβολή, εν έτει 2025, αυτού του Ευριπίδειου έργου, αντιπαρέρχεται, με αυτή την πρώτη της σκηνοθεσία στην Επίδαυρο, τους μελοδραματισμούς και επιβάλει την πρόσληψη της αντιπολεμικής υπόστασης του έργου, την έντονη αναφορά στην δουλική υποβάθμιση και την, προς σεξουαλική ικανοποίηση του ‘’αντικειμένου γυναίκα’’. Που ως παλλακίδα και λάφυρο, υποχρεούται να σιωπά και να δέχεται τις όποιες απαιτητικές ορέξεις του επικυρίαρχου της. Να δέχεται την ταπείνωση, τον εξευτελισμό, η γόνος και σύζυγος αυτή, των επιφανέστερων των βασιλικών οίκων της χώρας που γεννήθηκε και έζησε με λαμπρότητα.
Τώρα που την ονοματίζουν ‘’βάρβαρη’’, αυτοί οι ‘’πολιτισμένοι’’ κατακτητές Αχαιοί, που άλωσαν ακόμη και με δόλο την Τροία, φτάνοντας, από φόβο, να κατακρημνίσουν το τέκνο της Σκαμάνδριο ή Αστυάνακτα, όπως τον προσφωνούσε ο λαός της Τροίας μετά τον αυτοθυσιαστικό θάνατο του πατέρα του Έκτορα. Να βεβηλώσουν με τον πλέον ντροπιαστικό τρόπο το σώμα του νεκρού Έκτορα.
Μπορεί όμως μια σύγχρονη παράσταση Αρχαίας Τραγωδίας, να κρατήσει την ουσία της, τα μηνύματα της, να δημιουργήσει την ουσιαστική προσβασιμότητα στην πηγή και το νόημα της δημιουργίας της, αποφεύγοντας τους ανεύθυνους νεοτερισμούς και την απλοϊκότητα που προσβάλει το Αρχαίο κείμενο;
Ναι μπορεί, αν οι δημιουργοί της εντρυφήσουν σε αυτήν και αντιληφθούν την πραγματική υπόσταση της.
Μάθαμε ότι η Μαρία Πρωτόπαππα δούλευε επί σειρά ετών την Ευριπίδεια ‘’Ανδρομάχη’’ και επί ενάμιση χρόνο απομονώθηκε για να την αποδώσει, με την αρωγή στην δραματουργική επεξεργασία της Ελένης Τριανταφυλλοπούλου και την καλλιτεχνική συνεργασία της Ελένης Σπετσιώτη.
Το αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας ήταν η παράσταση που με προσήλωση παρακολουθήσαμε. Διακρίναμε και όχι με δυσκολία, το ήθος που προσεγγίστηκε η Τραγωδία αυτή, τον επιβαλλόμενο σεβασμό, στον λόγο του Αρχαίου κειμένου (πόσο ενδιαφέρον και ολίγον τι, έκπληξη, η χρήση στην εκφορά, αποσπασμάτων από το πρωτότυπο αρχαίο κείμενο, ενδιαμέσως της μετάφρασης στην καθομιλουμένη γλώσσα μας).
Πόσο ιδανικά ήταν τοποθετημένοι στις ερμηνείες των γυναικείων χαρακτήρων του έργου οι άντρες ηθοποιοί που ακόμη αναρωτιόμαστε πως κάτι τέτοιο, μας έγινε αποδεκτό, ενώ σε άλλες παραστάσεις, κάτι παρόμοιο το κριτικάραμε αρνητικά. Τι συνέβη εδώ; Συνέβη κάτι υποβλητικό. Και επιβλητικό. Κατάφερε η κ. Πρωτόπαππα να μας μεταπείσει, επιβάλλοντας μας ως ορθή την επιλογής της. Ας ισχυρίστηκε σε συνέντευξη της ότι το έκανε από ένστικτο. Νομίζουμε (και αποδείχτηκε) ότι η ιδέα της, η πεποίθηση της (και το τελικό ερμηνευτικό αποτέλεσμα που απέβη άκρως επιτυχημένο), ότι οι άντρες ηθοποιοί, πρέπει να καταλάβουν ‘’όσα μια γυναίκα αντιλαμβάνεται και βιώνει. Οι άντρες ηθοποιοί να ΄΄μπουν’’ στο γυναικείο κορμί, όχι για να το αναπαραστήσουν αλλά για να το κατανοήσουν, και όχι βεβαίως να το μιμηθούν και με αυτό τον τρόπο θα βάθαινε το μήνυμα της Ανδρομάχης και της Ερμιόνης, όπως και του Χορού’’.
Έτσι… ο Αργύρης Ξάφης απέδωσε με την ερμηνεία του, την Ανδρομάχη που επί της ουσίας περιγράφει ο Ευριπίδης. Δραματοποίησε με ένταση και επιβολή την τραγική μοίρα της, με πειστικότητα την ανωτερότητα της στην άδικη εκ μέρους της Ερμιόνης επίθεση εναντίον της, κυριαρχώντας ερμηνευτικά και με σταθερή αποδοτικότητα στον ρόλο που αναγκάστηκε να ζήσει ως παλλακίδα και σκλάβα, αλλά και ως μητέρα, μιας και γέννησε, μετά από αναγκαστική συνεύρεση με τον Νεοπτόλεμο, τον γιο του φονέα του συζύγου της Έκτορα, του Αχιλλέα, τον Μολοσσό.
Εξαιρετικά προσηλωμένος και ο Τάσος Λέκκας (πρώτη εμφάνιση του στην Επίδαυρο) στον ρόλο που καλέστηκε να ερμηνεύσει, αυτόν της Ερμιόνης, της κόρης του Μενελάου και της Ελένης. Της Ελληνίδας συζύγου του Νεοπτόλεμου που παραμένει άτεκνη, αγωνιά για το αν θα την κρατήσει ο Νεοπτόλεμος, μετά μάλιστα και την γέννηση του Μολοσσού. Θα καλέσει σε βοήθεια τον πατέρα της Μενέλαο, για να θέσουν σε εφαρμογή το δολερό σχέδιο της θανάτωσης της ‘’βάρβαρης’’ Ανδρομάχης (που έχει εντωμεταξύ καταφύγει για να προφυλαχτεί, στο Ιερό της Θέτιδας στέλνοντας το παιδί σε άλλο μέρος). Ο κ. Λέκκας ισορροπεί ερμηνευτικά μεταξύ αυτών που έχουν καταγράψει οι μελετητές, σχετικά με τον χαρακτήρα της Ερμιόνης. Άλλοι την περιγράφουν ως υστερική, πανούργα, εγωίστρια, κακομαθημένη και καταραμένη ως κόρη της Ελένης και άλλοι ως μια νεαρή χειραφετημένη γυναίκα, αλλά ανώριμη εν πολλοίς, οπωσδήποτε ερωτευμένη με τον Νεοπτόλεμο που καταφεύγει στα άκρα προκειμένου να κερδίσει την ερωτική επιθυμία του άντρα της.
Σωστά τοποθετημένος ο έμπειρος Γιάννης Νταλιάνης που ερμηνεύει τον Μενέλαο (τον χαρακτήρα τον ερμηνεύει για τρίτη φορά) με επιβλητικότητα και με την αυστηρότητα, όσο και την έπαρση που χαρακτηρίζει τον Μενέλαο, τον κατακτητή της Τροίας. Ο κ. Νταλιάνης βρίσκει τις ρωγμές στον χαρακτήρα του Αρχιστράτηγου, και τις επιβάλει ερμηνευτικά. Την αδυναμία κατανόησης της πραγματικότητας, το ρατσιστικό του μένος που τον τυφλώνει… ‘’Οι βάρβαροι είναι κατώτεροι και οι εχθροί πρέπει να εξοντώνονται’’… και χειραγωγούμενος από την κόρη του, απειλεί να σκοτώσει την Ανδρομάχη και την εκβιάζει να δεχτεί να βγει από το άσυλο της Θέμιδας, αλλιώς θα σκοτώσει μπρος στα μάτια της, τον Μολοσσό που εντωμεταξύ έχει συλλάβει.
Η ίδια η Μαρία Πρωτόπαππα στον δική της επινόησης ρόλο της αφηγούμενης. Τόσο κατά την έναρξη όσο και εμβόλιμα κατά την διάρκεια της δράσης, παραμένουσα επί σκηνής και όχι πάντα σε ‘’πρώτο πλάνο’’, μετατρέπει σε λόγο, (μέσω του δικού της κειμένου), σκέψεις που προκαλούνται από την εξέλιξη του έργου, από τις πράξεις – αντιδράσεις των ηρώων, ενσωματώνοντας στην Τραγωδία και σε ελεύθερη απόδοση, απόσπασμα από τον ‘’Κύκνο’’ και ‘’Τα άνθη του κακού’’ του Μποντλέρ. Εδώ θα καταγράψω και την αντίθεση μου, με την αφαίρεση της εμφάνισης του μικρού Μολοσσού, που εκλιπαρεί την βοήθεια της μητέρας του, αντικαθιστώντας τον, με παιδικά παπουτσάκια που στήνει η κ. Πρωτόπαππα ως φροντίστρια σκηνής (;), μπροστά στον μαινόμενο Μενέλαο. Ας μου επιτραπεί ο ορισμός του άστοχου. Μόνο η ηχογραφημένη φωνή του Γιώργου Φασουλά ως Μολοσσού, ακούγεται.
Μια ακόμη αισθαντική, όσο και ουσιώδης ερμηνευτική συμμετοχή, είναι αυτή της Στέλλας Γκίκα, που εμφανίζεται ως Θέτιδα,( μητέρα του Αχιλλέα και θεότητα), η, αν όχι από μηχανής θεά, αλλά ως καταλυτική παρουσία για την επιβολή του Δικαίου, αρωγός και προστάτισσα των λεγομένων – αιχμών του συζύγου της Πηλέα, εμμέσως και της Ανδρομάχης, που ο Ευριπίδης εμφανίζει έναν Πηλέα, ως εκφραστή της δικής του αντισπαρτιατικής και γενικότερα αντιπολεμικής του άποψης (ο Πελοποννησιακός Πόλεμος έχει ξεκινήσει).
Δημήτρης Πιατάς. Ο με σθένος, ερμηνευτική προβολή αξιοσύνης, ικανός στις μεταμορφώσεις, διαφορετικός σε ότι κάθε φορά ερμηνεύει, ενδυόμενος κάθε φορά τον ήρωα που ερμηνεύει, προσφέροντας την δική του θεατρική υπόσταση στον κάθε ρόλο. Εδώ ως Πηλέας (και αν δεν είναι εκ μέρους μας υπερβολή), ξεπερνά και τον ίδιο του θεατρικό εαυτό. Είδαμε τον Πηλέα όπως τον είχε δει και ο Ευριπίδης, αν αυτό δεν εντάσσεται στην σφαίρα του μεταφυσικού. Ο κ. Πιατάς μας κατέστησε με την ερμηνεία του, κοινωνούς ενός γήινου μεν, αλλά και τόσο υπερβατικού χαρακτήρα, ενός χωλού πλέον γέροντα που τον καθορίζει η υπερβατικότητα της πειθούς, της αντίστασης, της καταδίκης στον αγώνα λόγου του συνομιλητή του, με μια θεϊκή λάμψη να τον φωτίζει και να τον αναγάγει σε πρώτιστη προσωπικότητα.
Ως Ορέστης, (αποσπασμένος από τον Χορό), ο Δημήτρης Μαμιός. Που όντας ερωτευμένος με την Ερμιόνη, σταματά στην Φθία για να την δει και να την πάρει μαζί του επιτέλους, όπως την είχε τάξει σε αυτόν ο Μενέλαος, όμως εν συνεχεία αθέτησε την υπόσχεση και την έδωσε στον Νεοπτόλεμο για να τον παρασύρει και να συμμετάσχει στην εκστρατεία κατά της Τροίας. Αποκαλύπτει δε, ο Ορέστης, στην εκλιπαρούσα για την σωτηρία της, Ερμιόνη, καθησυχάζοντας την, ότι έστησε μια φονική παγίδα στον Νεοπτόλεμο, στους Δελφούς όπου πήγε για να ζητήσει συγχώρεση από τον Απόλλωνα, καθώς τον είχε κατηγορήσει για υπαίτιο του θανάτου του πατέρα του, Αχιλλέα.
Ως Θεράπαινα και εκ του Χορού προερχόμενος ο Δημήτρης Γεωργιάδης και ως Τροφός ο Κωνσταντίνος Πασσάς.
Θα ήταν παράλειψη μου, να μην αναφέρω την σκηνή που με εντυπωσίασε με την ευρηματικότητα της. Ενώ ο Αγγελιοφόρος (Γιάννης Μάνθος), προσερχόμενος αναγγέλλει την δολοφονία του Νεοπτόλεμου, αποσπάται ένα σώμα από τον Χορό (Νώντας Δαμόπουλος), που κινησιολογικά, εκφράσει, σχηματοποιεί, την λέξη προς λέξη καταγραφή – περιγραφή του Αγγελιοφόρου. Εξαιρετική θεατρική απόδοση.
Και ο Χορός και αυτός από άντρες απαρτιζόμενος, να ερμηνεύει τις Φθιώτισσες γυναίκες που παρουσιάζει ο Ευριπίδης. Οι Δημήτρης Γεωργιάδης, Νώντας Δαμόπουλος, Δημήτρης Μαμιός, Γιάννης Μάνθος, Κωνσταντίνος Πασσάς και Γιώργος Φασουλάς που τον αποτελούν, μέσα από τις κάποιες κινησιολογικές αδυναμίες και ασάφειες (Διδασκαλία κίνησης: Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου) που υπάρχουν, έκαναν το καλύτερο δυνατόν, όσο τους επέτρεψε η διδαχθείσα κινησιολογία, που αδυνάτησε όμως, την ρέουσα θεατρική πράξη και την ουσιαστική συμμετοχή του Χορού στην εξέλιξη της δράσης του έργου. (Αναφέρεται και η κ. Άννα Παγκάλου στην Φωνητική δραματουργία (;) – Διδασκαλία.)
Σημαντική συμβολή ο σχεδιασμός των φωτισμών (εντός της ορχήστρας, αλλά και με νόημα ατμοσφαιρικό, πέραν από αυτή, του σημαντικού, Σάκη Μπιρμπίλη (βοηθός Νατάσα Τσιντικίδη), που σχεδίασε και το μάλλον αδιάφορο σκηνικό. Που δεν απηχούσε, ως μια επίπεδη κατασκευή που ήταν, μια απομίμηση της επένδυσης των σύγχρονων πλατειών μας, το Ιερό της Θέμιδας. Τον σημαντικό και συμβολικό τόπο καταφυγής της Ανδρομάχης. Και για μια φορά ακόμη, η ‘’Ιερή Θυμέλη’’, ‘καπακώθηκε’’! Ίσως το πιο ενδιαφέρον σε αυτό το σκηνικό, είναι οι ατάκτως ριγμένες πέτρες που το διαμορφώνουν και ίσως, να απηχούν την αποσύνθεση ενός πολιτισμού που καταρρέει και αποσυντίθεται από τους ίδιους που τον δημιούργησαν και κάποτε έλαμψε, όμως τώρα ψευτοφέγγει. Όπως και την ασέβεια προς τους ιερούς τόπους.
Τα κοστούμια με αντιθέσεις από χαρακτήρα σε χαρακτήρα σχεδιάστηκαν από την Βάνα Γιαννούλα, ενώ οι μουσικές συνθέσεις (και τραγούδια) του Λόλεκ δεν μπορούμε να πούμε ότι προσέθεσαν, αυτή την απαραίτητη συν-ακολουθία με τον εκφερόμενο Λόγο.
Την παράσταση που έκλεισε για φέτος τον κύκλο παραστάσεων στο Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, θα την κατατάξουμε στον χώρο των ενδιαφερουσών παραστάσεων, που παρά τις όποιες μικρές αστοχίες (και ποια παράσταση δεν έχει και που καλούμεθα να τις αναφέρουμε), αφήνει ένα σημαντικό αποτύπωμα, τόσο ερμηνευτικό, όσο και σκηνοθετικό – δραματουργικό.
Σταθμοί Περιοδείας
Τετάρτη 20 Αυγούστου | Θέατρο Ανατολικής Τάφρου, Χανιά
Τετάρτη 27 Αυγούστου | Υπαίθριο Θέατρο ΕΗΜ (Φρόντζου), Ιωάννινα
Πέμπτη 28 Αυγούστου | Δημοτικό Θέατρο Κοζάνης, Κοζάνη
Παρασκευή 29 Αυγούστου | Αρχαίο Θέατρο Δίου, Δίον
Σάββατο 30 Αυγούστου | Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, Καβάλα
Κυριακή 31 Αυγούστου | Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, Καβάλα
Ο Ευριπίδης διδάσκει (ίσως, δεν είναι διαπιστωμένο) την Τραγωδία του ‘’Ανδρομάχη’’ το 424 π.Χ. στην αυλή του Βασιλιά Θαρύπα των Μολοσσών, στην Αρχαία Πασσαρώνα της Ηπείρου. Η συγκεκριμένη ηρωίδα της Ευριπίδειας Τραγωδίας, εμφανίζεται για πρώτη φορά, ως αναφορά, στην Ιλιάδα του Ομήρου, στη Ζ ραψωδία, ‘’Ομιλία Έκτορος και Ανδρομάχης’’. Από την άλλη έχει αναφερθεί (κατόπιν έρευνας) ότι το πρόσωπο Ανδρομάχη αναφέρεται και σε άλλα έργα, προγενέστερα της Ιλιάδας. Άξιο αναφοράς δε είναι ότι η μορφή της Ανδρομάχης υπάρχει και στην άλλη του Τραγωδία, τις ‘’Τρωάδες’’ που διδάχτηκε το 415 π.Χ.
Η Τραγωδία ‘’Ανδρομάχη’’, δίχασε τους κριτικούς και της εποχής του (πειραματιστή) Ευριπίδη αλλά και νεότερους. Κάποιοι επιμένουν στη μη ικανή ύπαρξη ενότητας και ασάφειας στη κεντρική θεματολογία της, ενώ άλλοι (νεότεροι), επιμένουν στην πρωτοποριακή δομή της (για την εποχή που διδάχτηκε), και στην υπέρμετρη πολυδιαστατικότητα της. Άπαντες όμως συμφωνούν για την αντισπαρτιατική του κατεύθυνση (κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου γράφτηκε), με ακραίους χαρακτηρισμούς (εγκληματίες, άνομοι, δόλιοι) κατά των Σπαρτιατών.
Οι αναλυτές – μελετητές της Τραγωδίας διχασμένοι, θεωρούν ότι ο Ευριπίδης ή αναφέρεται, εμμέσως πλην σαφώς στην απληστία και την προδοσία, ή επικεντρώνει τη δομή της, στην προσωρινή καλοτυχία, ή στην εξιδανίκευση της ‘’βάρβαρης’’ Ανδρομάχης. Η Ανδρομάχη ήταν κόρη του Ηετίωνα, βασιλιά της «Υποπλακίης Θήβης», η οποία βρισκόταν κοντά στο βουνό Πλάκος στην περιοχή του Αδραμυττίου.
Η Υπόθεση
Η Τραγωδία αναφέρεται στη σύγκρουση της Ανδρομάχης, χήρα του Έκτορα και τώρα σκλάβα – λάφυρο, του γιου του Αχιλλέα, Νεοπτόλεμου (ή Πύρρου), και της Ερμιόνης, γυναίκας του Νεοπτόλεμου. Η Ερμιόνη κατηγορεί την Ανδρομάχη, η οποία έχει ήδη ένα παιδί από το Νεοπτόλεμο, τον Μολοσσό, ότι με δική της υπαιτιότητα, ο Νεοπτόλεμος δεν επιθυμεί την ίδια, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κάνει παιδί μαζί του. Η σύγκρουση οδηγείται στα άκρα όταν ο Μενέλαος, ο βασιλιάς της Σπάρτης και πατέρας της Ερμιόνης, αποφασίζει να θανατώσει το γιο της Ανδρομάχης. Εκείνη καταλαβαίνοντας , το δολερό σχέδιο, κρύβει τον γιο της, και επικαλείται τον γέρο Πηλέα, τον πατέρα του Αχιλλέα που γεννήθηκε με την ένωση του Πηλέα με την νύμφη Θέτιδα, να την βοηθήσει και η ίδια καταφεύγει ως ικέτισσα στο Ιερό της Θέτιδας. Ο Μενέλαος όμως βρίσκει το παιδί και εκβιάζοντας την ότι θα το σκοτώσει, την αναγκάζει να βγει από το Ιερό άσυλο. Τότε παρεμβαίνει ο Πηλέας και υποχρεώνει τον Μενέλαο να επιστρέψει στη Σπάρτη. Η Ερμιόνη φοβάται τώρα τι θα κάνει ο Νεοπτόλεμος μόλις γυρίσει από τους Δελφούς (που είχε πάει για να κατευνάσει την οργή του Θεού Απόλλωνα επειδή τον είχε κατηγορήσει για τον φόνο του πατέρα του, Αχιλλέα). και αποκαλυφθούν τα σχέδια της. Τότε εμφανίζεται ο ερωτευμένος μαζί της, Ορέστης, που την παίρνει μαζί του στη Σπάρτη ελπίζοντας να παντρευτούν. Προηγουμένως έχει φροντίσει να δολοφονηθεί ο Νεοπτόλεμος στους Δελφούς. Ο Πηλέας οδύρεται για τον εγγονό του και η Θέτις τον συμβουλεύει να τον θάψει στους Δελφούς και να στείλει την Ανδρομάχη με το παιδί της στους Μολοσσούς, υποσχόμενη στον ίδιο ότι θα τον κάνει αθάνατο και τον θεοποιεί.







Συζήτηση σχετικά με post