του Γιάννη Γαβρίλη
To 1936 o Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα τελειώνει την συγγραφή ( μετά από λίγο διάστημα θα δολοφονηθεί) του τρίτου έργου της τριλογίας του, της ”Ισπανικής Υπαίθρου” ”Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα ”, Ισπανικά ”La Casa de Bernarda Alba. Drama de mujeres en los pueblos de España ” (τα δυο προηγούμενα ήταν η ”Γέρμα” και ο ”Ματωμένος Γάμος”. Προμήνυμα αυτό το θεατρικό του έργο, της επιβολής του φασιστικού καθεστώτος στην Ισπανία από τον Φράνκο.
Η θεματολογία του έργου αναφέρεται στην καταπίεση, στην μητρική τυραννία, στο επιβαλλόμενο μακροχρόνιο πένθος, στο ανικανοποίητο πάθος και ερωτισμό, στην παρθενία, στον αυταρχισμό, στην εμμονή σε μια συντηρητική κοινωνία, στην Θρησκεία που όλα αυτά, μαζί με την άσκηση μιας άδικης εξουσίας, δημιουργούν ένα μίγμα εκρηκτικό που ως αποτέλεσμα θα έχει και αυτή ακόμη την απώλεια της ζωής.
Η υπόθεση
Μετά το θάνατο του δεύτερου συζύγου της Μπερνάρντα Άλμπα, εκείνη επιβάλει τυραννικά ένα οκτάχρονο πένθος και στις κόρες της, τον εγκλεισμό τους στο σπίτι , καθώς την απόφαση της να μην έχουν καμιά επαφή με άντρες. Στο σπίτι ”περιφέρεται” και η μητέρα της Μαρία Χοσέφα.Η υπεροπτική Μπερνάρντα λόγω της προέλευσης της από ανώτερη τάξη, σνομπάρει τις άλλες κοινωνικές τάξεις, τις θεωρεί, υποδεέστερες. Οι κόρες της Μαγκνταλένα, Αμέλια, Μαρτίριο και Αδέλα θα υποστούν την τυραννία της με τον πιο αυταρχικό τρόπο καθώς και η υπηρέτρια τους η Πόνθια, (αν και αυτή έχει έναν δικό της τρόπο και την διαχειρίζεται) αλλά και η άλλη κόρη της, από τον πρώτο της γάμο, η Ανγκούστιας, που έχει κληρονομήσει την περιουσία του πατέρα της και είναι η μόνη που ετοιμάζεται να παντρευτεί. Θα πάρει τον Πέπε Ρομάνο που όμως είναι αντικείμενο του πόθου ( και αρραβωνιαστικός και εραστής και ερωτική φαντασίωση) για κάποιες από τις αδελφές της. Η τραγική μοίρα θα τις στοιχειώσει και θα δημιουργήσει την έχθρα μεταξύ τους, μέχρι θανάτου..
Αυτό το θεατρικό έργο ανέβηκε για πρώτη φορά το 1945 και στην Ελλάδα το 1954 με την Κατίνα Παξινού στον ομώνυμο ρόλο.
Στο Θέατρο ”ΑΡΓΩ- Studio” έρχεται τώρα ο σκηνοθέτης Αλέξανδρος Κοέν να ανεβάσει την δίκη του εκδοχή και την δική του μετάφραση. Σε μια συμπυκνωμένη χρονικά παράσταση (έχουν αφαιρεθεί αρκετά κομμάτια της δράσης του έργου, όπως και πρόσωπα), όπου όλα παρουσιάζονται εντόνως δραματικά, με έμφαση στον ρεαλισμό (όπως σημείωσε και ο Λόρκα για το έργο του) με εμφανή την αποτροπή του ηθογραφικού χαρακτήρα του, που παλαιότερες παραστάσεις ήταν επικεντρωμένες σε αυτό, με μετριασμό της ποιητικής απόδοσης του και με ταχυτάτη ενέργεια στις ερμηνείες. Το αποτέλεσμα επιτυχές, που σε παρασύρει και σε ωθεί να αντιληφτείς την τραγική, ακόμη και σε πολεμική διάσταση , επιβολή ενός αυταρχικού και μισαλλόδοξου καθεστώτος και που σε ωθεί, να σκεφτείς ως θεατής την διαχρονική από τις εξουσίες, επικυριαρχία, ακόμη και στα συναισθήματα, πόσο μάλλον στην φυσιολογική ανάγκη του ερωτισμού και της ερωτικής συνεύρεσης των ανθρώπων που αν αυτή απαγορευτεί, τότε ο άνθρωπος θα καταφύγει στην αυτοϊκανοποίηση. Και ο Κοέν τολμά και την παρουσιάζει αδρά σε αυτή την δική του εκδοχή.
Ο Κοέν καταθέτοντας την άποψη του για το πως μπορεί να ανέβει αυτό το έργο σήμερα, δεν πλατειάζει, δεν υποκρύπτει. Παρουσιάζει ένα τραχύ, απάνθρωπο περιβάλλον όπου σκηνικά (Σκηνικό και η ”σκοτεινή” ένδυση των ηθοποιών, του Κωνσταντίνου Ζαμάνη), αποτυπώνεται ως ένα αυστηρό οικοτροφείο (ένα σιδερένιο γραφείο και σιδερένιες καρέκλες, όπως τα παρόμοια στις δημόσιες υπηρεσίες) η ως ένα ανακριτικό ψυχρό χώρο, απ’ όπου είναι αδύνατον να δραπετεύσεις και ως σε φυλακή, αυτές οι εκφοβισμένες κόρες, μόνο από ένα μικρό άνοιγμα (στην παράσταση αποτυπώνεται ως σκαλωσιά και εκεί σκαρφαλώνουν οι κόρες για να βρουν, να δουν το αντικείμενο του Πόθου, την ελευθερία, την αυτοδιάθεση. Παραπέμπει και σε κάγκελα ενός κελιού) Αντικρίζουν τον έξω κόσμο και κυρίως τον ποθητό Πέπε (δεν υπάρχει καμιά ανδρική παρουσία- ρόλος στο έργο) που, ακόμη και η υποψία ότι πλησιάζει το σπίτι, δημιουργεί αναταραχή, ερωτική εφίδρωση και το θερμό φως που θαμπώνει τα πρόσωπα και τα ανήσυχα κορμιά των ερωτικά διψασμένων κοριτσιών ως μια λύτρωση (Φωτισμοί: Αλέξανδρος Αλεξάνδρου) υπό τις επιβλητικές μουσικές συνθέσεις του Γιώργου Πούλιου.
Από την μια η αυταρχικότητα της μητέρας-εξουσιάστριας, η καθολική άρνηση της να δεχτεί την φυσιολογική διάσταση της ύπαρξης, και από την άλλη η άρνηση και η αδιαμαρτύρητη όμως αποδοχή της καταπίεσης. Αν και όλες αντιδρούν, η κάθε μια με τον τρόπο της, εκείνη που επαναστατεί είναι η Αδέλα , που ναι, είναι ερωμένη του Πέπε, που ναι, θα θυσιαστεί για να μην υποκύψει, για να αντισταθεί, θυσιάζοντας την ζωή της, για την άρνηση της υποταγής (όπως και ο ίδιος ο Λόρκα). Επιβλητικό εύρημα η παρουσία της Μαρία Χοσέφα, (στην περιγραφόμενη παράσταση δεν εμφανίζεται ως φυσική παρουσία αλλά είναι σε κινηματογραφημένο κάδρο). Όλα σε αυτή την εξαιρετική παράσταση προβάλουν τόσο αληθινά, τόσο πραγματικά, τόσο έξω από την τυπική υποκριτική. Γιατί οι χαρακτήρες υπάρχουν, αναπνέουν, αντιδρούν, μέσω των υπερβατικών , πειστικών και ενεργειακών ερμηνειών. Που κινούνται ως Χορός Αρχαίας Τραγωδίας (Διδασκαλία: Σοφία Μιχαήλ) στον σχετικά μικρό σκηνικό χώρο του Studio του Θεάτρου ΑΡΓΩ. Προεξαρχούσης της έμπειρης Αιμιλίας Υψηλάντη στον ρόλο της Μπερνάρντα Άλμπα που καταθέτει ερμηνευτικά μια άλλη, πλέον ήπια μορφή και όχι τόσο επιβλητική όπως περιγράφεται από τον Λόρκα και την έχουμε γνωρίσει σε άλλες παραστάσεις. Μαζί της σε ένα κρεσέντο υποκριτικής απολυτότητας οι κ. Νεκταρία Γιαννουδάκη, Ιωάννα Αγγελίδη, Αλεξάνδρα Κουλούρη, Δάφνη Καμμένου, Μαρία Σαρέλη, Φλώρα Καραβελατζή που καταφέρνουν με τις ερμηνείες τους να επιβληθούν και να πείσουν για την τραγική ζωή των πέντε κοριτσιών, αλλά και της διαχειρίστριας-ισορροπίστριας της σκληρότητας της Μπερνάρντα, Πόνθια. Ερμηνείες που επιβάλλονται επί σκηνής με στιβαρότητα και απολυτή προσήλωση-μελέτη των χαρακτήρων που ερμηνεύουν.
Μια παράσταση με ισχυρό αποτύπωμα και απόλυτα αποκαλυπτική ως θεατρική κατάθεση του έργου – καταγγελία του Λόρκα και των μηνυμάτων που ”κουβαλάει” ως βαρύ διαχρονικό φορτίο.




Συζήτηση σχετικά με post