Μανούσος Μανουσάκης: Αισθάνομαι ακόμη το ίδιο ερεθισμένος με τη δουλειά. Το ίδιο τρομαγμένος, το ίδιο γοητευμένος, το ίδιο θρασύς, το ίδιο ευτυχής

Σχόλιο

Συνέντευξη: Γιάννης Γαβρίλης

Με αφορμή την προβολή της τηλεοπτικής σειράς τεσσάρων επεισοδίων από την Ε.Ρ.Τ.  της μεταφοράς του διηγήματος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη ” Βαρδιάνος στα σπόρκα”. 

Πριν από την συνέντευξη

Πόσο με εντυπωσίασε ο πληθωρικός λόγος του Μανούσου Μανουσάκη. Αυτή η δυνατότητα του, όσο μιλάει, να σε παρασύρει και να κάνεις εικόνες τα λεγόμενα του. Μα και με την σκηνοθετική του ασχολία αυτό δεν κάνει; Πλάθει εικόνες που εμπεριέχουν νοήματα, προσλαμβάνουσες, αγγίζουν την φαντασία και την μετατρέπουν σε ρεαλιστική προβολή. Με δυσκόλεψε η απομαγνητοφώνηση της συνέντευξης. Αλλά πόσο την χάρηκα, έχει σημασία. Αυτός ο χείμαρρος Μανουσάκης που με γοήτευσε όσο λίγοι, με τον τρόπο που ομιλεί, με την ειλικρίνεια του, με τις όποιες λίγες εξάρσεις του, αλλά κυρίως με την τρυφερότητα του, την γλυκύτητα του, την ηρεμία του, την δεκτικότητα του σε ότι τον ρωτούσα. Μου προσέφερε, όχι μια τυπική συνέντευξή, αλλά μου άνοιξε και μου έδωσε απλόχερα για να δημοσιευτούν, όσα τον απασχολούν, όσα τον ευχαριστούν η τον θυμώνουν, τις σκέψεις του, τις απόψεις του, μου άνοιξε την καρδία του. Θα το διαπιστώσετε και εσείς.  

Στις 2 Οκτωβρίου θα ξεκινήσει να προβάλλεται από την Ε.Ρ.Τ. η τηλεοπτική σειρά τεσσάρων επεισοδίων που έχετε σκηνοθετήσει ”Βαρδιάνος στα σπόρκα”, τηλεοπτική μεταφορά του διηγήματος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που εκδόθηκε το 1893 στην εφημερίδα ”Ακρόπολις”. Μιλήστε μου για τα όσα προηγήθηκαν μέχρι να γίνει τηλεοπτική σειρά αυτό το εκτενέστατο από μεριάς αφήγησης και κάποιων διαλόγων διήγημα.

Κατ’ αρχήν   η επιλογή του συγκεκριμένου διηγήματος.  ‘Όπως και των δύο άλλων διηγημάτων μιας και το όλο σχέδιο αποτελείται από τρία διηγήματα, αναπτυγμένα σε τέσσερα επεισόδια το κάθε ένα. Δηλαδή τρεις μικρές σειρές. Προηγήθηκε μια τεράστια έρευνα στην Ελληνική διηγηματογραφία, στην Ελληνική κλασσική Λογοτεχνία. Διαβάστηκαν δεκάδες, ίσως και εκατό διηγήματα… μαζί με τους σεναριογράφους, τον Σταύρο Αβδούλο και την Ειρήνη Ριστώνη και εμένα. Τα μοιραστήκαμε, ανταλλάξαμε γνώμες, συζητήσαμε με την Ε.Ρ.Τ. για τα δέκα επικρατέστερα, για να καταλήξουμε σε αυτά τα τρία. Ο λόγος που το κάθε ένα από τα διηγήματα, που επιλέχθηκε, δεν ήταν τυχαίος. Ειδικά  στην επιλογή του ”Βαρδιάνος στα σπόρκα”, που δεν είναι και από τα γνωστότερα του Παπαδιαμάντη, λάβαμε υπ’ όψη μας και την συγκυρία. Όχι την ευκαιριακή συγκυρία την πρόσφατης πανδημίας που μας ταλανίζει τώρα, η της τότε της χολέρας στην οποία αναφέρεται το διήγημα,  αλλά η περιγραφή της κοινωνίας του τότε, των χαρακτήρων που δεν διαφέρουν τόσο και από τους σημερινούς των ανθρώπων. Σε αυτό το διήγημα που γράφτηκε πριν από 140 χρόνια περίπου, βλέπεις ότι η Πολιτεία δρούσε με τον ίδιο τρόπο που δρα και τώρα.  Όπως και ο λαός. Διαπιστώνεις οτι δεν άλλαξε τίποτα. Είναι η ίδια εικόνα. Αυτό, λοιπόν ήταν το κίνητρο, όπως και η ανάπτυξη του περιβάλλοντος χώρου, όλο αυτό το ”σκηνικό” το ανθρώπινο που τόσο γλαφυρά περιγράφει ο Παπαδιαμάντης, που πραγματικά μας γοήτευσε. Και έτσι αποφασίσαμε να το μεταφέρουμε στην τηλεόραση.

“Η επιτυχία είναι ένα πουλάκι. Έρχεται στην αγκαλιά σου, και ζητάει την αγάπη σου. Αν το τρομάξεις θα φύγει. Το τρομάζει, και η έπαρση.  Αν όμως το κρατήσεις τρυφερά, γίνεται θεόρατο απλώνει τις φτερούγες του και σε σηκώνει ψιλά. Αν δεν το εμπιστευτείς, τότε σε αφήνει και πέφτεις και τσακίζεσαι”   

Θα ήθελα να επιμείνω στο θέμα της μεταφοράς του διηγήματος αυτού και να σας ρωτήσω για τις αυτονόητες δυσκολίες που προέκυψαν κατά την συγγραφή του σεναρίου από τους Σταύρο Αβδούλο και Ειρήνη Ριτσώνη. Κατά τη γνώμη μου κάθε άλλο παρά   εύκολο κείμενο είναι, όπως και όλα εξάλλου του Παπαδιαμάντη, ώστε να διασκευαστεί, να γίνει εικόνα, να το υποκριθούν ηθοποιοί, καθώς το μεγάλο μέρος του, είναι αφηγηματικό.

Δεν θα έλεγα ότι είναι τόσο αφηγηματικό. Ο Παπαδιαμάντης συμπεριλαμβάνει και εξαιρετικούς διαλόγους στην ρέουσα καθομιλουμένη γλώσσα. Μπορεί η περιγραφή των καταστάσεων να είναι σε μια εξαιρετικά ακριβολόγο και όχι περιφραστική, καθαρεύουσα. Μέσω αυτής λοιπόν,  σου μεταφέρει ακριβώς τον χώρο, τον χρόνο και  κυρίως την διάθεσή του να περιγραφούν τα γεγονότα. Πράγμα που είναι ιδιαίτερα υποβοηθητικό για να ξέρεις πως αντιμετωπίζει τις εκάστοτε κρίσεις  το Κράτος, πως περιγράφει την Εξουσία, ενώ συγχρόνως αναλύει και τους χαρακτήρες, των πολιτών. Αυτό είναι και κυρίαρχος κορμός του διηγήματος. Η ματιά του συγγραφέα προς την κοινωνία μας. Ο Παπαδιαμάντης είναι καίριος και σαφέστατος στο πως περιγράφει την κοινωνία της εποχής του. Όσο για  αυτό το σαρκαστικό χιούμορ του που χρησιμοποιεί;  Είναι συγκλονιστικό. Όσον αφορά τους διαλόγους. Είναι έμπλεο διαλόγων γραμμένοι δε στην  ντοπιολαλιά της Σκιάθου. Και επειδή πολλά λέγονται σχετικά με την  μη κατανόηση  του γραπτού λόγου του Παπαδιαμάντη η του Βιζυηνού, γενικά τους κλασσικούς συγγραφείς, θα σας αναφέρω ένα πείραμα που έκανα, στη δραματική σχολή που δίδασκα. Είπα στα παιδιά να διαβάσουν τα  διηγήματα τα οποία προτιθέμεθα να  μεταφέρουμε στην τηλεόραση και να τα συζητήσουμε. Στην αρχή τα παιδιά είχαν μια άποψη ως προς τη γλώσσα αυτή, που δεν την είχαν διδαχθεί. Στη συνέχεια όμως, μόλις ξεπέρασαν τη πρώτη προκατάληψη και προσπαθώντας λίγο παραπάνω, το αποτέλεσμα ήταν να τους γίνει τόσο κατανοητή, τόσο εύκολη, εξάλλου ελληνική γλώσσα δεν είναι; Δεν είναι… Ισπανοεβραίικα! (γελάει).

Η Λογοτεχνία, η πεζογραφία είναι ένα διαφορετικό είδος από την σεναριογραφία. Το σενάριο αυθαιρετεί επάνω στο διήγημα, συμπληρώνει χαρακτήρες, αναπτύσσει άλλους, δημιουργεί καταστάσεις και γεγονότα, ακόμη και συναισθήματα, ενώ μεταφράζει σκέψεις που τις κάνει δρώμενα, η επεισόδια, τις κάνει δράση που τα αντλούμε όλα,  ασφαλώς, από το κείμενο και τα προάγουμε, τα κάνουμε εικόνα. Δεν θα έλεγα ότι είναι δύσκολο. Θα έλεγα ότι είναι μια ”πρόκληση”. Η πρόκληση δεν είναι να μεταφέρεις στην τηλεόραση η στον κινηματογράφο ένα λογοτεχνικό έργο. Πρόκληση είναι να τηρήσεις  το πνεύμα του συγγραφέα… αυθαιρετώντας!

Καταλαβαίνω λοιπόν ότι θεωρείτε νομοτελειακό να γίνουν  προσθήκες η αφαιρέσεις η παρεμβάσεις στο κείμενο μέσω του σεναρίου.

Μα δεν γίνεται αλλιώς. Το σενάριο είναι ένα άλλο λογοτεχνικό είδος. Βέβαια, επαναλαμβάνω, το μέλημα είναι να τηρηθεί το πνεύμα του συγγραφέα και αυτά που θέλησε να πει. Στη προκειμένη περίπτωση είναι η σαρκαστική, η αιχμηρή και ακριβοδίκαιη κριτική, εκ μέρους του, της κοινωνίας. Της πολιτικής.

Εγώ δεν μπορώ να έχω συναίσθηση, της όποιας γοητείας του έργου μου. Εάν αποκτήσω συναίσθηση θα χαθεί αυτή”

Οι επιλογή των ηθοποιών με πιο γνώμονα έγινε; Ποιοί, ποιές συμμετέχουν;

Οι επιλογή των ηθοποιών δεν έγινε με κάποιο ξεχωριστό τρόπο. Ο τρόπος που επιλέγω πάντα τους ηθοποιούς μου, αν και θα έλεγα ότι αλληλοεπιλεγόμεθα, υπάρχει μια αμφίδρομη σχέση η επιλογή, δεν επιλέγω εγώ, με επιλέγουν επίσης. Είναι μια διεισδυτική διαδικασία, είναι κάτι μαγικό. Μπαίνει ένας ηθοποιός στο γραφείο και η αύρα που αποπνέει, ο ερωτισμός που εκπέμπει, θεωρώ,  ότι αυτός ο ερωτισμός είναι απαραίτητο στοιχείο στη δουλεία μας. Ο ερωτισμός που εκπέμπει ο άνθρωπος, ασχέτου του φύλλου,  μου χτυπάει ένα… ”καμπανάκι” και λέω.. αυτός η αυτή είναι για αυτόν τον ρόλο και κανείς άλλος. Είναι μια μαγική διαδικασία, που δεν μπορώ να την εκλογικεύσω και να πω τα λέει καλά η όχι. Αυτό είναι δευτερεύον. Δεν έχει σημασία για εμένα πως θα ειπωθεί από τον ηθοποιό κάτι, μέσα στην δεδομένη αμηχανία του γραφείου, αλλά να δω πόσο μπορώ να συνεννοηθώ με τον άνθρωπο που θα συνεργαστώ. Με ενδιαφέρει η κοινή γλώσσα. Η διαλεκτική.

Αυτά στα οποία αναφερθήκατε, ομολογώ ότι δεν τα έχω ξανά ακούσει από σκηνοθέτη. Είναι γνωστό ότι πολλοί σκηνοθέτες έχουν τον δικό τους κύκλο, τους δικούς τους ανθρώπους που μονίμως συνεργάζονται.  

Σε κάθε μου σειρά χρησιμοποιώ καινούρια πρόσωπα, νέους ηθοποιούς που είναι ακόμη άγνωστοι. Δεν έχω δημιουργήσει καμιά ”παρέα”. Έχω δουλέψει με πληθώρα νέων ηθοποιών που κάνουν τα πρώτα τους βήματα στον χώρο. Το ίδιο κάνω και εδώ, στον ”Βαρδιάνο”. Όπως με την Τζένη Καζάκου που είναι η πρώτη της δουλειά. Η με τον Γιώργο Σαββίδη που είναι για αυτόν η πρώτη του μεγάλη δουλειά. Και πολλοί άλλοι. Βέβαια έχω και γνωστούς, καθιερωμένους πλέον ηθοποιούς. Όπως την Ρένια Λουιζίδου, που είναι μια συγκλονιστική Σκεύω. Δίπλα της ο Τάκης Βαμβακίδης, ο Πέτρος Ξεκούκης, ο Παύλος Κουρτίδης, η Μαρία Καβουκίδου  και πολλοί άλλοι.

Έχουν γραφτεί ήδη αρκετά για τα σκηνικά και για τα κοστούμια. Επιθυμία σας, θεωρώ, ήταν να αποτυπωθεί και εδώ, σωστά η εποχή του 1865 που ενέσκηψε και στην Ελλάδα η χολέρα.

Το σκηνικό και το κοστούμι είναι ο τρίτος πρωταγωνιστής. Για να πείσουμε τον θεατή μπει στην ιστορία, για να θεωρήσει ότι αυτό που βλέπει στον δέκτη η στην οθόνη του, είναι πραγματικότητα.  Πρέπει η κάθε λεπτομέρεια να είναι ακριβής, να είναι πειστική, να τον μεταφέρει σε μια άλλη εποχή. Ευτυχήσαμε που συνεργαστήκαμε  με τον σκηνογράφο ,  Σπύρο Λάσκαρη  και με την ενδυματολόγο μας που ήταν μαζί μας και στο ”Κόκκινο ποτάμι” την Μαρία Μαγγίρα.  Οι οποίοι γνωρίζουν σε βάθος την εποχή και μελετάνε την κάθε λεπτομέρεια η του κοστουμιού η του παραθύρου, της πόρτας, του πόμολού της ακόμη, η  του σοκακιού, ως προς το σκηνικό. Δυστυχώς ζούμε σε μια χώρα που έχουν κατεδαφιστεί η αρχιτεκτονική μνήμη, πολλά νεοκλασικά κτίρια και στη θέση τους έχουν κτιστεί τερατουργήματα,  έτσι λοιπόν δεν υπάρχουν χώροι πλέον. Δεν υπάρχει το αστικό τοπίο μιας άλλης εποχής. Το υποκαθιστά, λοιπόν, το ευρηματικό σκηνικό του Λάσκαρη. Βέβαια κάναμε γυρίσματα και σε φυσικούς χώρους όπως στο γραφικό παραθαλάσσιο Κυπαρίσσι Λακωνίας   μία περιοχή με πολλά παραδοσιακά στοιχεία. Δεν μπορώ δε να μην αναφερθώ στην εξυπηρέτηση που μας προσέφεραν οι κάτοικοι του Κυπαρισσιού, στην δοτικότητα τους, στην φιλοξενία τους. Γυρίσματα επίσης έγιναν  στη Καισαριανή, στη Πλάκα  και σε άλλα σημεία της Αττικής.

Τι αναδεικνύεται ως επί το πλείστον σε αυτή σας την τηλεοπτική προβολή του διηγήματος του Παπαδιαμάντη. Αναφέρεται σε αυτό η κοινωνική δομή του νησιού, οι περιθωριοποίηση των γυναικών από τα κοινά, η μητρότητα, η αντίληψη της Σκεύως για τον κόσμο που την περιβάλει, η κρατική αναλγησία, όπως δε γράφει ο Παπαδιαμάντης ”Το πλείστον κακόν οφείλεται αναντιρρήτως εις την ανικανότητα της ελληνικής διοικήσεως”, η θρησκευτικότητα, αλλά και η αντίσταση απέναντι στις στενόμυαλες αντιλήψεις και των ίδιων των κατοίκων, ακόμη και η εχθρότητα.

Κοιτάξτε. Ο Παπαδιαμάντης επ’ ουδενί δεν υποτιμά τις γυναίκες. Και επ’ ουδενί δεν την περιθωριοποιεί. Η γυναίκα είναι η πρωταγωνίστρια του. Εδώ είναι πρωταγωνίστρια γυναίκα. Όπως και στη ”Φόνισσα”. Και  συχνά είναι χήρες. Η γυναίκα, στο έργο του, χαίρει άκρας εκτίμησης και σεβασμού. Παράλληλα σαρκάζει τους άνδρες. Όπως σαρκάζει την Εξουσία, τους χωροφύλακες της μακρινής και ίσως άγνωστης εκείνης εποχής του 1865. Καταγγέλλει την εξουσία  που ασκεί η ανδροκρατούμενη κοινωνία. Εδώ η Σκεύω κάνει μια υπέρβαση αξιοσημείωτη για να μπορέσει να φτάσει μέχρι τον γιό της, τον Σταύρο, που νοσεί, είναι στη καραντίνα και να τον περιθάλψει…

…Επιτρέψετε  μου να σας διακόψω. Επειδή έχω διαβάσει το διήγημα, η Σκεύω είναι η μόνη που αντιστέκεται. Οι άλλες γυναίκες είναι κουτσομπόλες, είναι κακότροπές εναντίον της, της κακομιλούν…

…Σε αυτό αναφέρομαι. Κοιτάξτε όμως. Από την άλλη, είναι ένας υπέροχος χορός γυναικών. Ένας χορός που σχολιάζει. Εμείς μέσα από τον Παπαδιαμάντη, δημιουργήσαμε χαρακτήρες με αυτόν τον χορό. Υπάρχει η καλοπροαίρετη, η γκρινιάρα, η στριφνή, η κακόπιστη, η παραδόπιστη, η καλόγνωμη, αυτή που δεν πιστεύει στην πανδημία της χολέρας. Αυτή που πετροβολά όσους διέφυγαν από την καραντίνα. Και τον χορό αυτόν  τον αναδεικνύουμε πάρα πολύ γλυκά. Όλα καταστρέφονται στο διήγημα του Παπαδιαμάντη και όλα όμως στο τέλος γίνονται αρμονικά, μια κοινωνία που πέρασε μέσα από τη κρίση και τώρα αποκτά τις ουσιαστικότερες των σχέσεων.

Ο ”Βαρδιάνος στο σπόρκα” είναι το πρώτο ελληνικό διήγημα που μεταφέρετε στην τηλεόραση. Ποια είναι τα επόμενα;

Είναι το ”Ποιός ήτον ο φονεύς του αδελφού μου” του Γεωργίου Βιζυηνού και το ”Κρίσιμες στιγμές” της Γαλάτειας Καζαντζάκη. Το μεν πρώτο έχει ξεκάθαρα την δομή μιας Αρχαίας Τραγωδίας και ειδικά του Οιδίποδα. Η μάνα ψάχνει τον φονιά του γιού της ενώ ο φονιάς βρίσκεται στο σπίτι της. Είναι υιοθετημένος από αυτήν. Αν και αυτός δεν γνωρίζει ότι έχει σκοτώσει τον γιό της, θεωρεί ότι έχει σκοτώσει κάποιον άλλον. Η διαφορά από τον Οιδίποδα είναι το τέλος του διηγήματος διαφέρει πάρα πολύ, δεν υπάρχει η ερωτική σχέση, έχουμε εδώ την μητρική αγάπη προς τον γιό,. Αυτό το διήγημα, πραγματικά, μας γοήτευσε. Είναι ένα αστυνομικό ψυχογράφημα. Μας γοήτευσε επίσης η κοινωνία της Ανατολικής Θράκης, εκεί εξελίσσεται η δράση και το ότι είναι αυτοβιογραφικό. Τοποθετείται επί Οθωμανικής κυριαρχίας και αναφέρεται στην αρμονική συμβίωση Χριστιανών και Οθωμανών. Βέβαια ο Γιωργής, ο ένας από τους γιούς, που είναι ο Βιζυηνός, είναι προφανώς αντίτουρκος, αλλά όμως ξεχειλίζει στο διήγημα, αυτή η αρμονική συνύπαρξη των δυο θρησκευτικών και εθνικών, αντιθέτων κοινωνιών.

Και για το διήγημα της Γαλάτειας Καζαντζάκη;

Της Γαλάτειας Καζαντζάκη, εξελίσσεται το 1940-44 και το θέμα είναι, ένα ζευγάρι αστών, αυτός καθηγητής Πανεπιστημίου, αυτή οικοκυρά, όπως και η αρχική στάση των αστών απέναντι στην Κατοχή. Σταδιακά συνειδητοποιούν την ακραία κατάσταση και ο άνδρας αποφασίζει να ενταχθεί στην Αντίσταση ενεργά και να ρίξει το σώμα του στη φωτιά.

“Η κάθε δουλειά, σου προσθέτει γνώσεις, σου προσθέτει εμπειρία. Αυτά τα δύο τα επενδύεις στην επόμενη για να συνεχιστεί η γνώση και η εμπειρία. Ποτέ δεν σταματάει ο αγώνας κατάκτησης. Ποτέ δεν σταματάει ο αγώνας κατάκτησης. Είναι μια αέναη διαδικασία και κάθε φορά που αρχίζω μια καινούρια, είναι σαν να ξεκινάω, την πρώτη μου δουλειά”

Να πάμε τώρα σε κάποια άλλη σας δουλειά. Φέτος γιορτάζουμε τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 που ξεκίνησε από την Πελοπόννησο. Προσφάτως είχατε κάποιες επαφές με τον  Περιφερειάρχη  Πελοποννήσου  Παναγιώτη Νίκα. Σε τι αφορούσε;

Μου πρότειναν από την Περιφέρεια να σκηνοθετήσω ένα ντοκιμαντέρ γύρω από την Επανάσταση του ’21. Αποφασίσαμε να περιγράφεται το ξεκίνημα της. Τι συνέβαινε πριν από αυτήν και πως φτάσαμε στο σημείο να γίνει η Επανάσταση εφικτή και πως έσκασε η θρυαλλίδα αυτή και o Ξεσηκωμός έγινε γεγονός. Επιλέξαμε αυτό το κομμάτι της Ιστορίας γιατί δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό και η διήγησή μας τελειώνει την 25η Μαρτίου. Ξεκινάμε την γραφή των γεγονότων, περιληπτικά, από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, περνάμε στη Φραγκοκρατία, στον Διαφωτισμό, στον Ρήγα Φεραίο, στην Φιλική Εταιρία και μετά εκτενώς περιγράφουμε τα γεγονότα, τις διαβολές, τις μηχανορραφίες τα ”μαγειρέματα”, να το πω έτσι, που προηγήθηκαν, τον ρόλο των διάφορων προεστών, κλεφτών, αρματολών, ιερέων, του λαού και πως όλοι αυτοί συνέπραξαν παρασυρόμενοι από το κύμα της Φιλικής Εταιρίας που λειτούργησε ως καταλύτης με προεξάρχοντα τον Παπαφλέσσα στη Πελοπόννησο  και εντάχτηκαν, παρ’ όλες τις όποιες αντιρρήσεις η τις φοβίες η τις αναβλητικότητες, μη και χάσουν τα οφίκια τους, τα προνόμια τους, τις περιουσίες τους, παρασυρόμενοι επίσης και από την οργή του Λαού.

Τι διάρκειας είναι αυτό το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ… που δεν θα το έλεγα τελικά  ντοκιμαντέρ έτσι που μου το περιγράφεται.   

Μιας ώρας και ενός τετάρτου. Ναι είναι δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ. Αναπαριστώνται, δηλαδή, αυτά που περιγράφονται. Αποφύγαμε να έχουμε έναν ιστορικό που να μιλάει, από καθ’ έδρας. Υπάρχει μια αφηγήτρια, η συγκλονιστική Τατιάνα Παπαμόσχου. Βέβαια, είχαμε ιστορικούς συμβούλους που έλεγξαν το σενάριο των Σταύρου Αβδούλου και Ειρήνης Ριτσώνη που από την τηλεοπτική σειρά ”Τμήμα Ηθών”, είμαστε μαζί, συνεργαζόμαστε στενά και προέκυψε έτσι ένα τεκμηριωμένο αποτέλεσμα.

Σε εισαγωγικά κείμενα που προηγούνται συνεντεύξεων σας, σας αποκαλούν ως ”ο σκηνοθέτης των μεγάλων επιτυχιών”. Πως το σχολιάζετε. Αισθάνεστε έτσι;

Εγώ δεν μπορώ να έχω συναίσθηση, της όποιας γοητείας του έργου μου. Εάν αποκτήσω συναίσθηση θα χαθεί αυτή. Η επιτυχία είναι σαν ένα πουλάκι. Έρχεται στην αγκαλιά σου, κάθεται τυχαία και ζητάει την αγάπη σου. Αν το τρομάξεις θα φύγει. Και εκείνο επίσης που θα το τρομάζει, είναι η έπαρση. Με την έπαρση, μετατρέπεσαι σε έναν διάττοντα αστέρα. Αν όμως το κρατήσεις τρυφερά, γίνεται θεόρατο και απλώνει τις φτερούγες του, σε αρπάζει και σε σηκώνει ψιλά. Αν κάνεις σπασμωδικές κινήσεις, αν δεν το εμπιστευτείς, τότε σε αφήνει και πέφτεις και τσακίζεσαι.

Ασχοληθήκατε περισσότερο με τον κινηματογράφο, τη τηλεόραση, λιγότερο με το Θέατρο. Γιατί.

Ναι. Βλέπετε… η ζωή τα έφερε έτσι. Αυτή σε οδηγεί εδώ η εκεί. Όταν τελείωσα τη σχολή Κινηματογράφου στην Αγγλία, ήρθα εδώ, έκανα την πρώτη μου ταινία και έτσι με παρέσυρε ο κινηματογράφος και η τηλεόραση. Αυτά ήρθαν και με αγκάλιασαν. Βέβαια, έκανα και θέατρο που λατρεύω, που πολύ μου αρέσει. Να… τώρα ετοιμάζουμε μια παράσταση με τον Κωνσταντίνο Καζάκο και την Τάνια Τρύπη, που αναβλήθηκε πέρσι λόγω των μέτρων..

Και γνωρίζω ότι με αυτή την παράσταση θα κάνετε μια μεγάλη περιοδεία…

… Ναι, θα πάμε παντού όπου υπάρχουν θέατρα. Είναι μια εξαιρετική παράσταση σε κείμενο του Μιχάλη Άνθη και αφορά στην ενδοοικογενειακή βία, στην κακοποίηση των παιδιών, ένα θέμα που μας ταλανίζει ως κοινωνία και όχι μόνο την ελληνική αλλά και την παγκόσμια. Και είναι ένα έργο πολύ σύνθετο να ερμηνευτεί. Οι ηθοποιοί καλούνται να εκφράσουν ακραία συναισθήματα, ενός πατέρα, από τη μια, κακοποιητή της κόρης και μιας μάνας, από την άλλη, που δεν γνωρίζει, αλλά μαθαίνει κάποια στιγμή. Όλες αυτές οι ψυχολογικές διακυμάνσεις, όλη αυτή η φθορά της σημερινής κοινωνίας πρέπει να αποδοθεί από τους δυο ηθοποιούς. Ηράκλειο έργο για αυτούς! Με πρωταγωνίστρια την κόρη μεν, η οποία όμως δεν εμφανίζεται ποτέ επί σκηνής. Κάπως σαν τη ”Ρεβέκκα” της Δάφνης ντι Μοριέ που μετέφερε στο κινηματογράφο ο Χίτσκοκ το 1940 (Γελάει).

Και ο τίτλος του. 

”Άγουρα κεράσια”.

Από την πρώτη σας ταινία το 1971-72 ”Βαρθολομαίος” που μάλιστα η χούντα απαγόρευσε την προβολή της, μέχρι το ”Ουζερί Τσιτσάνης” το 2015 και την τηλεοπτική σειρά ”Το κόκκινο Ποτάμι” νοιώθετε το ίδιο σκηνοθετικό πάθος, την ίδια παραγωγική ευρηματικότητα που σαφώς πρέπει να καθορίζει έναν σκηνοθέτη  και πως διαχειρίζεστε την όποια κόπωση και την παγίδα της επανάληψης.

Η κάθε δουλειά, σου προσθέτει γνώσεις, σου προσθέτει εμπειρία. Αυτά τα δύο τα επενδύεις στην επόμενη δουλειά για να συνεχιστεί η γνώση και η εμπειρία. Ποτέ δεν σταματάει ο αγώνας κατάκτησης του μέσου, να αποκομίσεις νέες προσλαμβάνουσες. Είναι μια αέναη διαδικασία και κάθε φορά που αρχίζω μια καινούρια δουλειά, είναι σαν να ξεκινάω, την πρώτη μου δουλειά. Η όπως φεύγοντας από την σχολή, έκανα την πρώτη μου διπλωματική εργασία. Αισθάνομαι το ίδιο ερεθισμένος, το ίδιο τρομαγμένος, το ίδιο γοητευμένος, το ίδιο θρασύς το ίδιο ευτυχής.

Αν σας ρωτούσα τι σας ενδιαφέρει περισσότερο ως κυρίαρχο θέμα, για να δημιουργήσετε μια ταινία, είναι η Ιστορία, η μυθοπλασία η ο Έρωτας, τι θα απαντούσατε.

Κοιτάξτε… αυτό που όταν ξεκινάμε να κάνουμε μια σειρά η μια κινηματογραφική ταινία, μας απασχολεί κάτι σε σχέση με την κοινωνία που σου θέτει ερωτήματα. Και επιλέγουμε αυτό που μας ερεθίζει περισσότερο. Δηλαδή π.χ. Όταν κάναμε το ”Η Αγάπη ήρθε από μακριά” με τον Αλβανό μετανάστη η το ”Ψίθυροι καρδιάς” με τους Τσιγγάνους η τη σειρά ”Μη μου λες αντίο” με τη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης, το ίδιο και με το ”Ουζερί Τσιτσάνης” που έχει άλλη προέκταση. Αυτό που μας ενδιέφερε ήταν να καταγγείλουμε τον ρατσισμό και την μισαλλοδοξία, να δούμε την κοινωνία, τους ανθρώπους που είναι δίπλα μας, σαν ανθρώπους και όχι σαν εργαλεία, σαν , ας πούμε, προέκταση μιας τσάπας, να δούμε τον Μουσουλμάνο της Θράκης σαν Έλληνα πολίτη και όχι σαν Τούρκο, να δούμε τους Ρομά σαν μέλη της ελληνικής κοινωνίας, να καταρρίψουμε την προκατάληψη. Αυτό ήταν το κοινωνικά προσδοκώμενο. Ασφαλώς, μέσα σε αυτά, επιλέξαμε και τον έρωτα. Για να μπορέσεις να πεις την ιστορία σου πρέπει να τη πεις, μέσω ενός δελεαστικού συναισθήματος.

Δελεαστικό, για το κοινό, εννοείτε..   

Και για εμάς ! Δεν μας δελεάζει, νομίζεται, το έργο που παράγουμε; Δεν το ερωτευόμαστε ;  Δεν ερωτευόμαστε τους ηθοποιούς μας ;  Δεν κλαίμε στο μοντάζ, η δεν γελάμε ;  Το ίδιο με τον θεατή. Παράδειγμα, με το ”Κόκκινο ποτάμι” έβγαινα κλαμένος από το μοντάζ που είναι μια ψυχρή όσο και λογική διαδικασία…

..Εσείς βγαίνατε κλαμένος και οι συνεργάτες σας ;..  

Βεβαίως, βεβαίως!! Το ίδιο ακριβώς με το κοινό. Τι πάει να πει…

Επειδή είναι δικό σας έργο, ίσως να  το αντιμετωπίζετε με κάποια αποστασιοποίηση…

… Παρασύρεσαι.. δεν μπορείς να το αντιμετωπίσεις αποστασιοποιημένα. Δεν γίνεται αλλιώς. Παρασύρεσαι !!

“Ο Πολιτισμός δεν σχετίζεται με κανένα Υπουργείο. Ο Πολιτισμός έχει σχέση με εμάς, με τη καθημερινότητα μας. Ζούμε σε μια αγριάδα και κανένα Υπουργείο δεν μπορεί να μας αλλάξει. Βλέπω ότι βρισκόμαστε σε ένα ναδίρ, έχουμε αγριέψει!”

Για τον Πολιτισμό στη χώρα μας ποια είναι η άποψη σας; Και οι άνθρωποι που τον διαχειρίζονται, τον προβάλλουν, είναι επαρκείς;

Οι άνθρωποι που διαχειρίζονται τον Πολιτισμό, τα πολιτιστικά, εναλλάσσονται. Σήμερα είναι αυτοί, αύριο κάποιοι άλλοι. Μέχρι τώρα το Υπουργείο Πολιτισμού ήταν μια ευκαιριακή θέση. Δεν γνωρίζω και δεν μπορώ να κάνω κριτική στο πως διαχειρίζεται ο εκάστοτε Υπουργός τα θέματα τα πολιτιστικά.

Ναι αλά δεν μπορεί, μια άποψη θα έχετε..

Όχι, όχι, για τον απλούστατο λόγο, ότι δεν έχω επαφή, δεν απευθύνθηκα ποτέ στο Υπουργείο Πολιτισμού για κάτι, να δω πως λειτουργεί. Δεν ξέρω, δεν ξέρω… δεν έχω χορηγηθεί ποτέ, εδώ και δεκάδες χρόνια..

Παρ’ όλα αυτά σας ενδιαφέρει ο Πολιτισμός και η θέση του Υπουργείου ως προς τα πολιτιστικά και τις παραστατικές τέχνες..

Κοιτάξτε. Ήταν μια πολύ επιτυχημένη διοργάνωση το ”Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός”. Το Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου, το Εθνικό Θέατρο λειτουργεί εξαιρετικά, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, επίσης. Δεν μπορώ να πάρω θέση και να πω πως αλλιώς θα μπορούσαν να λειτουργήσουν. Σχετικά με την αρχαιολογία…δεν έχω ιδέα (γελάμε και οι δυο). Ακούω αυτό το μεγαλόσχημο της ενοποίησης του Αρχαιολογικού Μουσείου με το Πολυτεχνείο και όλα αυτά τα θεωρώ πολύ καλά. Γενικά τις παρεμβάσεις που σχεδιάζονται, τις βρίσκω γοητευτικές. Παρακολουθώ τις ανασκαφές που γίνονται τώρα στο χωριό μας, στο Χιλιομόδι,  μάλιστα φιλοξενώ στο μητρικό μου σπίτι, τους αρχαιολόγους που ασχολούνται με αυτή την ανασκαφή και την προϊστάμενη τους που είναι η  κ. Κιόρκα, που είναι τόσο παθιασμένη με την αρχαιολογία. Βέβαια αν υπήρχαν περισσότερα χρήματα, τα πράγματα θα ήταν αλλιώς, αλλά και πάλι γίνεται μια καλή δουλειά. Τέλος πάντων, ο Πολιτισμός στη χώρα μας δεν σχετίζεται με το Υπουργείο. Ο Πολιτισμός έχει σχέση με εμάς, με τη καθημερινότητα μας. Ας πούμε… ας σταματήσουμε το αυτοκίνητό μας να περάσει η κυρία με το καροτσάκι, να μη πετάξουμε το άδειο κουτάκι αναψυκτικού έξω από το παράθυρο, να σεβαστούμε έναν ποδηλάτη και να μη πέσουμε επάνω του, τρέχουμε λες και βρισκόμαστε στην Μοντζα, σε μια πόλη που δεν έχει, καν, πεζοδρόμια. Ζούμε σε μια αγριάδα και κανένα Υπουργείο δεν μπορεί να μας αλλάξει. Βλέπω ότι βρισκόμαστε σε ένα ναδίρ, έχουμε αγριέψει !! Για το θέμα της Παιδείας μας, λοιπόν, εκφώνησε έναν λόγο ο Χατζιδάκις λίγο πριν τον θάνατο του που μιλάει για την Παιδεία. Την απομνημονευτική που δεν αναπτύσσει την κρίση, που δεν δημιουργεί ελεύθερους πολίτες αλλά μηχανήματα και που είναι η Κερκόπορτα μέσα από την όποια περνάει ο Φασισμός.

“Αυτό που με μαθαίνει η ΓΗ είναι οτι συνειδητοποιώ το μέγεθος μας μέσα στο σύμπαν. Την αξία των μικρών πραγμάτων. Συναισθάνεσαι, το μέγεθος σου απέναντι στη Φύση. Το πόσο αδύναμος είσαι απέναντι στις δυνάμεις αυτές. Στο χωράφι και στη θάλασσα καταλαβαίνεις ποια είναι η θέση σου στον κόσμο”.

Να σας πάω κάπου αλλού. Μιλήστε μου για τις δυόμιση χιλιάδες ελιές που έχετε μαζί με την Μαρία, την σύζυγο σας, για την βιολογική καλλιέργεια τους, για την παραγωγή λαδιού και την στενή σχέση σας με αυτά.

Κοιτάξτε. Κάνουμε βιολογική καλλιέργεια ελιάς, αυτό ήταν μονόδρομος για εμάς, γιατί θέλαμε να έχουμε και έναν ιδεολογικό μανδύα σε σχέση με αυτή την απασχόληση. Η Γη έχει μια γοητεία που δεν μπορείς να αντισταθείς και το δένδρο της ελιάς που με τον ελάχιστο κόπο σου , σου προσφέρει τα πλείστα.

Όμως αυτό που με μαθαίνει η ΓΗ είναι ότι συνειδητοποιώ το μέγεθος μας μέσα στο σύμπαν. Την αξία των μικρών πραγμάτων. Βλέπεις μαζεύεις ελιές και σου ξεφεύγει ένα σπυρί και πάει μέσα στις τσουκνίδες. Και βάζεις το χέρι σου για να το σώσεις. Και τι είναι ένα σπυρί ελιάς. Τίποτα δεν είναι. Μερικά εκατομμυριοστά του γραμμαρίου, λάδι. Εκεί όμως αποκτά αξία. Είσαι αντιμέτωπος με τη Φύση, με τον Θεό. Θα βρέξει, θα χιονίσει, θα κάνει χαλάζι… μαγαζί χωρίς ταβάνι. Καταλαβαίνεις τη θέση σου μέσα στον κόσμο. Την μικρότητα σου αλλά και την μεγαλειότητα σου, την σπουδαιότητα ότι συμμετέχεις σε έναν κόσμο σαν αυτόν. Όσο συμμετέχουμε, γιατί μπορεί να μας αποβάλει πολύ σύντομα. Το ίδιο και με τη Θάλασσα. Ασχολούμαι με την ιστιοπλοΐα, μου αρέσει πάρα πολύ, αυτή η ησυχία, ο αέρας, το κύμα. Στη θάλασσα χωρίς μηχανική παρέμβαση, μόνο με ένα σωσίβιο. Με τον τρόπο που ταξίδεψε ο Οδυσσέας, ταξιδεύουμε κι’ εμείς. Συναισθάνεσαι και εδώ, το μέγεθος σου απέναντι στη Φύση. Το πόσο αδύναμος είσαι απέναντι στις δυνάμεις αυτές. Στο χωράφι και στη θάλασσα καταλαβαίνεις ποια είναι η θέση σου στον κόσμο.

Να κλείσουμε αυτή τη συνέντευξη όπως την αρχίσαμε. Με τον τηλεοπτικό πλέον ”Βαρδιάνο στα σπόρκα”. Η ιδιαίτερη και μαγευτική γραφή του Παπαδιαμάντη δεν μπορεί να μεταφερθεί σε ένα σενάριο. Δεν χρησιμοποιείται την γλώσσα της γραφής του, να υποθέσω. Σίγουρα ο σεβασμός στο πρόσωπο του και στο διήγημα, θεωρώ ότι ήταν το πρώτιστο μέλημα σας.

Μα οι διάλογοι του Παπαδιαμάντη είναι ελληνικοί. Δεν χρησιμοποιεί μια άλλη γλώσσα…

Ναι, αλλά έγραφε με έναν ιδιαίτερο τρόπο..

..Μόνο στις περιγραφές. Οι διάλογοί του είναι στην Δημοτική. Εξάλλου, δεν αφηγούμεθα. Αναπαριστούμε τις αφηγήσεις. Το να αναπαραστήσεις κάποιον που τρέχει, το ίδιο είναι και στην δημοτική η στην καθαρεύουσα…

Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον πως αναπαρίσταται μια αφήγηση. Σε κάποιο σημείο ο Παπαδιαμάντης αναφέρεται στο καφενείο που κάθονται οι άντρες και κοιτάνε ο ένας τον άλλο και δεν λένε πολλά, απευθύνονται και στον καφετζή…

Υπάρχει το καφενείο, το μπακάλικο και ο μπακάλης ο δραχμοφονιάς που κερδοσκοπεί εκμεταλλευόμενος τη κρίση και την πανδημία, κάτι σαν το σήμερα. Ο γλυκός Τάκης Βαμβακίδης που ερμηνεύει τον μέθυσο, υπηρέτη του επιστάτη, η συγκλονιστική, επαναλαμβάνω, Ρέινα Λουιζήδου ως Σκεύω, και καμιά εκατοστή ηθοποιοί όλοι τους εξαιρετικοί. Δεν είναι κανένα πρόβλημα. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι τόσο βατή, τόσο κατανοητή, και αν διαθέσουμε λίγο από το μυαλό μας θα καταλάβουμε ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ριάλιτι. Εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι άλλο. Λίγο να σκεφτώ, θα το καταλάβω. Δεν είναι στο ”πιάτο”. Αλλά είναι στην ”πιατέλα”.

Είναι όμως ένα είδος μοναδικό…

Ναι, ας κάνουμε, λοιπόν, και δυο κινήσεις !! Ξέρετε τι γίνεται πλέον με την τηλεόραση και με τα ”ριάλιτι”. Ας κάνουμε, λοιπόν, τον κόπο να διαβάσουμε Παπαδιαμάντη η Βιζυηνό, που γράφουν σε μια γλώσσα με τέτοια ακρίβεια, χωρίς περιφραστικότητα, που κάθε λέξη έχει την σημασία της και την εννοιολογική της προέκταση και σου προάγουν την φαντασία. Ένας, λοιπόν, από τους λόγους που επιλέξαμε να μεταφέρουμε αυτά τα διηγήματα είναι για να δώσουμε την αφορμή να μοιραστεί το κοινό, μαζί μας αυτή τη γλώσσα και να ανατρέξει σε αυτά τα βιβλία.

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post