του Γιάννη Γαβρίλη
Για πολλοστή φορά παραστάθηκαν οι Ευριπίδειες ”Βάκχες” στην Επίδαυρο. Στις 2 και 3 Αυγούστου, αυτή τη φορά, σε σκηνοθεσία του Θάνου Παπακωνσταντίνου με την μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά, σε δραματουργική επεξεργασία της Λέκτορος Ιωάννας Ρεμεδιάκη και με δραματολόγο της παράστασης την Ερι Κύργια.
Τι είδαμε, τι δεν είδαμε και τι θέλαμε να δούμε.
Στην παράσταση αυτή, πολύς λόγος γίνεται (και προβάλλεται) για την ”ετερότητα”. Την έλλειψη ομοιότητας δηλαδή. Δικαίωμα στην διαφορετικότητα. Όχι όμως με αυτή την απόδοση που εισπράξαμε. Η προσπάθεια να συνυπάρξουν και να επισημανθούν τα Ευριπίδεια (ενίοτε και μυστικιστικά) νοήματα- προσλαμβάνουσες, σε άμεση σχέση με προβληματισμούς και διεκδικήσεις της εποχής μας, εκτροχιάστηκε! Η παραστατική και σκηνοθετική προσπάθεια συνύπαρξης του Αρχαϊκού γίγνεσθαι, των μυθολογικών αναφορών-παραδόσεων που συγκρότησαν το κείμενο της Τραγωδίας και του σημερινού εμφατικά Υπαρκτού, επέφεραν μια θολή και αρκετά πρόχειρη κατανομή-κατάθεση, της μεταξύ τους υποτιθέμενης συμπόρευσης.
Η παράσταση που παρακολουθήσαμε, κατά πως την όρισε ο σκηνοθέτης της, ήταν, να προβάλει ένα μουσικό Θέατρο ή (όπως και ίδιος έχει δηλώσει) μια όπερα. Το Ευριπίδειο κείμενο και η δομή του, κατά τον κ. Παπακωνσταντίνου, αποκτά μια άλλη δυναμική και μια ιδιαίτερη προβολή μέσω αυτής της συνθήκης, ήτοι, το μεγαλύτερο μέρος της εξέλιξης της Τραγωδίας να αποδίδεται οπερετικά. Και εδώ υπάρχει μια έντονη αντίφαση. Οι πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις του Δημήτρη Σκύλλα, (ερμηνευμένες εξαιρετικά από τους επί σκηνής μουσικούς Θοδωρή Βαζάκα, Μαρία Δελή, Αλέξανδρο Ιωάννου, Γιάννης Καΐκη) είχαν ως πηγή τους τις ψαλμωδίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας που είναι η συνέχεια των πρώιμων Βυζαντινών ψαλμωδιών και ύμνων. Ως αυτόνομες και όχι ως υποκρουσιακά μουσικά μοτίβα, ερμηνευμένες στην παράσταση, θα είχαν ενδιαφέρον. Εδώ λειτούργησαν αντιδιασταλτικά με το όλο πνεύμα του έργου που δεν είναι αμιγώς θρησκευτικό και η χρήση μεγάλων τυμπάνων και μεταλόφωνου που προσομοίαζε το παίξιμο του με καμπάνες εκκλησιών, επέφερε μια σύγχυση και εξέτρεπε την δράση την επί της Ορχήστρας εξελισσόμενη, σε αναίτιους συνειρμούς εκ μέρους των θεατών.
Ο Θάνος Παπακωνσταντίνου επέβαλε στην παράσταση των ”Βακχών” την άποψη του, ότι δηλαδή, ως καλλιτέχνης έχει το (αναντίρρητο) δικαίωμα και την ελευθερία να διαχειρίζεται τις ”Βάκχες” όπως επιθυμεί ρισκάροντας και μια αποτυχία.
Θα σημειώσω εδώ, ότι αποδεκτή είναι η θέση του, μέχρι ενός σημείου, βέβαια. Τίθεται θέμα σεβασμού του προσώπου και αποδοχής των σκηνοθετικών του βλέψεων. Έξαλλου δεν λέει και τίποτα καινούριο, ούτε ρηξικέλευθο. Λίγο πολύ, στην εποχή μας, στην πλειονότητα τους, οι σκηνοθέτες κάτι παρόμοιο δεν κάνουν; Για να μη πω, πως αγγίζουν πολλάκις και την αποδόμηση.
Δεν επιθυμώ με όσα ανέφερα και θα αναφέρω και παρακάτω, να διαγράψω την θεατρική προσπάθεια που εκτυλίχτηκε επί της ορχήστρας της Επιδαύρου. Ούτε να την απορρίψω.
Ομολογουμένως ήταν μια ”προσπάθεια” απόδοσης των ”Βακχών” που είχε προσωπική σφραγίδα και σαφή τοποθέτηση- αναφορά. Κάτι που έχουμε ξαναδεί βέβαια, και προσφάτως, π.χ., στην ”Ιφιγένεια εν Αυλίδι” του Κουλιάμπιν και στον ”Πλούτο” του Γιάννη Κακλέα , να αναφερθώ και στην ”Μήδεια” του Φρανκ Καστρόφ, πέρσι. Και γενικώς πλέον. Εντός της αναζήτησης του τρόπου παρουσίασης των Αρχαίων Τραγωδιών και Κωμωδιών, σήμερα. Διίστανται οι απόψεις. Και το πρόβλημα εντοπίζεται στο αν και τι έχουν να μας πουν αυτές, καθ’ ότι αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα η μυθολογικές παραδόσεις ακόμη και πριν τον 5ο π.Χ. αιώνα, φτάνοντας να ανατρέχουν οι ποιητές τους σε πηγές του απώτερου παρελθόντος που μόνο ως θύμηση επιζούσαν.
Και στις ”Βακχες” αυτό ακριβώς συμβαίνει. Ο Ευριπίδης αναφέρεται σε ιστορικό γεγονός που ήταν η εισαγωγή μιας νέας θρησκείας στην Ελλάδα. Και βέβαια δεν ήταν ο πρώτος που γράφει ”Βάκχες”. (Δύο διονυσιακές τετραλογίες του Αισχύλου, μία τραγωδία Βάκχαι του Ξενοκλή, Βάκχαι ή Πενθεύς του Ιοφώντα, γιου του Σοφοκλή, Βάκχαι του Κλεοφώντα και πολλές άλλες θεατρικές αποδόσεις όχι με τον αυτόν τίτλο ως ”Βάκχαι” δηλαδή).
Επανερχόμενοι στην παράσταση που ανέβασε ο Θάνος Παπακωνσταντίνου σε παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου δεν μπορούμε παρά να σταθούμε σε ορισμένα καθοριστικά σημεία της παράστασης αυτής και στην παγιωμένη πλέον θεατρική εκδοχή, της συμπερίληψης σύγχρονων αναζητήσεων, πολιτικής η κοινωνικής υπόστασης.
Η όλη ατμόσφαιρα επικεντρωνόταν στην διαμάχη του Πενθέα με την επικράτηση του Νέου Θεού Διόνυσου. Ο Ευριπίδης συνθέτει έναν Πενθέα βασιζόμενος σε ιστορικά και θρησκευτικά στοιχεία και εκφράζει τον συντηρητισμό ενός άρχοντα (ως βασιλιάς της Θήβας) αριστοκράτη, που αντιτάσσεται στην επικράτηση της νέας θρησκείας (την θεωρεί ”βάρβαρη”) που θα ανατρέψει την δεδομένη δημόσια ηθική και ευταξία, αυτή τη θρησκεία που έρχεται για να καταλύσει βιαίως δε, τις σεξουαλικές και ταξικές διακρίσεις. Θα τιμωρηθεί βάναυσα για αυτή του την στάση.
Τώρα… Ένας ανυποψίαστος θεατής θα έβλεπε σκηνογραφικά- εικαστικά (σκηνικό : Νίκη Ψυχογιού ) μια μεγάλου ύψους πύλη με υφάσματα στην είσοδο της ποικίλων χρωμάτων), μια πανδαισία χρωματικών εναλλαγών, ένα σμίξιμο των χρωμάτων του ουράνιου τόξου. Ως σχόλιο θα το εκλάμβανε στην μετά την καταιγίδα επερχόμενη ξαστεριά.. Ο υποψιασμένος όμως θεατής διέκρινε την σαφή αναφορά μέσω των χρωμάτων στην κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ+, που στις μέρες μας απαιτεί και προσπαθεί να επιβάλει την άρση της αρνητικής κοινωνικής στάσης, στον σεξουαλικό προσδιορισμό της. Σεβαστό μεν, περιττή αναφορά στην παρουσίαση των ”Βακχών”. Καθαρή και μεμονωμένη άποψη και θέση του σκηνοθέτη, μιας και ούτε στιγμή δεν αναφέρεται στο Αρχαίο κείμενο η σεξουαλικότητα, αντιθέτως πρώτιστη θέση έχει κατά πρώτον η ”Βακχεία”, που δεν σημαίνει, όπως κακώς ερμηνεύεται, ”γλεντώ”, αλλά ”αποκτώ μια ιδιαίτερη θρησκευτική εμπειρία”. Εξ άλλου δεν πρέπει να παραβλέψουμε τις ονομασίες που οι άνθρωποι έδωσαν στον Διόνυσο λατρεύοντας τον. Οι λατρευτικοί τίτλοι Φλεύς ή Φλέως, η πλησμονή της ζωής, Άνθιος, ο φορέας της άνθησης, Δενδρίτης ή Ένδενδρος, η Δύναμη που ενυπάρχει στο δέντρο, Κάρπιος, ο φορέας των καρπών, βεβαίως Βρόμιος δηλ. θορυβώδης.. και αρκετοί ακόμη. Εφεύρημα των Ρωμαίων ήταν η κατάταξη του ως Θεού του κρασιού και του γλεντιού, ονομάζοντας τον μάλιστα ”ο εύθυμος Βάκχος”. Δεν αναφέρομαι τυχαία σε αυτό, αλλά γιατί στην παράσταση ο Διόνυσος (που ερμηνεύεται με τον καλύτερο υποκριτικό τρόπο από τον έμπειρο Κωνσταντίνο Αβαρικιώτη) παρουσιάζεται χαριτωμένος, τρελούτσικος, μάλιστα προ της έναρξης και στην αρχή της παράστασης ενδεδυμένος με μαύρο φράκο και ψηλοτάκουνα παπούτσια, (ένα ενδυματολογικό συνονθύλευμα, που υποθέτουμε πως ο σκηνοθέτης θέλησε, αστόχως και πάλι, να εμφανίσει την θηλυπρεπή πλευρά του Διονύσου, πράγμα άτοπο μιας και ο ελάσσων (σημαντικός όμως) Θεός αναφέρεται ως ” ούτε παιδί, ούτε άντρας, ούτε γυναίκα αλλά αιώνιος έφηβος καταλαμβάνοντας μια θέση ανάμεσα στα δυο”) περιφέρεται θηλυπρεπώς στην ορχήστρα με κωμικό τρόπο εν ευθυμία διατελών, παίζοντας με τα λεύκα υφάσματα που είναι σκεπασμένη η Ορχήστρα (εν συνεχεία θα αποσυρθούν), αστειευόμενος με τους προσερχόμενους μουσικούς, αφήνοντας παιδικές κραυγαλέες του τύπου ”μπου και μπα”… Πράγμα αντίθετο με την υπόσταση που του είχαν προσδώσει οι Αρχαίοι Έλληνες πόσο μάλλον οι κάτοικοι-πιστοί του, της Λυδίας και της Φρυγίας, που όπως ιστορικά αναφέρεται από εκείνες τις περιοχές μεταλαμπαδεύτηκε η πίστη του στην Ελλάδα. Δεν εισπράξαμε ούτε στο ελάχιστο την επίμονη προσπάθεια του Διονύσου να επικρατήσει ως ισότιμος Θεός, χρησιμοποιώντας την βία, την ένταξη στην παραφροσύνη των αρνητών του και την οδήγηση τους στην αυτοχειρία, στον σπαραγμό, και τον αλλόφρονα εκστασιασμό δια μέσου του τελετουργικού- θρησκευτικού αποκορυφωματικού χορού. Ούτε, επίσης, μια νύξη δεν υπήρξε στην ”ωμοφαγία” που (επίσης ιστορικά αποδεδειγμένη) επιδίδονταν οι πιστές του, οι ονομαζόμενες Μαινάδες ή Θυιάδες ή Βάκχες (γυναίκες έξαλλες, που η ανθρώπινη προσωπικότητα τους είχε προσωρινά αντικατασταθεί από μιαν άλλη). Να σημειώσω βέβαια ότι και ο Ευριπίδης αναφέρεται ελάχιστα σε αυτό το μακάβριο δρώμενο που όμως βρισκόταν στην ρίζα κάθε θρησκείας διονυσιακού τύπου.
Και εδώ θα αναφερθώ στον Χορό της παράστασης, (που εμφανίζεται στην είσοδο του με μπούργκες, επισημαίνοντας αστόχως, την ”εξ Ανατολών” προέλευση του Διονύσου και των ακολούθων του γυναικών Βακχών) που απορρίπτοντας τες εν συνεχεία, τον βλέπουμε με σορτσάκια και πάνινα μποτάκια η σνίκερς, (το γυμνόστηθες ας μείνει ασχολίαστο!) αποτελούμενος από δώδεκα γυναίκες ηθοποιούς που ο συντονισμός τους μας εξέπληξε και ήταν από τα θετικά στοιχεία της παράστασης. Οι κυρίες Μαργαρίτα Αλεξιάδη, Στελλίνα Βογιατζή, Χρυσιάννα Καραμέρη, Ελένη Κουτσιούμπα, Μαρία Κωνσταντά, Κλεοπάτρα Μάρκου, Ελένη Μολέσκη, Ειρήνη Μπούνταλη, Τζωρτζίνα Παλαιοθόδωρου, Ιοκάστη-Αγαύη Παπανικολάου, Θάλεια Σταματέλου, Δανάη Τίκου αποτέλεσαν ένα αδιάρρηκτο σύνολο και ήταν εμφανέστατη η προηγηθείσα επίπονη ”δουλεία” με την καθοριστική αρωγή στη μουσική διδασκαλία των Μέλινα Παιονιδου και Δημήτρη Σκύλλα και την μάλλον αργόσυρτη και ουδόλως Βακχική διδασκαλία της χορογραφίας της Νάντης Γώγουλου) που είχαν υποβάλει τους εαυτούς τους για να παρασταθεί αυτό το άρτιο, θεατρικά, αποτέλεσμα. Αν δεν υπήρχε και η ακατανόητη επέμβαση – εύρημα (;) του κ. Παπακωνσταντίνου να τις παρουσιάζει βαμμένες από την κορυφή μέχρι τα νύχια! με ”μια παλέτα χρωμάτων”, (μεταφέρω τα λόγια του Παπακωνσταντίνου) που η χρήση της έμεινε απροσδιόριστη και μάλλον ξένισε, πόσο μάλλον μη κατανοητή παρέμεινε, καθ’ όλη την διάρκεια της παράστασης, όπως και το, τι ήθελε να πει ο σκηνοθέτης, μέσω αυτού του ευρήματος. Ίσως και… γιατί σε όλα υπάρχει μια εξήγηση η πρέπει να την ψάχνουμε.. η πολυχρωμία του Χορού, αλλά και η χρωματική μεταμόρφωση από την αρχή του έργου, του Διόνυσου- Αβαρικιώτη από τον Χορό- ακολούθους του, ως ιεροτελεστία αποδομένη, να αντιτίθεται στο μαύρο ένδυμα του Πενθέα, (που εμφανίζεται ως αθλητής ξιφασκίας – κοστούμια επίσης της Νίκης Ψυχογιού) που τον ερμήνευσε ο Αργύρης Πανταζάρας, με συνέπεια και ακολουθώντας τις σκηνοθετικές οδηγίες και με την απαιτούμενη εξωστρέφεια και τον παροξυσμό που τον καταλαμβάνει, πειστικός ως ένας Τύραννος, ένα άτομο χωρίς αυτοέλεγχο, αλαζόνα και με έντονη την σεξουαλική περιέργεια ενός ηδονοβλεψία, που του την εμφυτεύει ο Διόνυσος και τον οδηγεί ενδεδυμένο με γυναίκειο φόρεμα, (οι αναλυτές της Τραγωδίας των ”Βακχών” το αναφέρουν ως τελετουργικό ένδυμα) στην τελική φρικτή καταδίκη του. Τα είδαμε καθαρά στην υπόκριση του Αργύρη Πανταζάρα.
Εξαιρετική η Αλεξία Καλτσίκη, ως Αγαύη του πόνου, της τρελής του Θεού, της αλλοφροσύνης και της τυφλότητας από την Θεϊκή υπερφυσική κατακυρίευση της προσωπικότητας της , που την οδήγησε μαζί με τις αδελφές της στην κατακρεούργηση του γιου της Πενθέα και στην συνέχεια στην περιφορά του κεφαλιού του, (κατασκευή κεφαλιού Rodger Fischer) περηφανευμένη ότι νίκησε ένα λιοντάρι. Μέσα από την υποκριτική λιτότητα της κ. Καλτσίκη, αναδείχτηκε όλος ο παροξυσμός και η Βακχική παραφροσύνη που εμφυσούσε ο Τιμωρός Θεός.
Δυστυχώς άστοχη ήταν και η ιδέα να μοιραστεί σε τρεις ηθοποιούς (Γιάννη Κόραβο, Διονύση Πιφέα, Φώτη Στρατηγό) ο ρόλος του Αγγελιαφόρου που επέφερε μια ακόμη σύγχυση στο κοινό και εξέτρεψε την τραγικότητα των λόγων που ο Ευριπίδης προσδίδει στον Αγγελιαφόρο με το μοίρασμα της μακροσκελούς κειμενικά κατάθεσης του, των μακάβριων συμβάντων, στους τρεις αυτούς καλούς ηθοποιούς.
Τον Μάντη Τειρεσία (το έχουμε δει και σε άλλες παραστάσεις) τον ερμήνευσε γυναίκα ηθοποιός. Η Μαριάννα Δημητρίου. Ενδεδυμένη με Μινωικό κατακόκκινο φόρεμα που άφηνε ελεύθερο το γυναίκειο στήθος, κατόπιν των οδηγιών του κ. Παπακωνσταντίνου, παραστάθηκε ένας τυφλός από θεϊκή παρέμβαση, Τειρεσίας, μάλλον υποβαθμισμένος σε σχέση με το πως τον φέρνει επί σκηνής ο Ευριπίδης και με την αστοχία της3 εκλαμβανόμενης λαθεμένα μυθολογικής περιγραφής του. Να παρουσιαστεί στη παράσταση, μονό ως γυναίκα, ενώ αναφέρεται ότι σκοτώνοντας κάποια φίδια κατά την διάρκεια ζευγαρώματος τους, μεταμορφώθηκε την μια φορά σε γυναίκα και την επομένη σε άντρα. Διττή λοιπόν υπόσταση.
Ο Θέμης Πάνου πάλι, ερμηνεύοντας τον μικρό αλλά τόσο σημαντικό και παρεμβατικό ρολό ουσίας του Κάδμου, προσέφερε με την θεατρική του πείρα μια αξιόλογη ήπιας μορφής ερμηνεία, χωρίς υπερβολές, χωρίς αναίτιες εντάσεις και ελεγχόμενο τον αποτροπιασμό που νοιώθει για τις Βάκχειες κόρες του, ακόμη και όταν υποδεικνύει στην κόρη του Αγαύη και προσπαθώντας να την αφυπνίσει, το μακάβριο έγκλημα της κατακρεούργησης προς τιμή του Διόνυσου του γιου της, αρνητή της νέας Θρησκείας, Πενθέα.
Την όλη ατμόσφαιρα της παράστασης, φώτισε υποβλητικά και με σωστή ρυθμική εναλλαγή η έμπειρη Χριστίνα Θανάσουλα.
Μια παράσταση των ”Βακχών” που μάλλον, ”μη βακχευόμενους” μας άφησε, δεν μας πρόσφερε κάτι το έντονο και επιδερμικά μονό μας άγγιξε. Δεν μας εκίνησε, για να εκλάβουμε την σοβαρότητα και την βίαιη προβολή του κειμένου του Ευριπίδη, που επιτυχώς ευτύχησε (1ο θετικό πρόσημο) να ακουστεί στο ακέραιο η μετάφραση του από τον Γιώργο Χειμώνα και (δεύτερο θετικό) η εκφορά της μεταφέρθηκε στο Κοίλον χωρίς μικρόφωνα, μόνο με την σωστή ένταση και τοποθέτηση των φωνών των ηθοποιών.
Επόμενοι σταθμοί περιοδείας
29/08 21:00 Θέατρο Ειρήνη Παπά, Χιλιομόδι
01/09 21:00 Παλαιό Ελαιουργείο
06/09 21:00 Θέατρο Δάσους
11/09 21:00 Ανοικτό Θέατρο «Μίκης Θεοδωράκης», Χίος
18/09 21:00 Κηποθέατρο Παπάγου
20/09 21:00 Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη»
25/09 21:00 ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ – Ειρήνη Παπά
26/09 21:00 ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ – Ειρήνη Παπά
27/09 21:00 ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ – Ειρήνη Παπά
28/09 21:00 ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ – Ειρήνη Παπά
29/09 21:00 ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ – Ειρήνη Παπά
Προπώληση εισιτηρίων περιοδείας: ticketservices.gr | 2107234567 | Στοά Πεσμαζόγλου (Πανεπιστημίου 39).






Συζήτηση σχετικά με post