Υπερψηφίστηκε από την Ολομέλεια της Βουλής το νομοσχέδιο που εισηγήθηκε ο Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, με τίτλο: «Αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης περιφερειακής εμβέλειας και λοιπές διατάξεις».
Παράλληλα, με τροπολογία που κατέθεσε ο κ. Μαρινάκης και συμπεριλαμβάνεται στο νομοσχέδιο, έγινε δεκτό το αίτημα ελάχιστων στον αριθμό δημοσιογράφων που εργάζονται στην ΕΡΤ, το ΑΠΕ – ΜΠΕ και τη ΓΓΕΕ, προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα αναγνώρισης προϋπηρεσίας τους που αφορούσε διάστημα κατά τα οποίο παλαιότερα είχαν εργαστεί στον ίδιο φορέα σε διαφορετική θέση, ασκώντας όμως καθήκοντα δημοσιογράφου. Επρόκειτο, μάλιστα, για μια ρύθμιση που χαιρετίστηκε από το σύνολο των κομμάτων του κοινοβουλίου.
Ειδικότερα όσον αφορά στο πλαίσιο λειτουργίας των περιφερειακών καναλιών, πρόκειται για μία πρωτοβουλία μέσω της οποίας η Κυβέρνηση βάζει τέλος σε μια σημαντική θεσμική και νομική εκκρεμότητα δεκαετιών νομοθετώντας μια ολοκληρωμένη διαδικασία αδειοδότησης των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών.
Για 28 χρόνια και μέχρι και σήμερα, τα περιφερειακά κανάλια όλης της χώρας λειτουργούν υπό το προσωρινό καθεστώς της «νόμιμης λειτουργίας», εκπέμποντας και συμμετέχοντας στη διαφήμιση (ιδιωτική ή δημόσια), καθώς και σε πάσης φύσεως ενισχύσεις, χωρίς να υπόκεινται σε αυστηρούς ελέγχους, λειτουργώντας σε ένα τοπίο ως επί το πλείστον αρρύθμιστο. Σήμερα, λειτουργούν νομίμως 81 περιφερειακοί τηλεοπτικοί σταθμοί σε όλη τη χώρα.
Η οριστική αδειοδότησή τους, εκτός από θεσμική και συνταγματική επιταγή, θα αναβαθμίσει τους τηλεοπτικούς σταθμούς, το προϊόν που παρέχουν στο τηλεοπτικό κοινό, την ίδια τους την περιουσία καθώς θα πρόκειται για κατόχους άδειας, ενώ, κυρίως θα φέρει την εφαρμογή σαφών προϋποθέσεων και κανόνων, η τήρηση των οποίων θα ελέγχεται συστηματικά.
Έτσι, μπαίνει τάξη στο τηλεοπτικό τοπίο και σε περιφερειακό επίπεδο, όπως έγινε από την Κυβέρνηση και για τον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο με τη λειτουργία των Μητρώων Έντυπου και Ηλεκτρονικού Τύπου, εξασφαλίζοντας διαφάνεια, λογοδοσία και βιωσιμότητα. Με αυτόν τον τρόπο, ενισχύεται ακόμη περισσότερο η θέση των Περιφερειακών ΜΜΕ που παραδοσιακά επιτελούν σημαντικό ρόλο στις τοπικές κοινωνίες και χαρακτηρίζονται από αξιοπιστία και προβολή ζητημάτων τοπικού ενδιαφέροντος.
Έπειτα από τον Ν. 5212/2025 για τον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο και τον Ν. 5253/2025 για την ενίσχυση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης και την ενσωμάτωση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού για την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης (EMFA), πρόκειται για το τρίτο κατά σειρά νομοσχέδιο μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο που στον πυρήνα του θέτει την οριστική διευθέτηση προσωρινών καταστάσεων που είχαν παγιωθεί επί δεκαετίες στον κλάδο των ΜΜΕ, δημιουργώντας ένα τοπίο με κανόνες, προϋποθέσεις και διαφάνεια στον χώρο των μέσων ενημέρωσης. Το επόμενο διάστημα έπεται αντίστοιχη νομοθετική ρύθμιση και για την αδειοδότηση των ραδιοφωνικών σταθμών της επικράτειας, ολοκληρώνοντας έναν σημαντικό μεταρρυθμιστικό κύκλο.
Τι πετυχαίνουμε:
- Θεσπίζεται μια ολοκληρωμένη διαδικασία αδειοδότησης στη βάση σύγχρονων, διαφανών, αντικειμενικών και αμιγώς ποιοτικών προϋποθέσεων και κριτηρίων αξιολόγησης.
- Τίθενται συγκεκριμένοι κανόνες και σαφείς προϋποθέσεις, τόσο ώστε να μπορούν να λάβουν άδεια οι περιφερειακοί τηλεοπτικοί σταθμοί, αλλά και για τη λειτουργία τους στη συνέχεια.
- Θεσπίζονται αυστηρές κυρώσεις για τη μη τήρηση των κανόνων, που φτάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας.
- Αναβαθμίζεται η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, καθώς η αδειοδότηση συνοδεύεται από την εκπομπή προγράμματος αποκλειστικά σε υψηλή ευκρίνεια (HD).
Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από την υλοποίηση ενός σημαντικού έργου από το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης για τη μετάβαση στο τεχνολογικό πρότυπο μετάδοσης DVB T-2.
- Καταργούνται οι σχετικές προβλέψεις του Ν.4339/2015 της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ακυρώνεται στην πράξη το αποτυχημένο μοντέλο της δημοπρασίας, με το οποίο άδεια εξασφάλιζε όποιος θα πλήρωνε τα περισσότερα χρήματα.
- Προστατεύονται οι θέσεις εργασίας των δημοσιογράφων αλλά και του συνόλου των εργαζομένων ενώ, δημιουργούνται επιπλέον θέσεις εργασίας.
- Προστατεύονται οι νόμιμοι τηλεοπτικοί σταθμοί από τον αθέμιτο ανταγωνισμό που δυνητικά δέχονται από σταθμούς «φαντάσματα» ή σταθμούς που δεν πληρούν ελάχιστες προϋποθέσεις και κριτήρια, όμως παρ’ όλα αυτά κάνουν χρήση του «σπάνιου πόρου» των συχνοτήτων.
- Ενισχύεται ουσιαστικά ο έλεγχος και η εποπτεία από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, καθώς με τις διατάξεις του νομοσχεδίου, το προσωπικό του ΕΣΡ αυξάνεται κατά 62%.
Επισημαίνεται πως η διαδικασία αδειοδότησης θα πραγματοποιηθεί εξ’ ολοκλήρου από το αρμόδιο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, ανά Περιφερειακή Ζώνη. Ο αριθμός των αδειών καθορίζεται αποκλειστικά με βάση τη χωρητικότητα του διαθέσιμου φάσματος ανά Περιφερειακή Ζώνη, έπειτα από εισήγηση της ΕΕΤΤ και γνώμη του ΕΣΡ. Για τον καθορισμό του συνόλου των προϋποθέσεων αδειοδότησης και λειτουργίας, έχουν ληφθεί υπόψη τα πληθυσμιακά δεδομένα, οι οικονομικές συνθήκες ανά Περιφερειακή Ζώνη, ενώ έχει πραγματοποιηθεί εκτεταμένη διαβούλευση με τους περιφερειακούς τηλεοπτικούς σταθμούς όλης της χώρας. Οι αδειοδοτημένοι περιφερειακοί τηλεοπτικοί σταθμοί δεν θα πληρώνουν «αντίτιμο» για την άδεια, αντιθέτως θα καταβάλλουν ένα συμβολικό ετήσιο ποσό υπέρ του κόστους εποπτείας από το ΕΣΡ, το οποίο θα διαφέρει ανάλογα την περιφέρεια.
Η διαδικασία αδειοδότησης ανά Περιφερειακή Ζώνη διακρίνεται σε δύο φάσεις. Κατά την Α’ φάση, ελέγχονται αποκλειστικά συγκεκριμένες ποιοτικές προϋποθέσεις με κριτήρια «on/off», τα οποία οφείλει να πληροί οποιοσδήποτε τηλεοπτικός σταθμός, προκειμένου να αδειοδοτηθεί, ενώ, οι άδειες θα διακρίνονται σε άδειες ενημερωτικού προγράμματος και μη ενημερωτικού προγράμματος.
Αιχμηρή κριτική στο νομοσχέδιο άσκησαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Ο Δημήτρης Μπιάγκης, βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, τόνισε ότι «ρυθμίζει αποσπασματικά την περιφερειακή τηλεόραση, ενώ παραμένουν ανοικτά ζητήματα για την ΕΡΤ, τις άδειες εθνικής εμβέλειας, το φάσμα, τις μετρήσεις, τις δημοσκοπήσεις, τη δημόσια χρηματοδότηση και την ανεξαρτησία της εποπτείας».
Την ίδια ώρα, ο Θεόφιλος Ξανθόπουλος, βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, ανέφερε ότι «δημιουργείται ένα μοντέλο περισσότερο συγκεντρωτικό, περισσότερο διοικητικό και λιγότερο προσαρμοσμένο στις ανάγκες των τοπικών μας κοινωνιών».
«Το συζητούμενο νομοσχέδιο για τις περιφερειακές τηλεοπτικές άδειες είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των μεγαλοιδιοκτητών και μεγαλοεπιχειρηματιών. Γίνεται ένα πολύ βολικό και πολύ χρήσιμο εργαλείο στα χέρια της αστικής τάξης για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της, να τα προωθήσει αλλά και να συσκοτίσει τους υπεύθυνους», δήλωσε, από την πλευρά του ο Μανώλης Συντυχάκης, βουλευτής του ΚΚΕ.
Η Ασπασία Κουρουπάκη από τη «Νίκη» υπογράμμισε ότι «το νομοσχέδιο δεν παρέχει την απαιτούμενη ασφάλεια δικαίου ως προς τον αριθμό των αδειών και το τεχνικό πλαίσιο. Δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις αναλογικότητας, ασφάλειας, δικαίου και ουσιαστικής ανεξαρτησίας του ΕΣΡ, πραγματικής εργασιακής προστασίας και αποτροπής της συγκέντρωσης».
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης οι τόνοι ανέβηκαν με αφορμή την ομάδα αλήθειας.
«Ως κυβερνητικός εκπρόσωπος που πολλές φορές έχει υποστηρίξει το παρασιτικό φαινόμενο της “ομάδας αλητείας”, εκεί που αποσπάσματα παραποιούνται και δημιουργούν μια χυδαιότητα στη δημόσια σφαίρα», σχολίασε ο Χρήστος Γιαννούλης, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ.
Άμεση ήταν η απάντηση του Παύλου Μαρινάκη, ο οποίος τόνισε ότι «εγώ τη λέω με το όνομά της, ομάδα αλήθειας, και χαίρομαι πάρα πολύ που υπάρχει γιατί αναδεικνύει την υποκρισία κάποιων πολιτικών, όπως όλοι αυτοί που υπάρχουν στον πολιτικό σας χώρο, που τη Δευτέρα λένε Α και την Τετάρτη λένε Ω».
Οι τόνοι ανέβηκαν και με αφορμή τη συμπλήρωση 13 χρόνων από το κλείσιμο της ΕΡΤ στις 11 Ιουνίου του 2013.
Συγκεκριμένα, ο κ. Γιαννούλης ανέφερε ότι «ελπίζω στη διάρκεια της ομιλίας του να έχει την ευαισθησία να αναφερθεί και στην επέτειο του ντροπιαστικού για την Ελλάδα κλεισίματος της ΕΡΤ το 2013, στις 11 Ιουνίου, όπου ο παγκόσμιος Τύπος περιέγραφε αυτή τη γωνιά της Μεσογείου ως Μπανανία που ρίχνει μαύρο στη δημόσια ραδιοτηλεόραση».
Ο κ. Μαρινάκης υπογράμμισε ότι «από τη στιγμή που άνοιξε ξανά η ΕΡΤ μετετράπη σε ένα κανάλι προπαγάνδας που θα ζήλευε και η Βόρεια Κορέα».
Ο Νίκος Καραθανασόπουλος, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ, ανέφερε ότι με προκλητικότατο τρόπο, ο κ. υφυπουργός υπερασπίστηκε το μαύρο στην ΕΡΤ που έριξε η συγκυβέρνηση Νέα Δημοκρατία ΠΑΣΟΚ», ενώ συμπλήρωσε ότι «το ΚΚΕ είχε εκφράσει την έμπρακτη αλληλεγγύη του, παραχωρώντας τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα που είχε, τον 902 στην Αθήνα και τον 904 στη Θεσσαλονίκη, για να μπορούν να εκπέμπουν οι απολυμένοι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ».
Παράλληλα, ο Αλέξανδρος Καζαμίας, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Πλεύσης Ελευθερίας, είπε ότι «η κυβέρνηση που έβαλε μαύρο στην ΕΡΤ το 2013, είναι η κυβέρνηση η οποία τιμά την ΕΡΤ». Έπειτα, είπε ότι «αυτοί που άνοιξαν την ΕΡΤ, η Ζωή Κωνσταντοπούλου, όταν ήταν πρόεδρος της Βουλής ήταν, λέει, αυτοί που έκαναν την ΕΡΤ να τη ζηλεύει και η Βόρεια Κορέα».


Συζήτηση σχετικά με post