Τάσος Νούσιας: «Το Θέατρο είναι, ο Άνθρωπος ο ίδιος. Είναι μια μορφή εξομολόγησης. Έχει μια μορφή αθανασίας, μέσα του»

Σχόλιο

Τα θέατρα ανοίγουν. Με αφορμή την επανέναρξη τους, ο Γιάννης Γαβρίλης συνομιλεί με τον ηθοποιό Τάσο Νούσια  που πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Ιστορία χωρίς Όνομα-το κρυφό πάθος της Πηνελόπης Δέλτα για τον Ίωνα Δραγούμη» και που είναι η πρώτη αυτής της επανέναρξης. Ανεβαίνει στο Βεάκειο στις 28 με 31 Μαΐου. Ο Τάσος Νούσιας εξομολογείται, καταθέτει τις απόψεις του, μιλά για την πορεία του στο χώρο  και για το τι, κατά τη γνώμη του, είναι το Θέατρο.

Συνέντευξη: Γιάννης Γαβρίλης

Ξέρω πόσο ειλικρινής και ντόμπρος άνθρωπος είσαι. Ερωτώ ξεκινώντας αυτή τη συνέντευξη. Σε έχουν χαρακτηρίσει «χαρισματικό». Που θα τοποθετούσες αυτόν τον χαρακτηρισμό. Στον άνθρωπο Τάσο Νούσια η στον ηθοποιό.

Νομίζω ότι πηγαίνουνε μαζί. Ένας χαρισματικός άνθρωπος έχει πολλά χαρακτηριστικά και μη αποκομμένα. Η στάση της ζωής του, η συνέπεια του η επαγγελματική, και η προσωπικότητα του συνολικά. Και στο κοινωνικό επίπεδο. Η σχέση του με τους ανθρώπους σε πρώτο χρόνο. Αν εγώ είμαι ένας από αυτούς, η προσπάθεια μου ήταν, είναι και θα είναι να τηρώ όσα προανέφερα.

Πρωταθλητισμός στον στίβο, καταπόνηση στην θεατρική σκηνή. Έχεις επιλέξει το δεύτερο. Είσαι ικανοποιημένος από την πορεία σου στο Θέατρο. Με τις όποιες απογοητεύσεις και μη μου πεις όχι. Ότι δεν έζησες τέτοιες…

Πάρα πολλές και συνεχείς. Δεν γίνεται χωρίς Πτώση, η Άνοδος. Πρέπει να συν υπάρχουν έτσι και αλλιώς. Σαν ένα νόμισμα με τις δυο του όψεις. Έτσι είναι η Ζωή. Δεν γίνεται να είσαι και ηττημένος και νικητής. Το θέμα είναι να παλεύεις, να γυμνάζεσαι και στο επίπεδο της Διάνοιας και στο επίπεδο της Ψυχής και  του Σώματος. Οπότε, νομίζω, ότι ξεκινώντας από τον πρωταθλητισμό, αυτή η κίνηση δεν σταμάτησε ποτέ. Απλώς άλλαξε στίβο. Πήγε σε άλλη περιοχή. Δεν γίνεται στο γήπεδο. Γίνεται στο Θέατρο η στο τηλεοπτικό πλατό η μπροστά από μια κινηματογραφική μηχανή. Γίνεται και στα διαβάσματα μου. Αλλά η ουσία και η βάση ήταν όντως ο στίβος και ο πρότερος έντιμος βίος. Ο πρωταθλητισμός που έκανα παιδί. Μη νομίζεται. Είμαστε κι εμείς οι ηθοποιοί πολύ ντροπαλά  όντα. Αλλά αυτές τις ντροπές δεν τις φανερώνουμε. Βρίσκουμε τους ρόλους κάθε φορά για να τις μετασχηματιστούμε και να βρούμε το θάρρος, την αλήθεια, τον πόνο, τη χαρά, κάθε τι που αφορά στη ψυχοσύνθεση μας.  

Θα μπορούσες να είσαι ένας εξαιρετικός μηχανολόγος, αφού σπούδασες αυτή την επιστήμη. Γιατί λοιπόν ηθοποιός και όχι εύπορος μηχανολόγος.

Είναι αλήθεια αυτό. Νομίζω ότι ήταν  αυτό το κομβικό σταυροδρόμι που τελειώνει το Λύκειο και λες «τώρα τι κάνω». Τι θα ήθελα να κάνω. Διάλεξα την πιο ”εξωτική” δουλεία.  Εξωτική για το μυαλό και τη ψυχή ενός παιδιού στα δεκαοκτώ, μια δουλειά που κατάλαβα στη πορεία ότι  συγκεράζει όλες τις Τέχνες και τεχνικές. Σου προσφέρει και μια πληρότητα. Και σε ωθεί προς την αυτοκριτική. Νομίζω ότι αν γινόμουν μηχανολόγος η γυμναστής θα μου έλειπε αυτό το κομμάτι το  πιο ολιστικό. Χωράνε όλα τα επαγγέλματα σε αυτό, χωράνε όλες οι τάσεις και ποσό μάλλον οι μεταμορφώσεις. Και όλοι οι άνθρωποι που θα ήθελες να είσαι δυνητικά. Άρα  εδώ το πεδίο είναι ευρύτερο.  Με έχει αλλάξει ως άνθρωπο το Θέατρο. Όσον αφορά στο παίξιμό μου, στην ψυχοσύνθεση μου, στην ποιότητα μου, στις αναζητήσεις μου και στην ωριμότητα μου.

“Μη νομίζεται. Είμαστε κι εμείς οι ηθοποιοί πολύ ντροπαλά  όντα. Αλλά αυτές τις ντροπές δεν τις φανερώνουμε. Βρίσκουμε τους ρόλους κάθε φορά για να τις μετασχηματιστούμε και να βρούμε το θάρρος, την αλήθεια, τον πόνο, τη χαρά, κάθε τι που αφορά στη ψυχοσύνθεση μας”  

Ο κύριος σκοπός της συνέντευξης μας, δεν είναι τόσο να μιλήσουμε για εσένα, αλλά περισσότερο για την συμμετοχή σου στην παράσταση «Ιστορία χωρίς όνομα» και υπότιτλο «Το κρυφό πάθος της Πηνελόπης Δέλτα για τον Ίωνα Δραγούμη», και  είναι η πρώτη παράσταση που ανοίγει την μετά τον εγκλεισμό μας και το κλείσιμο των Θεάτρων, περίοδο. Θα ανέβει στις 28 Μαΐου μέχρι τις 31, στο Βεάκειο Θέατρο. Κατ’ αρχήν να ρωτήσω πως είναι να ερμηνεύεις ένα υπαρκτό πρόσωπο, μια προσωπικότητα  σαν αυτή του Ίωνα Δραγούμη.

Κατ’ αρχάς ο Ίωνας Δραγούμης με διαφορά εκατό χρόνων μετά τον Καποδίστρια σημαδεύει την Ιστορία του Ελληνισμού από άκρη σ’ άκρη. Άρα ο σεβασμός, το δέος και η εντρύφηση σε μια τέτοια προσωπικότητα, πολιτική και πολιτειακή  και ιστορική όσο αφορά  και τον αγώνα του, αρχικά, για την Μακεδονία και μετέπειτα για ότι απαρτίζει αυτό που λέμε απανταχού Ελληνισμό, είναι  βαρύ φορτίο. Όταν αναλαμβάνεις να υποδυθείς ένα υπαρκτό πρόσωπο  που υπάρχουν τόσα και τόσα σημεία αναφοράς σε αυτό, υπάρχει, δηλαδή, ο βίος του, δεν είναι αποκύημα φαντασίας αυτό το πλάσμα, νομίζω ότι με ένα καθαρά πνευματικό τρόπο αν θέλεις η ιστορία του να ειπωθεί, βρίσκεις ως φορέα την αποτύπωση. Οπότε έχω την αίσθηση ότι με βοήθησε και ο ίδιος ο Ίωνας αν και ακούγεται κάπως μεταφυσικό.

Ο Στέφανος Δάνδολος βασιζόμενος στα ημερολόγια της Πηνελόπης Δέλτα έγραψε αυτό το μυθιστόρημα που απόσπασε και τρία βραβεία. Σε ικανοποίησε, σε προκάλεσε η μεταφορά που έκαναν για το Θέατρο ο Κώστας Γάκης και η Ανθή Φουντά, η απλώς  συμμετέχεις επειδή σου πρότειναν τον ρόλο και έπρεπε να δουλέψεις.

Όχι. όχι. Αυτή η επιλογή μου ξεκινάει από τους παραγωγούς της παράστασης. Τον πρώτο που πλησίασαν ήμουνα εγώ. Με ρώτησαν αν με ενδιαφέρει ο ρόλος. Να μπω σ’ αυτή την ιστορία. Την «Ιστορία χωρίς όνομα». Βρισκόμουν στη Θεσσαλονίκη με την παράσταση ”Ριχάρδος ο Δεύτερος” και πως να μη με ενδιαφέρει αυτοτελώς ένα τόσο εμβληματικό πρόσωπο όπως ο Δραγούμης. Αρχικά διάβασα το βιβλίο, ένα πραγματικά εξαιρετικό πόνημα, απόλυτα ντουκουμενταρισμένο. Έτσι  είπα… «παμε να το κάνουμε». Μετά ήρθε ο Γάκης, η Φουντά και τα άλλα παιδιά.  Επί της ουσίας είμαι συνδημιουργός αυτής της παράστασης. Δεν ήταν απλά μια πρόσκληση στο πρόσωπό μου. Ήταν μια δημιουργία εξ αρχής.

Με λίγα λόγια, αναφέρσου στην υπόθεση της θεατρικής απόδοσης της «Ιστορίας χωρίς όνομα» που είχε πρωτoανέβει στην Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα εν συνεχεία στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.

Ναι. Βρισκόμαστε στον Ιούνιο του 1908. Η Πηνελόπη Δέλτα βρίσκεται σε ένα σανατόριο στα περίχωρα της Βιέννης. Είναι μια γυναίκα με κηλιδωμένη ζωή. Σε αυτό το άσυλο των ταλαιπωρημένων ψυχών, μακριά από τις κόρες της, την έστειλαν για να ξεχάσει τον Ίωνα Δραγούμη, τον γοητευτικό διπλωμάτη που αγάπησε παράφορα, τον άνθρωπο που έγινε η αιτία να κλυδωνιστεί ο γάμος της. Όμως η επίσκεψή του εκεί τα αλλάζει όλα. Θα την προτρέψει να  παλέψει για τη λύτρωση της καρδιάς της, ζώντας μαζί του τρεις μέρες που θα τη σημαδέψουν για πάντα.
Τριάντα τρία χρόνια αργότερα, τον Απρίλιο του 1941, οι Γερμανοί εισβάλλουν στην Αθήνα, και εκείνη, καθηλωμένη στο σαλόνι του σπιτιού της στην Κηφισιά, επιχειρεί τον τελευταίο απολογισμό της ζωής της, έχοντας πάρει μια μοιραία απόφαση. Να ανταμώσει στον ουρανό τον άντρα που στερήθηκε κάποτε. Το μυθιστόρημα και η παράσταση μας είναι ένας φόρος τιμής στις δυο αυτές ξεχωριστές προσωπικότητες.
Ένα ιδιαίτερο εύρημα της παράστασης του «Ιστορία χωρίς όνομα»  είναι η αφήγηση της ζωής της Δέλτα, από την ίδια σε μεγάλη ηλικία, αλλά και η περιγραφή της από την νεαρή Πηνελόπη. Όσο για τον δικό μου Ίωνα είναι μοναδικός και βρίσκεται χρονικά και άχρονα σε όλη αυτή την Ιστορία. Γιατί απ’ το μυαλό της μεγάλης Πηνελόπης περνά το παρόν αλλά και ο παρελθών χρόνος. Ο ρόλος μου έχει επαφή και με τις δυο Πηνελόπες.

Αναφέρσου και στους συμπρωταγωνιστές σου.

Έχω τη χαρά να συνεργάζομαι με τη Μπέτυ Λιβανού που ερμηνεύει μοναδικά την Πηνελόπη Δέλτα. Μαζί μας η Μαρία Παπαφωτίου, ο Νίκος Ορφανός, ο Αργύρης Γκαγκάνης, ο Στέλιος Γιαννακός και η Ανθή Φουντά.

Έχει αναπτυχθεί μια εξαιρετική  σχέση  με τους συμπρωταγωνιστές μου . Έχουμε δουλέψει πολύ, βλέπεις. Και το κείμενο και εν συνεχεία την παράσταση.  Εξ άλλου έχουμε μια πορεία πάνω από ενάμιση χρόνο μαζί. Ξεκινήσαμε από το 2019 από τη Θεσσαλονίκη και φτάσαμε μέχρι τον πρώτο εγκλεισμό μας τον Μάρτιο. Έκτοτε ξαναπαίξαμε άλλες δυο εβδομάδες, στην αρχή του δεύτερου εγκλεισμού μας και ξαναβρισκόμαστε τώρα εδώ για να κάνουμε κάποιες στοχευμένες παραστάσεις και… βλέποντας και κάνοντας. Να δούμε και με τι πρωτόκολλα θα πάμε.  Είναι απορίας άξιο ότι, ενώ άλλοι φορείς έχουν πιο ξεκάθαρα πρωτόκολλα, το Θέατρο δεν έχει. Και αναφέρομαι στην πληρότητα του 50% που δημιουργεί πρόβλημα στην παραγωγή μιας παράστασης. Επίσης πρέπει να γίνονται  self  tests, οι μάσκες που επιβάλλεται να φορούν οι θεατές και όλος αυτός ο συρφετός που μας κάνει να μη ξέρουμε που πάμε.

Ποιά είναι τα στοιχεία αυτά που αποφεύγει η παράσταση ώστε να μη χαρακτηριστεί «μελό», έστω κι αν αναφέρεται στην ερωτική σχέση  της Πηνελόπης Δέλτα με τον Ίωνα Δραγούμη.

Δεν έχει στοιχεία «μελό» η παράσταση. Τα πρόσωπα είναι πυρακτωμένα, διαλύονται, είναι σε μεγάλη ένταση. Και πρέπει να παρθεί μια τελική απόφαση, αν αυτοί οι δυο άνθρωποι θα συνεχίσουν μαζί τη ζωή τους. Η Πηνελόπη Δέλτα έχει να χάσει πολλά περισσότερα γιατί ο Δραγούμης είναι ελεύθερος και μικρότερος της.  Η Δέλτα καλείται να αφήσει τρία παιδιά και τον σύζυγο της. Και να φύγει μαζί του. Και ποιός ξέρει που θα φτάνανε. Ο ίδιος είναι διπλωμάτης και οργανώνει τον αγώνα για την ένταξη και των υπολοίπων  κομματιών της χώρας στον κύριο κορμό της. Έχουμε δυνατές σπαθιές και σπουδαίες εντάσεις δυο ανθρώπων που ”σπαράσσονται” από Έρωτα. Η απόφαση παίρνεται μέσα στο έργο, με την αυτοκτονία της Πηνελόπης Δέλτα. Ένα ιδιαίτερο εύρημα της παράστασης είναι η αφήγηση της ζωής της από την ίδια σε μεγάλη ηλικία, αλλά και η περιγραφή της από την νεαρή Πηνελόπη που ερμηνεύεται από την Μαρία Παπαφωτίου. Όσο για τον δικό μου Ίωνα είναι μοναδικός και βρίσκεται χρονικά και άχρονα σε όλη αυτή την Ιστορία. Γιατί απ’ το μυαλό της μεγάλης Πηνελόπης περνά το παρόν αλλά και Ο παρελθών χρόνος. Ο ρόλος μου, έχει επαφή και με τις δυο Πηνελόπες. Νομίζω, λοιπόν, ότι δεν έχει καμία «μελούρα» η παράσταση.    

Ποια ήταν για εσένα η πιο δύσκολη στιγμή στην ερμηνείας σου, που σε έκανε να νοιώθεις  αμήχανα. Σε κάποια σκηνή,  στην έναρξη της παράστασης, είσαι και ανεβασμένος σε ένα βάθρο, σαν ένα άγαλμα του Δραγούμη.

Ξεκινάει με αυτή την οπτική η παράσταση. Ο Ίωνας Δραγούμης σαν από το βάθρο του πολιτικού. Είναι δυο τα γλυπτά (και η Δέλτα από το βάθρο-πολυθρόνα της). Και απευθύνονται στο κοινό για να ξετυλίξουν την ιστορία τους. Κάποια στιγμή, ξεκολλάνε από τα βάθρα τους και μεταμορφώνονται σε ζωντανά όντα. Όχι. Δεν υπήρξε δύσκολη η αμήχανη στιγμή στην ερμηνεία μου. Τώρα. Αν το θέλεις, δυσκολίες υπήρξαν στις τρεις πρώτες εβδομάδες των προβών ώσπου να βρούμε τον κοινό βηματισμό μας. Να ξεσκαρτάρουμε το κείμενο και να κρατήσουμε το πιο ουσιαστικό του κομμάτι, να αφαιρέσουμε η να προσθέσουμε, η διαδικασία της δουλειάς είναι αυτή. Ειδικά όταν έχουμε να μεταφέρουμε τριακόσιες σελίδες στη σκηνή, συμπυκνώνοντας τες σε πενήντα. Να περάσεις από παντού μέσα από αυτά τα πρόσωπα, πέρα από το ερωτικό και το ιστορικό πλαίσιο, και για να είναι η παράσταση μια ώρα και σαρανταπέντε λεπτά.

Από την απόσταση του χρόνου, πως αντικρίζεις τώρα, ερμηνευτικά τον ρόλο σου. Η προσωπική μου άποψη για την προηγηθείσα υπόκρισή σου, είναι ότι δεν «κρύφτηκες πίσω από τον ρόλο’» όπως έχεις αναφερθεί και αναλύσει τι σημαίνει αυτό το ”κρύφτηκα”, αλλά «ντύθηκες» τον ήρωα στην προσπάθεια σου να τον αποκαλύψεις αλλά και να αποκαλυφθείς.

Το «κρύφτηκα» έχει να κάνει με τη σχέση που αναπτύσσει ο ηθοποιός, με οποιονδήποτε ρόλο. Γίνεται μια χρυσή ευκαιρία ο ρόλος να ξεδιπλώσεις κομμάτια  του εαυτού σου. Κομμάτια που δεν θα τα προσέγγιζες αν ήσουν κάποιος άλλος, επαγγελματικά, εννοώ μέσα στη κοινωνία.  Οπότε η φύση της δουλειάς είναι που προσθέτει την προσωπίδα η το κοστούμι αλλά… «Έξη πρόσωπα, αναζητούν συγγραφέα» κατά τον Πιραντέλο η την αρχαία Ελληνική προσωπίδα της Τραγωδίας η της Κωμωδίας. Κάτι ενδύεται κάθε φορά ο ηθοποιός, οπότε δεν είναι, τι χωράει σε ένα συγκεκριμένο κοστούμι ως προσωπικότητα. Ο ίδιος είναι, σαν φυσικό πρόσωπο,  το «κρυφτό» που παίζει. Ενώ εκεί κρύβεται τόσο καλά, παράλληλα φανερώνει τόσο γενναιόδωρα και τόσο ανοιχτά οτιδήποτε τον αφορά, από το βαθύτερο κομμάτι του. Είναι λίγο οξύμωρο, αλλά αυτό συμβαίνει. Πως μπορεί να κρύβεται και να φανερώνεται, ταυτόχρονα. Μη νομίζεται. Είμαστε κι’ εμείς οι ηθοποιοί πολύ ντροπαλά  όντα, αλλά αυτές τις ντροπές δεν τις φανερώνουμε αλλιώς. Βρίσκουμε τους ρόλους κάθε φορά για να μετασχηματιστούμε και να βρούμε το θάρρος, την αλήθεια, τον πόνο, τη χαρά και κάθε τι που αφορά στη ψυχοσύνθεση μας.   

“Με έχει αλλάξει ως άνθρωπο το Θέατρο. Όσον αφορά στο παίξιμό μου, στην ψυχοσύνθεση μου, στην ποιότητα μου, στις αναζητήσεις μου και στην ωριμότητα μου”

Από τον Γιώργο Νάκο που σε έφερε σε επαφή με το Θέατρο στα 18 σου, μέχρι σήμερα, πόσο ”καθαρός” παραμένεις και νοιώθεις, όντας ένας πρωταγωνιστής πλέον. Έχεις αλλοτριωθεί, έχεις συμβιβαστεί;

Δεν έχω την αίσθηση αυτή. Έχω αλλάξει ως άνθρωπος όσον αφορά στο παίξιμό μου, στην ψυχοσύνθεση μου, στην ποιότητα μου, στις αναζητήσεις μου και στην ωριμότητα μου. Δεν ξέρω αν έχω αλλάξει δραματικά ως κάτι άλλο που δεν ήμουν και τώρα είμαι, γιατί ξαφνικά απέκτησα αναγνωρισιμότητα. Το διαχειρίστηκα από πολύ νωρίς αυτό. Δεν ήταν στόχος μου η αναγνωρισιμότητα, ούτε η έπαρση η η αλαζονεία. Παρ’ όλα αυτά, είμαστε ματαιόδοξα πλάσματα, αλλά πιο πολύ ο αγώνας επικεντρώνεται στην ουσία της δουλειάς, στη καλυτέρευση του οργάνου, αυτού που μας προσέφερε η Τέχνη του Θεάτρου. Μπορώ να πω ότι έχω γίνει καλύτερος, πιο λειασμένος, πιο αβρός. 

Τελευταία σε βρίσκω σε…»Έξαψη», τηλεοπτική. Αγαπάς τη τηλεόραση, η συμμετέχεις σε σειρές για καθαρά βιοποριστικούς λόγους, μιας και το Θέατρο είναι μια φτωχή Τέχνη για όσους την ασκούν.

Απείχα από την τηλεόραση σχεδόν οκτώ χρόνια. Έκανα, βέβαια ταινίες και μπόρεσα να βιοποριστώ πολύ καλά. Βρέθηκα σε δουλειές που έγιναν επιτυχίες. Ποτέ δεν έκανα κάτι με γνώμονα τον βιοπορισμό. Σαφώς είμαι επαγγελματίας και πρέπει να ζήσω από αυτό. Αλλά δεν ήταν αυτός ο πρώτιστος στόχος. Αντιθέτως έχω χάσει λεφτά, έχω πει όχι σε πολλές προτάσεις. Πάντα ήθελα να υπάρχει ένα καλό αποτέλεσμα. Που θα προάγει εμένα ως ηθοποιό. Αλλά και που θα ευχαριστήσει το κοινό βλέποντας μια δουλειά και θα ταυτιστεί μαζί της. Λέω… καλά έκανα και αντιστάθηκα, καλά έκανα και έκανα αυτό και όχι το άλλο. Άρα δεν είναι πάντα ο γνώμονας το οικονομικό. Είναι όλα τα άλλα πρώτα. Η αισθητική έχει περισσότερη σημασία για εμένα.

Έχει γραφτεί από συνάδελφο μου ότι είσαι ο καλύτερος ηθοποιός της γενιάς σου. Νοιώθεις έτσι;

Έχουμε εξαιρετικούς ηθοποιούς στη γενιά μου. Αλά και νεότερους που έχω συνεργαστεί μαζί τους. Δεν νομίζω ότι είμαι ο καλύτερος (γελάει). Γενικά σε αυτή τη δουλειά δεν υπάρχει καλύτερος. Υπάρχει ο ηθοποιός που πρέπει το κοινό να ταυτιστεί μαζί του, ανάλογα με την ικανότητα του. Εντάξει. Για όλους έχει ο.. μπαξές. Να ένα παράδειγμα. Εμένα ο Πικάσο δεν μου αρέσει καθόλου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι τεράστιος ζωγράφος. Οπότε δεν υπάρχει εδώ η αίσθηση του καλύτερου. Στην Τέχνη, γενικά, είναι τι σου ταιριάζει, τι σου πάει κάθε φορά. Τι ταιριάζει στη ψυχή του θεατή.

Τι συναισθήματα σου ξυπνά ,και ως πράξη η τρόπο ζωής..  η  «Υπεροψία»;

Μου θυμίζει την ματαιότητα. Τον κομπασμό. Είναι καλό να την βλέπεις μπροστά σου για να σου θυμίζει την ταπεινότητα. Πόσο σημαντικό είναι να κρατιέσαι ισορροπημένος. Και με τον εαυτό σου και με τους γύρω σου. Να μη περνάς στη περιοχή της αλαζονείας. Γιατί η πτώση είναι κάθετη και πολύ μεγάλη. Η Υπεροψία κατ’ εμέ βρίσκεται για να μας θυμίζει τον άλλο δρόμο.   

Τι είναι το Θέατρο; Τι μπορεί να προσφέρει στο κοινό του, έχει και εκπαιδευτικό χαρακτήρα, πέρα από τη ψυχαγωγία που προσφέρει;

Η ψυχαγωγία είναι το πρώτιστο. Με την ακριβή έννοια του όρου. Πηγαίνει χέρι- χέρι με τον άνθρωπο, είναι η πρώτη του έκφραση. Πάντα είχε την ανάγκη ο άνθρωπος η να μιμηθεί σαν να έχει έναν καθρέφτη απέναντι του, είναι το Θέατρο. Από της χλεύη μέχρι τη σάτιρα, μέχρι το να νοιώσει τον πόνο και το αδιέξοδο και την ταύτιση για να βρει την συχώρεση ο ένας από τον άλλο. Άρα το Θέατρο είναι, ο Άνθρωπος ο ίδιος. Είναι και το πρώτο εργαλείο που βρίσκει ο άνθρωπος για να μιλήσει για τα γεννήματα του. Είναι μια μορφή εξομολόγησης. Μετασχηματίζεται και σε μοιρολόι. Είναι και σαν μια παρακαταθήκη των παθημάτων του. Αρχής γεννωμένης από τα Έπη. Τον υπέροχο Όμηρο μας. Να εξιστορήσει, δηλαδή, την διαδρομή του. Το Θέατρο, λοιπόν, είναι η Ανθρωπότητα. Γεννιέται με τον άνθρωπό, φεύγει μαζί του και προχωράει προς στο επέκεινα. Οι ρόλοι παραδίδονται στους επόμενους. Έτσι είναι πάντα εν ζωή. Έχει μια μορφή αθανασίας, μέσα του.

Έχεις μια φωτογραφία μπροστά σε ένα καθρέφτη. Τι λες εκεί στο είδωλό σου;

Κοιτάζω μια φωτογραφία και θα συνδεθώ με τη μνήμη της. Αν είναι πολύ παλιά, θα γεννηθούνε θύμησες. Ομολογώ ότι δεν κοιτάω μια φωτογραφία παρά μόνο για αυστηρά,  επαγγελματικούς λόγους. Μπροστά δε στον καθρέφτη, δεν αυτοθαυμάζομαι. Υπηρετώ έναν ρόλο μπροστά του. Νοιώθω ότι με κοιτάω και βλέπω μια στείρα ομορφιά. Προτιμώ την  ψυχική ομορφιά παρά αυτή του προσώπου.

 

 

 

 

 

 

 

 

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post