Η Ρωσική οπτική για τη σύγκρουση στην Ουκρανία

Σχόλιο

Η σύγκρουση στην Ανατολική Ουκρανία παραμένει η μεγαλύτερη απειλή για την ειρήνη και την σταθερότητα στην Ευρώπη. Και δεν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να υποθέσουμε ότι η κατάσταση θα ομαλοποιηθεί σύντομα.

Μια στρατηγική ανάλυση του περίπλοκου αυτού διεθνούς προβλήματος ξεκινάει από την ένταξη του σε ένα ακόμη μεγαλύτερο, το  μείζον ίσως γεωπολιτικό πρόβλημα το οποίο μας κληροδότησε το τέλος του 20ου αιώνα. Τη διάλυση της ΕΣΣΔ με τρόπο ο οποίος κατατεμάχισε το ρωσικό έθνος.

Οι Ρώσοι αποτελούσαν την κυρίαρχη εθνότητα τόσο της Τσαρικής Αυτοκρατορίας όσο και της ΕΣΣΔ. Με τους αιώνες εξαπλώθηκαν πληθυσμιακά από άκρη σε άκρη της τεράστιας επικράτειας τους. Σε κάποιες περιπτώσεις εξαπλώθηκαν σε πρακτικά άδειες εκτάσεις, όπως στη Σιβηρία. Έτσι σήμερα ακόμη και  η Ρωσική Άπω Ανατολή, η περιοχή του Βλαδιβοστόκ βόρεια από την Κίνα και την Ιαπωνία, είναι αδιαμφισβήτητα ρωσική και ρωσόφωνη 100%

Στις επαρχίες του Τσάρου και μετέπειτα Σοβιετικές Δημοκρατίες με αυτόχθονες πληθυσμούς, με την διαδοχή των γενεών διαμορφώθηκε μια μικτή εθνική σύνθεση.  Ρώσοι εγκαταστάθηκαν αρχικά ως κρατικοί υπάλληλοι, έμποροι και στρατιωτικοί και οι απόγονοι τους θεωρούσαν την συγκεκριμένη περιοχή ως πατρίδα τους. Άλλωστε, από την Εσθονία μέχρι το Καζακστάν, όλα αποτελούσαν Τσαρική ή Σοβιετική επικράτεια.

Με τη διάλυση της ΕΣΣΔ το 1991, μερικές δεκάδες εκατομμύρια Ρώσοι ή ρωσόφωνοι (πρακτικά είναι το ίδιο) βρέθηκαν ξαφνικά να ζουν σε άλλα κράτη, σε μερικά εκ των οποίων η πλειοψηφία των κατοίκων δεν έτρεφε καν φιλικά αισθήματα για τη Ρωσία.

Το πρώτο κλειδί για την κατανόηση των μετέπειτα εξελίξεων είναι αυτή η διάκριση. Αν δηλαδή οι νέες ανεξάρτητες Δημοκρατίες που προέκυψαν από τη διάλυση της ΕΣΣΔ το 1991 είχαν φιλική ή εχθρική στάση προς τη Ρωσία και κατά συνέπεια προς τους ρωσικούς / ρωσόφωνους πληθυσμούς στο εσωτερικό τους.

Εκεί όπου διατηρήθηκαν καλές σχέσεις, συνεργασία ή και συμμαχία με τη Ρωσία (Λευκορωσία, Αρμενία, Καζακστάν, λοιπές ανεξάρτητες  μουσουλμανικές δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας), δεν ανέκυψαν ζητήματα αυτονομίας του ρωσικού πληθυσμού. Μάλιστα τα σχέδια για μιας μορφής επανασυγκόληση της ενότητας της Ρωσίας με Λευκορωσία και Καζακστάν τείνουν να λύσουν μόνιμα το πρόβλημα.

Εκεί όπου η νέα ανεξάρτητη Δημοκρατία προσανατολίστηκε άμεσα στην αντιπαράθεση με τη Ρωσία, άρχισαν το ίδιο άμεσα και οι αυτονομήσεις εδαφών. Στη Γεωργία και τη Μολδαβία οι ρωσόφωνες επαρχίες έχουν σταθεροποιηθεί σε ένα καθεστώς αυτοδιάθεσης, με εγγυητή την παρουσία μονάδων του ρωσικού στρατού. Σε Λετονία, Εσθονία, Λιθουανία η ένταση με τους ρωσόφωνους πληθυσμούς είναι μόνιμη, με αποτέλεσμα μια εξίσου μόνιμη εχθρότητα των κυβερνήσεων προς την Ρωσική Ομοσπονδία.

Από την πρώτη στιγμή, από το 1991, ήταν δεδομένο ότι η μεγάλη δυσκολία βρίσκεται στην Ουκρανία. Από τα 50 εκατομμύρια των Ουκρανών πολιτών το 30% είναι ρωσόφωνο και κατ αντιστοιχία ορθόδοξο στο θρήσκευμα. Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη γιατί τουλάχιστον στην ανατολική Ουκρανία και στην χερσόνησο της Κριμαίας, οι Ρώσοι εγκαταστάθηκαν εκεί πριν την γέννηση του Ουκρανικού έθνους, τον 17ο και 18ο αιώνα. Είναι με κάθε έννοια πατρίδα τους.

Όσο η Ουκρανία ακολουθούσε μια εξωτερική πολιτική παρόμοια με του Καζακστάν, προσέγγισης και συμμαχίας με τη Ρωσική Ομοσπονδία, τα  εθνοτικά προβλήματα βρίσκονταν σε ύπνωση. Από την Πορτοκαλί Επανάσταση και μετά, η Ουκρανία διχάστηκε ανάμεσα σε δυο ανταγωνιστικές γεωπολιτικές επιλογές. Με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ ή με τη Ρωσική Ομοσπονδία;

Η έλλειψη δημοκρατικής ιστορικής παράδοσης στην Ουκρανία οδήγησε και τις δυο πλευρές σε αυταρχικές πρακτικές, διώξεις πολιτικών αντιπάλων, παρακρατική βία. Παράλληλα είχαμε το τεράστιο άπλωμα της διαφθοράς στο κράτος.

Η τραγική κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με τις ένοπλες συγκρούσεις στο κέντρο του Κιέβου προκάλεσε την ανατροπή του ρωσόφιλου προέδρου και σε μια κυβέρνηση όπου συνυπάρχουν οι φιλοδυτικές «αστικοδημοκρατικές» πολιτικές δυνάμεις με την Ουκρανική ακροδεξιά, που είναι ξεκάθαρα φιλοναζιστική. Η απόσχιση της Κριμαίας και η αυτονομιστική εξέγερση στην ανατολική Ουκρανία ήταν βασικά αναμενόμενες στη συνέχεια.

Ποιος είναι ο στρατηγικός στόχος του Ρώσου Προέδρου Πούτιν; Η πιθανότερη εκτίμηση είναι ότι εδώ έχουμε μια αλλαγή στρατηγικής από την πλευρά της Μόσχας, που οδήγησε στην επικίνδυνη κλιμάκωση των γεγονότων.

Ενώ δηλαδή η προηγούμενη γραμμή της Μόσχας ήταν να τραβήξει με την πολιτική και οικονομική πίεση (εξάρτηση από το φυσικό αέριο, οικονομική διασύνδεση των επιχειρήσεων) ολόκληρη την Ουκρανία στην Κοινοπολιτεία Ρωσίας – Λευκορωσίας – Καζακστάν, τώρα η Ρωσία φαίνεται να έχει επιλέξει την διχοτόμηση.

Μετά τις ένοπλες συγκρούσεις στο Κίεβο ο Πούτιν εκτίμησε ότι δεν μπορεί στρατηγικά να ελέγξει την Ουκρανία, ή ότι οι δυτικές δυνάμεις δεν θα του επιτρέψουν να το κατορθώσει.

Οπότε του απομένει να διεκδικήσει την αυτονομία και προοπτικά την ανεξαρτησία της ανατολικής Ουκρανίας και της Κριμαίας.

Το διακύβευμα για τον Πούτιν και τη Ρωσία συνολικά δεν αφορά μόνον τα δικαιώματα και την αυτοδιάθεση των ρωσόφωνων της Ουκρανίας. Αφορά την έξοδο της Ρωσίας στη Μαύρη Θάλασσα, τις ουκρανικές πεδιάδες που έχουν θερμότερο κλίμα από την Ρωσία και παράγουν σιτηρά, άλλες πλουτοπαραγωγικές πηγές. Όπως έχει πει ένας αμερικανός αναλυτής «Η Ρωσία χωρίς την Ουκρανία μοιάζει περισσότερο με τον Καναδά παρά με τις Ηνωμένες Πολιτείες».

Αν αυτή η εκτίμηση προσεγγίζει έστω την πραγματικότητα, για τη Ρωσία υπάρχουν μόνον δυο δρόμοι. Ή μια αποκατάσταση στρατηγικής συμμαχίας με την Ουκρανία, μια Ρωσο – Ουκρανική συνομοσπονδία, ή η βίαιη διχοτόμηση της γειτονικής της χώρας. Για την ώρα εφικτή μοιάζει η δεύτερη επιλογή.

Στο Ουκρανικό έδαφος όμως δοκιμάζουν την επιρροή και τις δυνάμεις τους και άλλοι διεθνείς παίκτες. Οι δικές τους επιλογές και στρατηγικές απαιτούν μια χωριστή ανάλυση.

Ειδικού αναλυτή

 

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post