Για μια παρελθούσα παράσταση

Σχόλιο

Γράφει εν είδη κριτικής ο Γιάννης Γαβρίλης

Στα πλαίσια του κύκλου Contemporary Ancients του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου τη Παρασκευή 16 Ιουλίου, παρακολουθήσαμε μια υπερβατική παράσταση.

Παίρνοντας στοιχεία από την Τραγωδία του Ευριπίδη ”Μήδεια” η αρθρογράφος, συγγραφέας και ηθοποιός Αλεξάνδρα Κ* (Κατσαρού) συγγράφει το θεατρικό έργο που είδαμε, (απνευστί και με ένταση) στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, ”γάλα, αίμα” σε καθηλωτική σκηνοθεσία Γιάννου Περλέγκα.

Η υπόθεση με λίγα λόγια

Καλοκαίρι του 1958. Σε κάποιο  χωριό της ελληνικής επαρχίας. Η Ξένη (προσέξτε το όνομα..) εγκαταλελειμμένη από τον άντρα της.  Εκείνος  ετοιμάζεται να παντρευτεί μία νεότερη γυναίκα. βρίσκεται Η Ξένη, αντιμέτωπη με τα σχόλια του χωριού. Έχει περάσει χρόνια περιορισμένη στους ρόλους της κόρης, της συζύγου και της μητέρας, υπό το άγρυπνο βλέμμα της μικρής τοπικής κοινωνίας. Πλέον, μην έχοντας κανέναν ρόλο να υπηρετήσει, ψάχνει να βρει τι έχει απομείνει απ’ αυτήν ακόμα ζωντανό. Μπροστά στα μάτια της βλέπει τις κόρες της να οδηγούνται στην ίδια ακριβώς ζωή με τη δική της, σε ένα επαναλαμβανόμενο παιχνίδι ανθρωποφαγίας των γυναικών, που βρίσκονται εγκλωβισμένες στον κοινωνικό τους ρόλο.

Η Ξένη/Μήδεια της Αλεξάνδρας Κ* σκοτώνει τις κόρες της για να τις απελευθερώσει από τα μελλοντικά δεινά τους.

Πως γίνεται και κάποια θεατρικά έργα, ευτυχούν, βρίσκοντας την απόλυτη απόδοση τους. Απλούστατα.  Εκπέμπουν μια δύναμη, έχουν από τη γένεση τους, την δυνητικότητα να εκφράζονται, μέσα από την έμπνευση του συγγραφέα τους πρωτίστως και να αγγίζουν την ψυχή, το θυμικό, την ευαισθησία του θεατή. Είναι προορισμένα (χωρίς κανένας από τους δημιουργούς τους να το γνωρίζει) να καταγραφούν ως σημαντικά.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με αυτή τη παράσταση. Το ”γάλα, αίμα”.

Και γράφω ”συμβαίνει” γιατί θέλω να πιστεύω πως κάποιος παραγωγός θεατρικών παραστάσεων θα την αναλάβει για να ανέβει σε κάποια από τις πολλές θεατρικές σκηνές που υπάρχουν και να μη μείνει μόνο στις δυο παραστάσεις που εδόθησαν ως παραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.

Το ”γάλα, αίμα” δεν ήταν μια παράσταση από εκείνες που απλώς, την βλέπεις. Ξέφυγε από τις γνωστές νόρμες που οριοθετούνται από τους θεατρικούς κανόνες. Κατάφερε να τις ξεπεράσει και να προσκρούσει με ένταση στο κοίλον του Μικρού της Αρχαίας Επιδαύρου, μετουσιώνοντας έτσι την απλή και πολλές φορές παθητική θέαση σε συμμετοχή του κοινού στη δράση της.

Καταρχήν λειτούργησαν με θετικό πρόσημο, τα δεκαπέντε τραγούδια  που την επένδυσαν, παραδοσιακά και κάποια ρεμπέτικα, δημιουργώντας  ένα άρρηκτο στοιχείο στην ατμόσφαιρα της παράστασης. Επιλεγμένα από τον Στράτο Γκρίτζαλη, με την συνεισφορά του Γιάννου Περλέγκα. Θα μείνω για λίγο στον Στράτο γιατί με εντυπωσίασε η σκηνική του παρουσία. Ο Γκρίτζαλής ανέβαινε για πρώτη φορά σε θεατρική σκηνή, ήταν όμως η παρουσία του σαν ενός μουσικού του θεάτρου. Το λαούτο του κελαηδούσε και άλλοτε έκλαιγε και άλλοτε χαμογελούσε στα χέρια του. Γνωρίζει καλά, ο αυτοδίδακτος αυτός μουσικός, το πάλκο (μέλος του συγκροτήματος ”Ραστ Χιτζαζ ”), όμως εδώ του δόθηκε η ευκαιρία να μεταφέρει την αγάπη του για τη μουσική και το τραγούδι με μη επιτηδευμένη θεατρικότητα, απλά, πειστικά, σαν μια ύπαρξη που υπήρχε στον χώρο αλλά δεν υπήρχε κιόλας, σαν αόρατος τις στιγμές που κυκλοφορούσε ανάμεσα στους χαρακτήρες του έργου κατά την διάρκεια της δράσης. Παράλληλα και τόσο ουσιαστικός. Μαζί του στο κλαρίνο ο Τιμολέων (Τίμος) Ντέμος.

Ο Γιάννος Περλέγκας είναι απόλυτα υπεύθυνος για το τελικό αποτέλεσμα. Φανερό ότι αγάπησε το κείμενο της Αλεξάνδρας Κ*, φανερό επίσης ότι η γραφή της του έδωσε την ευκαιρία να δημιουργήσει  σκηνοθετικά, τον κόσμο που περιγράφεται με καθοριστική συνέπεια. Ο Περλέγκας που παίζει κιόλας (ο πατέρας, ένας γέρος), χωρίς εκπτώσεις η επεξεργασία και με σεβασμό μας προσέφερε την σκηνοθετική άποψη του με σαφήνεια και υπευθυνότητα.

Δεν θεωρώ ότι υπερβάλω λέγοντας ότι μου θύμισε τις μεγάλες μας τραγωδούς, ηθοποιούς μας που έγραψαν με ανεξίτηλα γράμματα το όνομα τους στο ελληνικό και παγκόσμιο θεατρικό στερέωμα. Αναφέρομαι στην συγκλονιστική, υποκριτικά, Έλενα Τοπαλίδου. Υπάρχει τρόπος και χώρος αρκετός για να αναφερθεί κανείς στην ερμηνεία ενός/μιας ηθοποιού. Υπάρχουν όμως και φορές που η ίδια η ερμηνεία σου στερεί τα λόγια, τις γραφόμενες λέξεις. Η Τοπαλίδου δημιούργησε, διακτηνιζόμενη σε  άλλους υποκριτικούς γαλαξίες, καθώς καταβυθιζόταν σε σκοτεινές ατραπούς ερμηνείας και τις φώτισε. Ξεφεύγοντας λες και από το ίδιο το αδύνατο κορμί της, υποβάλλοντας το στον κάματο της ανώτερης υποκριτικής τέχνης. Γιατί εδώ, μόνο περί τέχνης αμιγώς θεατρικής μπορούμε να μιλήσουμε. Και αυταπάρνησης. Και αυτογνωσίας. Ποιά ηθοποιό Έλενα Τοπαλίδου, είδαμε. Την Ξένη της Αλεξάνδρας Κ* με σάρκα και οστά, είδαμε. Σπάνια ερμηνεία!

Μαζί της σε εξαιρετικές ερμηνείες, που σε παρέσυραν να βρεθείς σε εκείνο τον τόπο τον επαρχιακό του 50, συμπληρώνοντας την τραγικότητα, όσο και την απαξίωση στην γυναίκα θύμα που όπως λέει και η Αλεξάνδρα Κ* ” η εμπειρία μας ως γυναίκες ήταν γραμμένη και υπαγορευμένη από μάτια, μυαλά και χέρια ανδρικά” και αυτό ακριβώς αποτυπώθηκε από τους εξαιρετικούς ηθοποιούς που είχε επιλέξει ο Γιάννος Περλέγκας για να ερμηνεύσουν..

Η Μάγδα Καυκούλα (την δασκάλα τους και μια νέα), ο Γιώργης Βασιλόπουλος (τον φίλο τους, και έναν νέο), ο Γιάννος Περλέγκας ( πατέρας της, και ένας γέρος), Η Σύρμω Κεκέ (η μάνα του, και μια γριά, πολύ καλή και στο τραγούδι), τον Μιχάλη Τιτόπουλο (ως άντρας της Ξένης και έναν άλλον άνδρα, επίσης παίζει κιθάρα και τραγουδάει),  την Λήδα Κουτσοδασκάλου (πρώτη κόρη) και την  Αλίκη Γεωργίου (δεύτερη κόρη).

Το σκηνικό και τα κοστούμια της Λουκίας. Χουλιάρα αποτύπωσαν με αληθοφάνεια την εποχή, ενώ οι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα ατμοσφαιρικοί και υποβλητικοί.

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post