Γιώργος Βάλαρης: «Δε φοβάμαι ποτέ καμιά σύγκριση, γιατί κάθε παράσταση έχει την δική της ταυτότητα»

Σχόλιο

Συνέντευξη: Γιάννης Γαβρίλης

Πριν από την συνέντευξη

Ο  Αλφρέντ Ζερί το 1937 παρουσιάζει το θεατρικό του έργο ”Το Έκτο Πάτωμα” σε μορφή πρόζας και για την ιστορία στην χώρα μας ανέβηκε για πρώτη φορά το 1938 από την Μαρίκα Κοτοπούλη. Έκτοτε ανέβηκε αρκετές φορές στη χώρα μας, ενέπνευσε και μια ταινία μέχρι που φτάνουμε στο 1991 όπου η Άννα Παναγιωτοπούλου με τον Πλάτωνα Μαυρομούστακο το διασκευάζουν σε μιούζικαλ συνεργαζόμενοι με τον Σταμάτη Κραουνάκη και την Λίνα Νικολακοπούλου στα τραγούδια που έμελλαν να γράψουν την δική τους ξεχωριστή ιστορία, όπως ασφαλώς και εκείνη η παράσταση της περιόδου 1991-92 που ανέβηκε στο ”Περοκέ” στην Αθήνα και στο Θέατρο ”Ναυαρίνο” στη Θεσσαλονίκη.

Ο Γιώργος Βάλαρης το επανέφερε από τις 2 Φεβρουαρίου στο Θέατρο ”Ακροπόλ”.

”Πάντα είμαι τολμηρός, ως παράτολμος θα έλεγα και συνήθως βάζω τόση δύναμη και λύσσα που πετυχαίνω”

Γ.Γ. Μα το ”Έκτο Πάτωμα”. Έχει τόσες φορές παρουσιαστεί στην χώρα μας, όπως και σε παγκόσμιο επίπεδο. Ερωτώ. Θα είναι μια αναβίωση των παραστάσεων του εκείνων, του 1991-1992;  Και ερωτώ. Τι καινούριο μπορεί ένας σκηνοθέτης να προσφέρει σε ένα έργο που έχει χαρακτηριστεί και είναι από τα σημαντικότερα ανεβάσματα στον χώρο του Μιούζικαλ από το 91 μέχρι και σήμερα.

Γ.Β. Θεωρώ πως ένα κλασικό έργο όσο αυτό του Ζερί είναι πάντα επίκαιρο κατ αρχήν! Το καινούργιο που μπορεί να φέρει είναι η δική μου ματιά που είναι σαφώς διαφορετική,  η ομάδα που εδώ επίσης είναι ομάδα ανθρώπων του θεάτρου με εμπειρία και ταλέντο. Είναι μια νέα παράσταση που κρατά τη δομή του μουσικού έργου που συνέθεσαν με τόση επιτυχία η Άννα ο Σταμάτης και η Λίνα.

Γ.Γ. Έχεις πει πως βρίσκεις αυτό το έργο, τα όσα περιγράφει και μεταφέρει, ιδιαίτερα σύγχρονα και επίκαιρα.  Σκέφτομαι όμως πως δεν είναι αυτός ο κυρίαρχος λόγος που το επαναφέρεις στην σκηνή. Νομίζω ότι σε κινητοποίησε περισσότερο η όλη δομή που εδόθη στο έργο από την διασκευή του σε Μιούζικαλ, τα τραγούδια που συμπεριελήφθησαν και το ότι αυτά μεταφέρουν το έργο σε μια άλλη θεατρική διάσταση.

Γ.Β. Είμαι φανατικός λάτρης των μουσικών έργων και πράγματι αυτός ήταν και ο βασικότερος λόγος. Σπουδαία μουσική και στίχοι διαχρονικά όπως φαίνεται.

”Μέσα από την δουλειά μου με ενδιαφέρει πολύ να παραδώσω συγκίνηση, συναισθήματα και την αλήθεια μου ταυτισμένη με την αλήθεια του κόσμου”

Γ.Γ. Πώς έπεισες τον Σταμάτη Κραουνάκη που έγραψε την μουσική των τραγουδιών, την Λίνα Νικολακοπούλου που έγραψε τους στίχους τους, αλλά και την Άννα Παναγιωτοπούλου που το διασκεύασε με τον Πλάτωνα Μαυρομούστακο σε Μιούζικαλ, να ξανανέβει το δικό τους ”Έκτο Πάτωμα”. Αντιμετώπισες αρχικά κάποιες αντιρρήσεις από μέρους τους.

Γ.Β. Με τιμά το γεγονός ότι δεν είχαν κανένα ενδοιασμό και μου δόθηκε η ευλογία τους αμέσως. Με το Σταμάτη σχεδόν μαζί κάναμε  και την διανομή.

Γ.Γ. Και για την συνεργασία σας τι θα έλεγες. Πως εξελίχθηκε. Πιστεύω ότι ιδιαιτέρως στενά συνεργάζεσαι με τον… εμπνευσμένο συνθέτη Κραουνάκη.

Γ.Β. Με το Σταμάτη γίναμε συνεργοί και φίλοι και το χαίρομαι πολύ. Είναι γενναιόδωρος και ιδιοφυής. Μιλάγαμε συνέχεια και σχεδιάζουμε ακόμη και τώρα που έχει ανέβει η παράσταση…

”Στο δικό μας ”Έκτο Πάτωμα” θέλω να φωτίσω το δραματικό, το συγκινησιακό και ανθρώπινο στοιχείο. Το έχουμε ανάγκη σε αυτή την τόσο απάνθρωπη εποχή. Και μαγεία…”

Γ.Γ. Μια προσωπική ερώτηση. Τι σε έκανε και ασχολήθηκες με το Μουσικό Θέατρο και όχι τόσο με το θεατρικό είδος της πρόζας.

Γ.Β.  Η ενασχόληση μου με το Μουσικό Θέατρο είναι από αγάπη. Προέκυψε δε αρχικά ασυνείδητα και μετά συνειδητά καθώς ανακάλυπτα  το ταλέντο μου σε αυτό το είδος.

Γ.Γ. Δεν ασχολείσαι πλέον τόσο με την υποκριτική, αν και τελείωσες και μάλιστα με έπαινο την Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Σε κέρδισε η σκηνοθεσία. Γιατί. Ένοιωσες ότι έχεις να δώσεις περισσότερα στο Θέατρο ως σκηνοθέτης παρά ως ηθοποιός.

Γ.Β.   Γιατί όντως έτσι ένιωσα. Θεωρώ πως έχω να δώσω περισσότερα στη σκηνοθεσία και αισθάνομαι πως εκφράζομαι και σαν ηθοποιός καθοδηγώντας τους ηθοποιούς με τους οποίους συνεργάζομαι..

Γ.Γ.  Θα ήθελα να μου πεις, τι, ποιοί ή ποιές , σε επηρέασαν καθοριστικά και αποφάσισες να αφήσεις την Αγγλική Φιλολογία που αρχικά σπούδασες και να ασχοληθείς με το Θέατρο.

Γ.Β.  Ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στην Αγγλική φιλολογία και αποφάσισα να μεταλαμπαδεύσω  τις γνώσεις μου μέσα από μεταφράσεις. Το μεγάλο μου όμως όνειρο ήταν το Θέατρο. Έτσι μπήκα και στην Δραματική σχολή του Εθνικού θεάτρου και αποφοίτησα με άριστα.

Γ.Γ. Η προηγούμενη δουλειά σου έχει αποδείξει πως έχεις μια ροπή προς τα δύσκολα. Και το λέω αυτό γιατί κάθε άλλο παρά εύκολο ήταν να δημιουργήσεις ένα καινούριο έργο βασιζόμενος στην ”Όμορφη Πόλη” του Μίκη Θεοδωράκη και κυρίως στα τραγούδια του και στην ποίηση του. Ήταν ένα παράτολμο εγχείρημα. Σκέφτεσαι να επαναφέρεις αυτή την παράσταση.

Γ.Β. Πάντα είμαι τολμηρός ως παράτολμος θα έλεγα και συνήθως βάζω τόση δύναμη και λύσσα που πετυχαίνω. Θα την επαναφέρω το 2025 με μια παγκόσμια περιοδεία για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του σπουδαίου μουσουργού μας.

Γ.Γ. Από την άλλη φέτος ανέλαβες και την επαναφορά στο Θέατρο ”Πειραιώς 131” διασκευάζοντας το, το έργο των Γιώργου και Χρήστου Γιαννακόπουλου ”Της κακομοίρας” που έγινε γνωστότερο ως ”Ο Μπακαλόγατος” με την ταινία του Ντίνου Κατσουρίδη, το 1963.Η διασκευή του αφορούσε στην ένταξη  στη δράση του έργου, τραγουδιών  της εποχής εκείνης.  Και δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείσαι με κινηματογραφικές ταινίες και τις μεταφέρεις στο Θέατρο, όπως τα Μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη. Να υποθέσω ότι έχεις μια αγάπη και σε εμπνέει το Μουσικό Θέατρο και ο Κινηματογράφος.

Γ.Β. Ναι, ο Μπακαλόγατος είναι μια αγαπημένη ταινία σε όλους. Η μουσική της διασκευή ήταν για μένα επίσης ένα στοίχημα που πέτυχε και χαίρομαι, όπως και οι προηγούμενες μεταφορές ταινιών. Ο κόσμος αγαπά τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο.

Γ.Γ. Θα μπορούσες να σκιαγραφήσεις τον εαυτό σου ως σκηνοθέτη. Ποιός είναι ο απώτερος σκοπός σου σε όσες δουλειές έχεις κάνει, πέρα από την εικονογραφική αναπαράσταση, πέρα από το εικαστικό χώρο μιας παράστασης σου, τι είναι , ως αποτέλεσμα, αυτό που σε ενδιαφέρει να παραδώσεις.

”Είμαι αυτόνομος , ανεξάρτητος με δυναμικό λόγο και χωρίς να ανήκω σε καμιά παρέα, κλίκα ή σε κάποια κυκλώματα. Εκφράζω δυνατά  τις απόψεις μου και μέσα από τη δουλειά μου. Νοιώθω πολύ δυνατός, αγαπώ αυτό που κάνω  και αισθάνομαι  βαθιά καλλιτέχνης. Επί της ουσίας και ως στάση ζωής”

Γ.Β. Μέσα από την δουλειά μου με ενδιαφέρει πολύ να παραδώσω συγκίνηση, συναισθήματα και την αλήθεια μου ταυτισμένη με την αλήθεια του κόσμου.

Γ.Γ. Είσαι ένας ευγενής, καλλιεργημένος και σχετικά χαμηλών τόνων άνθρωπος. Όμως όταν έχεις κάτι να πεις, να εκθέσεις την άποψη σου, τα λες ”χύμα”. Ένα παράδειγμα είναι η άποψη σου για τον κορονοιό που θεώρησες τον χειρισμό του, σε παγκόσμιο επίπεδο, ως συνομωσία. Δεν θέλω να επανέλθουμε, αλλά θέτω το θέμα για να μπορέσω να σου εκμαιεύσω το τι πιστεύεις για τον χαρακτήρα σου. Κι’ αν η ειλικρίνεια σου σε έχει βοηθήσει στον διστοπικό χώρο του Θεάτρου στον οποίο ανήκεις.

Γ.Β. Εξακολουθώ να δέχομαι πόλεμο ακόμη και σήμερα μετά από πολλά χρόνια επιτυχιών και καταξίωσης στο χώρο μου ακριβώς γιατί είμαι αυτόνομος , ανεξάρτητος με δυναμικό λόγο και χωρίς να ανήκω σε καμιά παρέα, κλίκα ή σε κάποια κυκλώματα. Εκφράζω δυνατά τις απόψεις μου και μέσα από τη δουλειά μου… Αλλά ουδέποτε με απασχόλησε, γιατί νοιώθω πολύ δυνατός, αγαπώ αυτό που κάνω και νιώθω βαθιά καλλιτέχνης. Επί της ουσίας, ως στάση ζωής.

Γ.Γ.  Επανέρχομαι και… ανεβαίνω στο ”Έκτο Πάτωμα”. Θεωρείς ότι ο Αλφρέντ Ζερί έγραψε ένα κωμικό ή ένα κωμικοτραγικό έργο, ίσως και με κοινονικοπολιτικές προεκτάσεις, και αν είναι έτσι, εσύ τις αναδεικνύεις, σκηνοθετώντας βέβαια την διασκευή του σε Μιούζικαλ ή στήνεις μια απλώς διασκεδαστική παράσταση.

Γ.Β. Στο δικό μας ”Έκτο Πάτωμα” θέλω να φωτίσω το δραματικό, το συγκινησιακό και ανθρώπινο στοιχείο. Το έχουμε ανάγκη σε αυτή την τόσο απάνθρωπη εποχή. Και μαγεία..

Γ.Γ. Ασφαλώς σε απασχόλησε η επιλογή των συντελεστών και κυρίως σημαντικών ηθοποιών, θέλησες μια ”dream team”, που λένε και στο.. χωριό μου, που με την υποκριτική τους και την ικανότητα τους στο τραγούδι δεν θα συγκριθούν με εκείνους, εκείνες τους σπουδαίους ηθοποιούς του ανεβάσματος του 1991, ούτε εσύ θα ήθελες την σύγκριση… 

Γ.Β. Περήφανος για την ομάδα αυτή. ¨Ομάδα νικητών! Φίλοι σπουδαίοι καλλιτέχνες  και κυρίως έμπειροι για να ανταποκριθούν σε ένα τόσο δύσκολο είδος. Δε φοβάμαι ποτέ καμιά σύγκριση , γιατί κάθε παράσταση έχει την δική της ταυτότητα. Είμαι πάντα ιδιαίτερα σίγουρος για το καλλιτεχνικό μου έργο ακόμα γιατί καταθέτω χρόνο ενέργεια σκέψη σεβασμό και χρήμα για την παραγωγή!

Γ.Γ. Κλείνοντας.. Θα μπορούσες, θα ήθελες  να καταθέσεις τα, ας τα πούμε, σκηνοθετικά σου όνειρα. Ποιά έργα, ποιούς συγγραφείς, του παγκόσμιου, όμως, κλασσικού ρεπερτορίου θα ήθελες να ανεβάσεις με την δική σου σκηνοθετική σφραγίδα. Μέχρι που , θα ήθελες, να φτάσεις.

Γ.Β. Σαίξπηρ πολύ, Τσέχοφ, Ουίλιαμς. Όνειρά μου που θα πραγματοποιηθούν εύχομαι άμεσα. Και να γράψω καινούργια έργα σχέσεων.

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post