Του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη
του Γιάννη Γαβρίλη
”Κανείς δεν μου γλυτώνει εμένα! Ποιός κρύβεται;
Ποιανού το κλάμα γροικιέται
μες στον χέρσο κάμπο;
Ένα μαχαίρι έχω κρεμάσει
μές στον ανταριασμένο αγέρα,
που λαχταράει, μολύβι τώρα,
πόνος να γίνει μές στο αίμα”
Φεγγάρι
(Μετάφραση Νίκος Γκάτσος)
Ο Νικορέστης Χανιωτάκης , αν και γνωρίζει καλά την σκηνοθετική δομή που πρέπει να έχει το ανέβασμα ενός θεατρικού έργου, πολλές φορές έχει τολμήσει να ξεφύγει από το ”δεδομένο” και να δημιουργήσει έναν δικό του, σκηνοθετικά, θεατρικό κόσμο, μια δική του προσέγγιση που ίσως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ριζοσπαστική.
”εδώ νά θα γενεί, και σε λίγο.
Εδωνά θα πεθάνουν…
Ας καρφώσουν τις κάσες.
Στο κρεβάτι μπροστά το νυφιάτικο,
καρτερούν τα σεντόνια τα κάτασπρα, τα βαριά τα κορμιά με τον λαιμό τον κομμένο.
Ζητιάνα (Θάνατος)
Στην συγκεκριμένη περίπτωση του εμβληματικού αυτού έργου του Λόρκα, τον ”Ματωμένο Γάμο”, επιχειρώντας να διαφύγει από το τετριμμένο ή την επανάληψη, να αποτρέψει την παγίδευση στην παρακαταθήκη που έχουν αφήσει παλαιότερες εμβληματικές παραστάσεις, προσπάθησε να δώσει, αν όχι μια νέα πνοή στο τελεολογικό (σ.σ. στην παραδοχή ότι υπάρχει σκοπός) αυτό έργο, το γεμάτο με πληθώρα συμβολισμών, κοινωνικών και πολιτικών αναφορών, με τα πολλά ηθογραφικά και λαογραφικά στοιχεία, που εμφανίζονται στις πράξεις του έργου με τον λυρισμό του Λόρκα, αλλά και τον έντονο ρεαλισμό, τον σαφή σουρεαλισμό και με το μεταφυσικό στοιχείο να επικρατεί… να το ”κοιτάξει” με μια άλλη σκηνοθετική ματιά απ΄ ότι έχει ειδωθεί μέχρι τώρα..
Ο Χανιωτάκης τολμά να δώσει μια άλλη θεατρική διάσταση στον ”Ματωμένο Γάμο”, ίσως πιο εύπεπτη για το ευρύτερο κοινό. Χωρίς, ασφαλώς, αυτό να σημαίνει ότι ξέφυγε (πως θα μπορούσε άλλωστε, αυτό θα αποτελούσε ύβρη) από την λυρικότητα, την τραγικότητα ή την γενικότερη ατμόσφαιρα που περιγράφει ο Λόρκα. Η αλήθεια είναι ότι ουδείς μπορεί να ”πειράξει”, να μεταφράσει , να μετατρέψει σε κάτι διαφορετικό ή πλέον σύγχρονο, τον λόγο και την ατμόσφαιρα του Λόρκα. Ο ”Ματωμένος Γάμος” δεν επιδέχεται διαφορετικές αναγνώσεις. Η ανάγνωση είναι μια και αναντίρρητη. Το ίδιο το έργο καθοδηγεί τον σκηνοθέτη και τους ερμηνευτές. Οι όποιες θεμιτές ή και αθέμιτες παρερμηνείες του, θα στιγματίσουν όποιον επιχειρήσει να ασχοληθεί και να προβάλει μια παράσταση, νεοτερίστικη ή ανατρεπτική. Είναι ένα δύσκολο ως προς το ανέβασμα του έργο, με την αριστοτεχνική χρήση της γλώσσας, όσο και με τις ποιητικές εικόνες του και με την ιδιαίτερη σύνθεση του διαλογικού με τον λυρικό (χορικό) στοιχείο.
Η παράσταση που είδαμε στην πρεμιέρα της, είχε τις αστοχίες της, που καλείτε ο Χανιωτάκης να διορθώσει και είμαι σίγουρος πως θα το κάνει. Είμαι σίγουρος ότι θα αναθεωρήσει τις σκηνές του Φεγγαριού και της Ζητιάνας (Θάνατος) τους δυο ρόλους κλειδιά στην προοικονομία του θανάτου των δυο ανδρών, στο έργο (μια κατά τον Λόρκα, λυρική πλευρά του Θανάτου). Θα πρέπει ο Χανιωτάκης να δώσει μια άλλη πιο προσεκτική και ρεαλιστική διάσταση στον χαρακτήρα και στην εικόνα της Μάνας ειδικά στη σχέση της με την γειτόνισσα που ενώ είναι συνομήλικες, εδώ η γειτόνισσα ερμηνεύεται από πολύ νεότερη ηθοποιό σε σχέση με την ηθοποιό που υποδύεται την Μάνα. Όπως και τα μουσικά όργανα που ζωντανά παίζονται από τους ηθοποιούς. Που δημιουργούν αρκετές φορές ένα αντίθετο αποτέλεσμα με αυτό που η ενίοτε κατανυκτική, τραγική ατμόσφαιρα του έργου, επιβάλει. Ασφαλώς και είναι γνωστό σε όσους ασχολούνται με το Θέατρο, ότι η πρεμιέρα είναι πάντα, μα πάντα, και αμήχανη παράσταση και οδηγός για τις όποιες βελτιώσεις.
Σεβόμενοι όμως, εμείς ,που ερχόμαστε να κριτικάρουμε μια παράσταση δεν πρέπει να παραβλέπουμε, τον προηγηθέντα αγώνα και την αγωνία που υπάρχει για να στηθεί με αξιοπρέπεια μια παράσταση. Η αυστηρότητα δεν αρμόζει. Αντιθέτως η επιείκεια βοηθάει, η καλοπροαίρετη κριτική βελτιώνει τα όποια λάθη, τις όποιες παραλήψεις, τις όποιες σκηνοθετικές και ερμηνευτικές αβλεψίες.
Προσωπικά, θα κατατάξω την παράσταση του ”Ματωμένου Γάμου” σε σκηνοθεσία του Νικορέστη Χανιωτάκη, σε εκείνες που έχουν να προσφέρουν αρκετά σημαντικά στοιχεία στους θεατές της (αφού όμως αναθεωρηθούν αρκετά σημεία της) και έχει την δυναμική να προκαλέσει, να επιβληθεί, να προβάλει και τον ποιητικό λόγο του Λόρκα όσο και την ρεαλιστικότητα του και την μεταφυσικότητα που διατρέχει όλο το έργο.
Μ’ ένα μικρό- μικρό μαχαίρι,
π’ ούτε το χέρι δεν το πιάνει,
μα κείνο μπαίνει παγωμένο
στην ξαφνιασμένη μας καρδιά,
και σταματάει εκεί που τρέμει
θολή και αξήγητη για πάντα
η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής.
Μάνα
Η παράσταση ακολουθεί την μετάφραση (και τους στίχους) του Νίκου Γκάτσου.
Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης συνέθεσε, ενορχήστρωσε και είχε και την Μουσική Διδασκαλία (μαζί με τον Αλκιβιάδη Κωνσταντόπουλο) της πρωτότυπης Μουσικής και των τραγουδιών, που ερμηνεύονται επί σκηνής, από τους ηθοποιούς. Και είχε μια σημαντική παρακαταθήκη να ανταγωνιστεί. Αυτά τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι με τους στίχους του Νίκου Γκάτσου από την παράσταση του 1947 στο Θέατρο Τέχνης που είναι ακόμη τόσο ζωντανά, λες και γράφτηκαν σήμερα.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια σχεδιάστηκαν από την Αρετή Μουστάκα.
Τις χορογραφίες και την κίνηση των ηθοποιών επιμελήθηκε η Φαίδρα Νταιόγλου.
Οι φωτισμοί του Νίκου Βούγαρη.
Οι ηθοποιοί που ερμηνεύουν τους ρόλους.
η Μαρία Τζομπανάκη υποδύεται τη Μάνα, η Μαρία Χάνου τη Νύφη
ο Νίκος Πουρσανίδης τον Λεονάρδο, ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης τον Γαμπρό
ο Γιάννης Καλατζόπουλος τον Πατέρα της Νύφης, η Χριστίνα Τσάφου την Πεθερά, η Μαριάννα Πολυχρονίδη την Γυναίκα του Λεονάρδο, ο Κώστας Βασαρδάνης το Φεγγάρι, η Ισιδώρα Δωροπούλου την Ζητιάνα.
Κώστας Κοράκης Ξυλοκόπος Α’, Αλκιβιάδης Κωνσταντόπουλος Ξυλοκόπος Β’, Ιφιγένεια Μακρή Δούλα, Άννα Φιλιππάκη Κοριτσάκι.
Είταν καμάρι της αυγής
και καβαλάρης όμορφος.
Τώρα, μια χούφτα χιόνι.
Γύρισε κάμπους και βουνά
και πανηγύρια πέρασε
στην αγκαλιά των κοριτσιών.
Ποιός το ‘λπιζε να γίνουνε
τα μούσκλια τα νυχτιάτικα
στεφάνι στα μαλλιά του;
Η παράσταση θα πραγματοποιήσει περιοδεία ανά την Ελλάδα.
ΙΟΥΝΙΟΣ
25/6 Βύρωνας – Θέατρο Βράχων, Μελίνα Μερκούρη
ΙΟΥΛΙΟΣ
1/7 Βόλος – Θερινό Δημοτικό θέατρο, Νέας Ιωνίας Βόλου
2/7 Καβάλα – Φρούριο Καβάλας
3/7 Δίον – 51ο Φεστιβάλ Ολύμπου – Αρχαίο θέατρο Δίου
4/7 Θεσσαλονίκη – Θέατρο Γης
7/7 Χανιά – Θέατρο Ανατολικής τάφρου
8/7 Χανιά – Θέατρο Ανατολικής τάφρου
9/7 Ιεράπετρα – 3ο γυμνάσιο Ιεράπετρας – Φεστιβάλ Κύρβεια
10/7 Ηράκλειο –Κηποθέατρο Νίκος Καζαντζάκης
11/7 Ηράκλειο – Θέατρο Τεχνόπολις
12/7 Ηράκλειο – Θέατρο Τεχνόπολις
13/7 Ρέθυμνο – Θέατρο Ερωφίλη Φορτέτζα
16/7 Φάληρο – Faliro summer theater
17/7 Ηλιούπολη – Δημοτικό θέατρο, Δημήτρης Κιντής
24/7 Νέα Μάκρη – πολιτιστικό & αθλητικό πάρκο Νέας Μάκρης
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
31/8 Κορυδαλλός – θέατρο Θανάσης Βέγγος
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ
6/9 Πειραιάς – Βεάκειο θέατρο
12/9 Βριλήσσια – Θέατρο Νταμάρι
16/9 Παπάγου – Κηποθέατρο Παπάγου
20/9 Πετρούπολη – θέατρο Πέτρας
Σχετικά με τον ”Ματωμένο Γάμο”
Ο ”Ματωμένος Γάμος” ή ”Ματωμένα Στέφανα” (Bodas de Sangre-1932) είναι το ένα από την τριλογία του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα της ”Ισπανικής υπαίθρου”. Τα άλλα δυο είναι η ”Γέρμα” και ”Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα”.
Ανέβηκε για πρώτη φορά στις 8 Μαρτίου του 1933 στο Θέατρο ”Μπεατρίθ” της Μαδρίτης από τον θίασο της Josefina Diaz de Artigas και έτυχε σημαντικής υποδοχής από το κοινό.
Στην Ελλάδα παρουσιάστηκε το 1947 στο ”Θέατρο Τέχνης” σε σκηνοθεσία Κάρολου Κούν, μετάφραση Νίκου Γκάτσου, σκηνικά Γιάννη Τσαρούχη και Μουσική-τραγούδια Μάνου Χατζιδάκι. Έκτοτε ανέβηκε πολλές φορές, σε παραστάσεις, όχι πάντα τόσο επιτυχημένες, ή και διαστρεβλώνοντας, κατά το δοκούν, το εμβληματικό και παγκοσμίως αναγνωρισμένο αυτό έργο.
Ο Ματωμένος Γάμος έχει απασχολήσει επανειλημμένως τους μελετητές-αναλυτές θεατρικών έργων. Όπως έχει γραφτεί-αναλυθεί..”Ο Ματωμένος Γάμος δεν μπορεί να ενταχθεί σε ένα αισθητικό κίνημα όπως αυτό του ρεαλισμού. Θεωρήθηκε ότι υπερβαίνει αυτόν και υπάγεται ξεκάθαρα στον εξπρεσιονισμό, στον υπερρεαλισμό και στον συμβολισμό” (Μποζίζο 2010: 262).
Σαφέστατα ο Λόρκα επηρεάστηκε βαθειά από την Αρχαία Ελληνική Τραγωδία, τον Σαίξπηρ και βεβαίως από την Λαϊκή παράδοση της Ανδαλουσίας.
”Το κυρίαρχο στοιχείο σε όλη αυτή την Τριλογία του Λόρκα είναι ο Έρωτας που είναι αλληλένδετος με με τον Θάνατο ως αδιαίρετο δίπολο” (Γκίνη 2020: 20) καθώς και η πειθήνια υποταγή των γυναικών που αποζητούν ελευθερία στην παραδοσιακή κοινωνία της Ισπανικής υπαίθρου, η οποία τους αρνείται την κοινωνική ή ερωτική ισότητα.
Με λίγα λόγια η υπόθεση:
Η Μάνα. Πικραμένη από το θάνατο του συζύγου και του μεγαλύτερου γιου της από το χέρι των Felix, δίνει την ευχή της στο μικρότερο γιο της για να παντρευτεί μια κοπέλα που ζει κοντά στην πόλη και δηλώνει την επιθυμία της να δει εγγόνια.
Της αποκαλύπτεται όμως πως η Νύφη ήταν παλιά αρραβωνιασμένη με το Λεονάρντο, συγγενή των Felix που σκότωσαν την οικογένειά της. Ο Λεονάρντο είναι τώρα παντρεμένος με την ξαδέρφη της Νύφης. Ξάφνου ένα μικρό κορίτσι καταφτάνει και του λέει τα νέα για τις προετοιμασίες του γάμου του Γαμπρού με τη Νύφη. Ο Λεονάρντο όλο οργή ορμάει έξω από το σπίτι.
Η Μάνα επισκέπτεται το σπίτι της Νύφης, όπου συζητά μαζί της και με τον Πατέρα της. Η Υπηρέτρια μένει κάποια στιγμή μόνη με τη Νύφη, και της αποκαλύπτει ότι ο Λεονάρντο έρχεται τα βράδια κάτω από το παράθυρό της. Εκείνο το βράδυ, τη συναντά και της εκμυστηρεύεται τον πόθο του και το λόγο που δεν την παντρεύτηκε παλιότερα. Η Νύφη επιχειρεί να τον κάνει να σωπάσει, αλλά δεν αρνείται ότι ακόμα έχει αισθήματα γι’ αυτόν. Η υπηρέτρια διώχνει το Λεονάρντο, ενώ καταφτάνουν οι καλεσμένοι για το γάμο. Όλοι κατευθύνονται προς την εκκλησία, ενώ η Νύφη ικετεύει το Γαμπρό να την προστατέψει.
Μετά το γάμο, όλος ο κόσμος γυρίζει στο σπίτι της Νύφης για το γαμήλιο γλέντι. Εκεί, αναζητούν τη Νύφη και το Λεονάρντο, αλλά ανακαλύπτουν ότι το έσκασαν με το άλογο. Ο Γαμπρός εξοργισμένος βγαίνει να κυνηγήσει και να σκοτώσει το Λεονάρντο.
Στο δάσος, όπου βρίσκονται ο Λεονάρντο και η Νύφη, εμφανίζονται τρεις Ξυλοκόποι που συζητούν τα γεγονότα, λέγοντας ότι το ζευγάρι θα ανακαλυφθεί μόλις βγει το φεγγάρι και φωτίσει το δάσος.
Το Φεγγάρι εμφανίζεται σαν χαρακτήρας και σε ένα μονόλογο πενθεί την μοναξιά του και δηλώνει την επιθυμία του να χυθεί αίμα, προκειμένου να τιμωρήσει τους ανθρώπους που το άφησαν έξω από τα σπίτια τους. Ρίχνει το φως του στο δάσος, ενώ συνοδεύεται από μια ζητιάνα, που είναι ο Θάνατος προσωποποιημένος και μαζί συμφωνούν το θάνατο των δυο ανδρών.
Ο Γαμπρός μαζί με μια κοπέλα ψάχνουν στο σκοτεινό δάσος. Τους εμφανίζεται ο Θάνατος, σαν γριά ζητιάνα και τους λέει ότι θα τους οδηγήσει στο Λεονάρντο. Λίγο πιο μακριά, ο Λεονάρντο και η Νύφη αγκαλιάζονται και σκέφτονται το μέλλον τους, με ένα ασίγαστο και σκοτεινό πάθος ο ένας για τον άλλο. Πλησιάζει ο Γαμπρός με το Θάνατο, ο Λεονάρντο φεύγει από τη σκηνή και δυο κραυγές ακούγονται μες στο σκοτάδι.
Πίσω στην πόλη, οι γυναίκες έχουν μαζευτεί κοντά στην εκκλησία και συζητούν για τα γεγονότα. Ο θάνατος εμφανίζεται σαν ζητιάνα και δηλώνει ότι θάνατος απλώθηκε στο δάσος. Θυμωμένη και πικραμένη η Μάνα βλέπει τη Νύφη να γυρίζει, με το νυφικό της γεμάτο αίματα από τους δυο άνδρες που αλληλοσκοτώθηκαν στο δάσος. Η Μάνα την φωνάζει πόρνη και πάει να τη σκοτώσει, αλλά τελικά απομακρύνεται και προσεύχεται. Η αυλαία πέφτει, όσο η Νύφη και η Μάνα απαγγέλλουν την τραγωδία του Ματωμένου Γάμου.








Συζήτηση σχετικά με post