Κριτική / ”Το καινούργιο παιδί”

Σχόλιο

Με την Κάτια Δανδουλάκη

Του Γιάννη Γαβρίλη

Πολλές φορές (αν όχι πάντα) πεθυμήσαμε να παρακολουθήσουμε μια παράσταση, ένα θεατρικό έργο, φρέσκο, εμπνευσμένο, ευρηματικό. Που να μας αφορά. Να μεταφέρει με την λιτή και κατανοητή γραφή του, όλα όσα σκεφτόμαστε, έχουμε ζήσει, τη σχέση μας με τον κοινωνικό και οικογενειακό περίγυρό μας,

Να δούμε να ζωντανεύει στη σκηνή ο εαυτός μας, με τις απλές και ειλικρινείς υποκρίσεις των ηθοποιών. Να μην είναι οι ερμηνείες στιλιζαρισμένες, ενίοτε πομπώδεις, ενίοτε δε αδιάφορες. Πώς θα παίζαμε εμείς, αν καλούμασταν να το κάνουμε;  Έτσι!

Και δεν επιθυμώ τα γραφόμενα μου να είναι προσβλητικά ή καταγγελτικά  προς την Τέχνη της υπόκρισης και τους ανθρώπους που την υπηρετούν, πολλές φορές με αυταπάρνηση ή αναγκασμένοι να ερμηνεύσουν έναν ρόλο όπως τον έχει φανταστεί , τους τον έχει ”διδάξει” ο σκηνοθέτης  και (πιστέψτε με) αρκετές φορές, δεν είναι απόλυτα σύμφωνοι ούτε για την ερμηνεία  που τους επιβάλλεται, , ούτε για το τελικό αποτέλεσμα. Απλώς κάνουν ότι μπορούν, δίνουν  το καλύτερο που έχουν να δώσουν, αλλά πόσες φορές , έχουμε δει, το αποτέλεσμα-παράσταση να μην  δικαιώνει τον κόπο τους, την αγωνία τους.

Βεβαίως υπάρχουν και οι εξαιρέσεις.

Μια παρόμια, είναι  η παράσταση που προσφάτως παρακολουθήσαμε και έχει τον τίτλο ”Το καινούργιο παιδί”.

Αυτό το έργο κι’ είναι ”καινούργιο”. Αυτό κι’ αν είναι ξεχωριστό, αληθινό. Σε κερδίζει από τα πρώτα λεπτά γιατί δεν παριστάνει  τίποτα το σπουδαίο. Ούτε  ήρθε για να ανατρέψει την καθιερωμένη θεατρική γραφή.  Ήρθε για να μεταφέρει στην θεατρική σκηνή, την καθημερινότητα μας, τις εμπειρίες  μας, τον τρόπο ζωής μας, τις ανατροπές μας, την ιλαροτραγική ύπαρξη μας σε έναν κόσμο που αλλάζει με διαστημική ταχύτητα, τέτοια που, ούτε προλαβαίνουμε να καταλάβουμε την αλλαγή. Το μόνο που μας μένει είναι η αναμνήσεις, η πίκρα ή η χαρά, τα λάθη μας και τα σωστά μας, ο απολογισμός.

”Το καινούργιο παιδί” είναι το συγγραφικό αποτέλεσμα δυο συγγραφέων, παρατηρητών, κυρίως.

Δυο ανθρώπων που ξέρουν τις σωστές δόσεις που πρέπει να υπάρχουν σε ένα θεατρικό κείμενο. Όπως αυτή του χιούμορ. Ή του αυτοσαρκασμού. Της ενδοσκόπησης ή της αναφοράς στις πράξεις των κοντινών ανθρώπων μας, αλλά με καλοσύνη και συγχωρητική ματιά, στις ικανότητες ή και στις ανικανότητές μας. Στις προδοσίες μας, στις καταθλίψεις μας, στην αισιοδοξία μας, στις ελπίδες μας. Στην ”γκλαμουριά” μας, στην επιδειξιμανία μας, στον Αρμάνι και τον Τσεκλένη μας. Στα περιοδικά μας, από τη μια το ”Νίτρο”, από την άλλη το ”Αντί”. Στο κόκκινο βιβλίο του Μάο. Στους αναίτιους (και αιτιατούς) έρωτες μας, στις πολιτικές μας πεποιθήσεις που ο χρόνος, η ίδια η ζωή,  μεταβάλλει. Στις διεξόδους μας, ή στις παγίδες που  στήνουμε για τους άλλους, αλλά τελικά εμείς πιανόμαστε σ’ αυτές. Εμείς που είμαστε το θύμα και ο θύτης συγχρόνως. Εμείς οι κακεντρεχείς, μα και τόσο αθώοι. Στις σχέσεις μας με τους γονείς μας που ”δεν γνωρίζουμε”.  Λες και γνωρίζουμε τα αδέλφια μας…

”Τους ανθρώπους που μας έφεραν στον κόσμο, τους γνωρίζουμε λιγότερο”

Στη διπλή ζωή μας. Στο σεξ γιατί ήταν μόδα. Όπως και το κάπνισμα. Στις σπουδές μας που δεν καταλάβαμε ποτέ, γιατί τις κάναμε. Στους γάμους και τα διαζύγια μας. Στα παιδιά που δεν θέλαμε να κάνουμε και εν συνεχεία τα αγαπήσαμε, τα νανουρίσαμε με Θεοδωράκη-Γκάτσο. Με ”Τ’ αστεράκι της αυγής”… και μετά; Τους…φορτωθήκαμε.  Στις διδαχές που χρόνια κάναμε να αποβάλουμε…

”Να πιστεύεται ότι θέλετε αλλά να μην εκδηλώνεστε”

Αυτό, σε γενικές γραμμές, είναι το πλαίσιο που περιγράφει το θεατρικό έργο των Βαγγέλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου που γνωρίζουν καλά την ”συνταγή”.  Που ξέρουν πως να ελκύσουν τον ανυποψίαστο θεατή, πως να κερδίσουν όμως και τον ”επαρκή”  θεατή. Ένα κείμενο, απλό, λιτό, εύπεπτο, αρκούντος περιγραφικό. Ένα θεατρικό κείμενο που ισορροπεί με  ευελιξία ανάμεσα στην πραγματικότητα και την μυθοπλασία.

Το έργο έχει ανέβει στο Θέατρο ”Κάτια Δανδουλάκη”. Εδώ, λοιπόν ερμηνεύει την Δάφνη, η κ. Δανδουλάκη.

Ερμηνεύει, έγραψα;

Το αναιρώ..

Γιατί, αυτή η κυρία του Θεάτρου μας, η πρωταγωνίστρια του, δεν ερμηνεύει!!

Είναι η Δάφνη του μονολόγου των Ρέππα- Παπαθανασίου.

 Η Δάφνη είναι η αφορμή  για να υποστηρίξει (για πρώτη της φορά) έναν μονόλογο η Κάτια Δανδουλάκη.

Δεν υποκρίνεται. Δεν παριστάνει. Αναιρεί τους κανόνες  της υποκριτικής , ενώ παράλληλα την προβάλει  με τον τρόπο που βρίσκεται στο σανίδι του θεάτρου της.

Αποκαλύπτει και αποκαλύπτεται.

Ενδύεται την Δάφνη και τον μονόλογο της. Με μια μαεστρία και απλότητα που σε καθηλώνει. Όπως μας είπε και η ίδια ” Τόσα χρόνια στο Θέατρο, τώρα επιθυμώ τον απλό τρόπο παιξίματος”.

Καταφέρνει, όμως, κάτι παραπάνω. Να εκπέμπει με αμεσότητα, να προσφέρει στο κοινό, την υπόσταση της, ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης. Ο μονόλογος ”Το καινούργιο παιδί” γράφτηκε από τους Ρέππα- Παπαθανασίου, αποκλειστικά για αυτήν (και την σκηνοθέτησαν). Εκείνη πρότεινε, πως επιτέλους, θέλει να παίξει μια γυναίκα που να της μοιάζει. Η κάποια που γνώριζε. Να είναι ένα έργο επικοινωνιακό, ζωντανό, να μιλά για όσα, όλοι μας, λίγο πολύ γνωρίσαμε, χαρήκαμε, μας έκαναν να κλάψουμε αλλά και να γελάσουμε, να λέει για τις γλυκόπικρες στιγμές μας, να μας δικαιολογεί στα λάθη μας, να μας προσφέρει την αισιοδοξία σαν επιστέγασμα και επιβράβευση για την ζωή που θέλαμε εμείς να την ορίζουμε αλλά μα πήρε από κάτω. Όμως ναι, την χαρήκαμε. Και την δική μας την ζωή είδαμε στην παράσταση. Και γιατί η Δανδουλάκη μιλούσε σε εμάς. Στον καθένα ξεχωριστά και σε όλους μαζί. Μας κοιτούσε στα μάτια όσο κι’ αν αυτό μοιάζει οξύμωρο μιας και η πλατεία του θεάτρου είναι σκοτεινή. Εκείνη κατάφερε και αυτό.

   Χωρίς να υπερβάλλω, όλα αυτά τα είδαμε στην δοτική ερμηνεία της κ. Δανδουλάκη. Στην λάμψη του χαμόγελου της, στις ”κατσούφικες” όταν έπρεπε, εκφράσεις της. Στην ειρωνεία, στο στοχασμό, στο σκαμπρόζικο, περιπαιχτικό, απελευθερωμένο από το ”πρωταγωνιστιλίκι”, παίξιμο της. Έτσι όπως ”επιβλήθηκε” στην μεγάλη σκηνή του θεάτρου της, όπου με άνεση κινήθηκε ανάμεσα στο σκηνικό χώρο που είχε στηθεί από τον Γιώργο Γαβαλά, όπως ήταν τόσο αξιοπρεπώς χαριτωμένη με το, στις αποχρώσεις του μπεζ, κομψό σύνολο της (της Έβελιν Σιούπη). Με τις συναισθηματικές σε ισορροπία, εναλλαγές της, που τις ακολουθούσε ο σχεδιασμός του φωτισμού , του Αλέκου Αναστασίου  και οι ατμοσφαιρικές μουσικές συνθέσεις του Αντώνη Παπακωνσταντίνου.

Θα διαφωνήσω με κάποιους συναδέλφους που έγραψαν οτι η παράσταση ήταν σαν μια κινηματογραφική υπερπαραγωγή και το κείμενο θα μπορούσε να μεταφερθεί ή στην τηλεόραση ως σειρά η να γίνει ταινία.

”Το καινούργιο παιδί” είναι ένα αμιγώς θεατρικό έργο. Γράφτηκε για να αποδοθεί, ερμηνευτεί από μια ηθοποιό σε θεατρική σκηνή και μόνο. Επιβεβαίωσε η παράσταση με την ευρύτερη σημασία του όρου ”θεατρικότητα” τι μπορεί να μεταδώσει στον θεατή αυτή, όταν διακατέχονται οι δημιουργοί της από , θεατρική γνώση, πάθος, πόθο, αίσθηση προσφοράς στο Θέατρο, αγάπη και πείσμα.

‘Έτσι όπως γεννήθηκε το ”Καινούργιο παιδί”.

 

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post