Συζήτηση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Προέδρου του Eurogroup Κυριάκου Πιερρακάκη με τον πρώην Πρωθυπουργό της Ιταλίας και Κοσμήτορα της Σχολής Πολιτικής, Οικονομίας και Παγκόσμιων Υποθέσεων του IE University στη Μαδρίτη, Ενρίκο Λέτα
Ο Πρόεδρος του Εurogroup και Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης και ο πρώην Πρωθυπουργός της Ιταλίας και Κοσμήτορας της Σχολής Πολιτικής, Οικονομίας και Παγκόσμιων Υποθέσεων του IE University στη Μαδρίτη, Ενρίκο Λέτα, συζήτησαν για το μέλλον της ανταγωνιστικότητας στην ΕΕ.
Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε σε εκδήλωση που συνδιοργάνωσαν το ΕΛΙΑΜΕΠ, το ΙΟΒΕ και το IE Competitiveness Hub, με αφορμή την συμπλήρωση 40 ετών από την υπογραφή της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης.
Συντονίστρια ήταν η επικεφαλής του Γραφείου του Bloomberg στην Αθήνα, Βικτώρια Δενδρινού.
Ερώτηση: Κύριε Πιερρακάκη, βρίσκεστε στο τιμόνι αυτών των συζητήσεων εδώ και καιρό, συμμετέχετε σε αυτές τις συναντήσεις εδώ και αρκετό διάστημα. Με βάση το πώς διαβάζετε το κλίμα, πιστεύετε ότι η Ευρώπη έχει ό,τι χρειάζεται για να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες σε αυτή τη συγκυρία; Δηλαδή, έχουμε ακούσει πόσο σπουδαίο ήταν το παρελθόν, αλλά το ερώτημα είναι αν αυτό μπορεί να συνεχιστεί στο μέλλον, μέσα σε αυτό το περιβάλλον.
Κυριάκος Πιερρακάκης: Δεν θα το διατύπωνα απαραίτητα ως «να ανταγωνιστούμε τις ΗΠΑ». Αυτό που θα προσπαθούσα να κάνω, αυτό που θα προσπαθούσα να διευκολύνω, είναι η οικοδόμηση ικανοτήτων, η ικανότητα δράσης.
Καταρχάς, να πω ότι είναι μεγάλο προνόμιο να μοιράζομαι τη σκηνή με τον Ενρίκο Λέτα.
Απευθυνόμενος στον Ε. Λέτα, είπε: «Ήμασταν μαζί στις Βρυξέλλες, όπως είπες, την περασμένη εβδομάδα και πολλές φορές στο παρελθόν. Μου άρεσε πολύ ο τρόπος που το έθεσες, γιατί νομίζω ότι σε πολύ μεγάλο βαθμό το λεξιλόγιο κυριαρχεί στη συζήτηση. Αυτό που έκανε ο Ενρίκο με την έκθεσή του, και ο Μάριο Ντράγκι με τη δική του έκθεση, είναι ουσιαστικά να διαμορφώσουν το λεξιλόγιο γύρω από το τι πρέπει να μπορέσουμε να πετύχουμε εμείς, ως 27 διοικήσεις υπουργείων Οικονομικών στο ECOFIN και στο Eurogroup, και ποιο θα πρέπει να είναι το κοινό μας συμφέρον.
Η κοινή γλώσσα είναι κρίσιμη, γιατί πρέπει να κάνουμε τα ίδια πράγματα όταν τα περιγράφουμε. Πρέπει να έχουμε έναν κοινό βορρά στην πυξίδα μας. Και αυτό μπορεί να ακούγεται αυτονόητο, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι. Γι’ αυτό ακριβώς, την περασμένη εβδομάδα, λόγω της ιταλικής σου καταγωγής, σας περιέγραψα εσένα και τον Μάριο Ντράγκι ως τους δύο «πάπες» της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αλλά τώρα που σε έχουμε στην Αθήνα να κηρύττεις το ευαγγέλιο, θα έλεγα ότι είσαι ο «Άγιος Παύλος» της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης».
Σε γενικές γραμμές, όμως, ξεκινάμε καθυστερημένα. Έχουμε καθυστερήσει πολύ στην υλοποίηση των αλλαγών. Το να εξηγήσεις στους πολίτες τι είναι η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, η SIU, είναι εξαιρετικά δύσκολο. Στην ουσία πρόκειται για μια μετονομασία της Ένωσης Κεφαλαιαγορών και της Τραπεζικής Ένωσης, τις οποίες δεν καταφέραμε να υλοποιήσουμε εγκαίρως.
Πριν από λίγο περισσότερο από έναν μήνα επισκέφθηκα τη Χάγη και ο Ολλανδός συνάδελφός μου, ο Έλκο Χάινεν, μου είπε ότι η Ένωση Κεφαλαιαγορών ήταν ήδη προτεραιότητα της ολλανδικής προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2016. Άρα πρόκειται για μια καθυστερημένη συζήτηση, αλλά και για μια αυτονόητη συζήτηση, γιατί ουσιαστικά πρέπει να χτίσουμε ικανότητες σε όλους αυτούς τους τομείς.
Ορισμένα πράγματα είναι προφανή, και εδώ θα έλεγα ότι υπάρχουν αρκετές ομοιότητες με την ελληνική περίπτωση όταν αναλάβαμε τη διακυβέρνηση το 2019. Υπάρχει κάτι στην πολιτική που θα το περιέγραφα ως «το μέρισμα του προφανούς». Δηλαδή, το προφανές πράγμα που δεν έκανες, που βρίσκεται εκεί και περιμένει, και το οποίο, επειδή έχει συσσωρευτεί επί χρόνια, μπορεί, αν το κάνεις, να αποδώσει ένα αναπτυξιακό μέρισμα, πέρα από την ιδανική ή μη ιδανική αντίδρασή σου σε όσα δεν μπορούσες να προβλέψεις, στις απρόβλεπτες κρίσεις. Άρα κάθε υπεύθυνος χάραξης πολιτικής στον κόσμο σήμερα πρέπει να έχει αυτή τη διττή προσέγγιση, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Και η Ευρώπη έχει ένα πιθανό μέρισμα αν υλοποιήσει τα αυτονόητα: την εξάλειψη αυτών των κρυφών εμποδίων.
Το ΔΝΤ υπολόγισε – και αναφερόμαστε συχνά σε αυτή τη μελέτη – ότι αυτά τα εμπόδια αντιστοιχούν περίπου σε δασμούς: στις υπηρεσίες 110% και στη μεταποίηση 44%. Ακόμη κι αν θεωρεί κανείς ότι αυτή η μέθοδος υπολογισμού δεν είναι απολύτως ακριβής, μας αναδεικνύει το τι πρέπει να πετύχουμε.
Άρα η SIU έχει πολλά στοιχεία. Ποια είναι αυτά; Χρειάζεται ενοποίηση των χρηματιστηρίων. Ο καγκελάριος Μερτς είπε ότι στην ΕΕ θα πρέπει να υπάρχει ένα ενιαίο χρηματιστήριο. Χρειαζόμαστε τραπεζική ενοποίηση. Χρειαζόμαστε μεγαλύτερες τράπεζες. Χρειαζόμαστε περισσότερη διασυνοριακή ενοποίηση στην Ευρώπη. Η διασυνοριακή ενοποίηση στην Ευρώπη έχει μειωθεί από το 2008, όπως είδαμε και σε ένα διάγραμμα σε προηγούμενο Eurogroup. Αν συγκρίνετε τις τεχνολογικές επενδύσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών με εκείνες των αμερικανικών και κινεζικών τραπεζών, οι ευρωπαϊκές είναι πολύ χαμηλότερες. Και αυτός είναι ένας τομέας που επίσης έχει μετασχηματιστεί από την τεχνολογία.
Άρα, το να αποκτήσουμε κοινή κατανόηση όλων αυτών των ζητημάτων, και ναι, να τα επικοινωνήσουμε σωστά, είναι εκ των ων ουκ άνευ όρος για να προχωρήσουμε. Τα άστρα ευθυγραμμίζονται, γιατί υπάρχουν πολλά εξωγενή γεγονότα, από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία μέχρι τη συνολική απώλεια της γεωπολιτικής αθωότητας σε σχέση με το ποιος πρέπει να πληρώνει για το κόστος της ασφάλειάς μας.
Αν τα προσθέσεις όλα αυτά μαζί, υπάρχει σήμερα ένα πολιτικό ρεύμα που ευνοεί την υλοποίηση αυτών των σχεδίων. Αυτό που πρέπει να προσπαθήσουμε να πετύχουμε εμείς ως υπουργοί είναι η πραγματική πολιτική εφαρμογή. Γιατί όλοι θεωρητικά συμφωνούμε με την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, αλλά υπάρχει πάντα ένας αστερίσκος που συνήθως αντανακλά ένα εθνικό συμφέρον.
Άρα, θα εστιάσεις στο κόστος ευκαιρίας της μη υλοποίησης ή θα εστιάσεις στον αστερίσκο; Αυτό είναι που θα καθορίσει πόσο γρήγορα θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε. Δεν θα είναι ένα ζήτημα «ναι ή όχι». Δεν θα είναι «άσπρο ή μαύρο». Θα είναι ζήτημα του πόση απόσταση θα καλύψουμε στο πεδίο. Και η αίσθησή μου είναι ότι σε πολλούς από αυτούς τους τομείς, είτε πρόκειται για το πακέτο επικουρικών συντάξεων που θα συζητηθεί είτε για το πακέτο εποπτείας των αγορών, θα υπάρξει πρόοδος. Το ερώτημα θα είναι το μέγεθος της προόδου και η ταχύτητα.
Ερώτηση: Άρα, κύριε Πιερρακάκη, καμία πίεση να μη χαθεί αυτή η ευκαιρία. Θα ήθελα να μιλήσουμε λίγο για τους εθνικούς και τους ευρωπαϊκούς πρωταθλητές. Πιστεύετε ότι η Ευρώπη μπορεί ρεαλιστικά να ανταγωνιστεί σε παγκόσμιο επίπεδο αν δεν υπάρξει μεγαλύτερη συγκέντρωση και αν δεν δημιουργηθούν εταιρείες αρκετά μεγάλες ώστε να λειτουργήσουν ως ευρωπαϊκοί πρωταθλητές;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Νομίζω ότι η ίδια η ερώτηση είναι, κατά κάποιο τρόπο, ρητορική. Δεν μπορείς να αποκτήσεις το αναγκαίο μέγεθος αν συνεχίζεις να έχεις 27 διαφορετικές εκδοχές εθνικών πρωταθλητών. Αυτή η συζήτηση συνδέεται άμεσα τόσο με την τεχνολογία όσο και με τη διασυνοριακή ολοκλήρωση. Περισσότερη ενοποίηση επιχειρήσεων και τραπεζών είναι απολύτως αναγκαία.
Σε αυτό το μέτωπο, είμαστε ιδιαίτερα υπερήφανοι που η Ελλάδα έχει επιδείξει πολύ θετική στάση, τόσο σε σχέση με την αύξηση της συμμετοχής της UniCredit στην Alpha Bank, όσο και σε σχέση με τη συνεργασία της Euronext με το Ελληνικό Χρηματιστήριο.
Αυτό είναι, λίγο-πολύ, αυτό που πρέπει να συμβεί σε κάθε αγορά και σε κάθε κλάδο στην Ευρώπη. Χρειαζόμαστε μεγαλύτερη κλίμακα και ευρωπαϊκούς πρωταθλητές που να μπορούν να ανταγωνίζονται διεθνώς.
Όμως το πραγματικό πεδίο της μάχης είναι η τεχνολογία. Και στον τομέα της τεχνολογίας, για να είμαστε ειλικρινείς, βρισκόμαστε ήδη στο «σχέδιο Β», διότι καθυστερήσαμε υπερβολικά.
Η Ευρώπη χρειάζεται μια κοινή στρατηγική γι’ αυτό που αποκαλούμε τεχνολογική κυριαρχία. Δεν θα το χαρακτήριζα ακριβώς ως δόγμα, γιατί ρεαλιστικά δεν είναι δυνατόν να αναπτύξουμε ευρωπαϊκή εκδοχή όλων των τεχνολογιών.
Σε ορισμένους τομείς βρισκόμαστε πολύ πίσω. Σε άλλους, όμως, διαθέτουμε ήδη ευρωπαϊκούς πρωταθλητές που είναι έτοιμοι να αναπτυχθούν και να δημιουργήσουν γύρω τους ισχυρά οικοσυστήματα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν τους αξιοποιούμε και δεν προχωρούμε αρκετά γρήγορα στην υλοποίηση.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι υποδομές 5G. Κατά την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, οι αμερικανικές πολιτικές στόχευσαν ουσιαστικά κινεζικές εταιρείες.
Ποιοι ήταν οι βασικοί ανταγωνιστές τους; Όχι αμερικανικές εταιρείες, αλλά δύο ευρωπαϊκές: Ericsson και Nokia.
Η ιδανική ευρωπαϊκή απάντηση θα ήταν να υπάρχει ένας ενιαίος τηλεπικοινωνιακός ρυθμιστής, μία ενιαία δημοπρασία φάσματος σε όλη την Ευρώπη και η αξιοποίηση μέρους των εσόδων, μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, για τη χρηματοδότηση εφαρμογών 5G.
Αυτή είναι μια συζήτηση που θα έπρεπε να είχε γίνει το 2010, όχι το 2026.
Στην τεχνολογία, ο στόχος δεν είναι να γίνουμε πλήρως αυτόνομοι, με ορισμένες μόνο εξαιρέσεις. Ο στόχος είναι να μην βρισκόμαστε σε σχέση ασύμμετρης εξάρτησης.
Υπάρχουν τεχνολογίες στις οποίες προηγούνται οι Ηνωμένες Πολιτείες, άλλες στις οποίες προηγείται η Κίνα και ορισμένες στις οποίες η Ευρώπη μπορεί να ηγηθεί.
Σε αυτές ακριβώς πρέπει να επενδύσουμε.
Πρέπει να χρηματοδοτήσουμε τους νικητές και να βοηθήσουμε τους ευρωπαϊκούς πρωταθλητές να αναπτυχθούν σε παγκόσμια κλίμακα.
Υπάρχουν, βεβαίως, τομείς όπου απαιτείται μεγαλύτερη αυτονομία για λόγους εθνικής ασφάλειας ή όπου η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Η Airbus είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Το Galileo είναι ένα ακόμη.
Στους υπόλοιπους τομείς, η Ευρώπη πρέπει να λειτουργήσει ως έξυπνος και τεχνολογικά καταρτισμένος ρυθμιστής.
Συνολικά, υπάρχουν τρεις κατευθύνσεις, αλλά η βασική ιδέα είναι μία: χρειαζόμαστε νοοτροπία κλίμακας και νοοτροπία ευρωπαϊκών πρωταθλητών. Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, να επιτρέψουμε σε εθνικούς πρωταθλητές να εξελιχθούν σε ευρωπαϊκούς πρωταθλητές.
Η τραπεζική ενοποίηση αποτελεί σημαντικό μέρος αυτής της προσπάθειας. Το ίδιο ισχύει και για τις ευρωπαϊκές νεοφυείς επιχειρήσεις.
Μπορούμε να δημιουργούμε startups στην Ευρώπη και να τις βοηθούμε να αναπτύσσονται, με σημαντική συμβολή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.
Όμως, σε κάποιο σημείο, πολλές από αυτές αδυνατούν να επεκταθούν περαιτέρω λόγω του κατακερματισμού της ευρωπαϊκής αγοράς. Και συχνά, σε ένα επόμενο στάδιο, μετατρέπονται σε εταιρείες του Delaware και εξαρτώνται σχεδόν αναγκαστικά από αμερικανική χρηματοδότηση.
Αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό. Θα πρέπει, όμως, να αποτελεί επιλογή και όχι μονόδρομο. Ο στόχος, λοιπόν, είναι να δημιουργήσουμε ισότιμους όρους ανταγωνισμού, καταργώντας τα εμπόδια που εξακολουθούν να υπάρχουν.
Αυτό ακριβώς επιδιώκει η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Οι start-ups πρέπει να μπορούν να εξελίσσονται σε scale-ups εντός της Ευρώπης. Και όλοι οι Ευρωπαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής οφείλουν να αλλάξουν νοοτροπία.
Πρέπει να σκεφτόμαστε ευρωπαϊκά όταν μιλάμε για τους πρωταθλητές μας. Και πρέπει να το κατανοήσουμε γρήγορα.
Διότι, διαφορετικά, κινδυνεύουμε να χάσουμε ακόμη μία εξαιρετικά σημαντική ευκαιρία – χωρίς να υπάρχει εναλλακτικό σχέδιο.
Ερώτηση: Μερικές σκέψεις ενόψει του επόμενου Eurogroup. Μία τελευταία ερώτηση. Μιλήσαμε για τις μεγάλες χώρες, ή για χώρες που δεν γνωρίζουν ότι είναι μικρές. Μπορούν τα μικρότερα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να έχουν λόγο και ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της ατζέντας; Ή τελικά όλα εξαρτώνται από το τι θέλουν να κάνουν η Γαλλία και η Γερμανία;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Απολύτως. Όχι μόνο μπορούν, αλλά μπορούν να διαδραματίσουν ακόμη μεγαλύτερο ρόλο. Ένα σημαντικό μέρος αυτής της ατζέντας αφορά ακριβώς τις μικρότερες χώρες. Ανέφερα, για παράδειγμα, την ηγετική στάση που επιδιώκει να επιδείξει η Ελλάδα στον τομέα της διασυνοριακής ενοποίησης και των συγχωνεύσεων και εξαγορών. Πολλές μικρότερες χώρες, παρότι συχνά θεωρείται ότι εξαιρούνται από τις μεγάλες εξελίξεις, έχουν καταφέρει να πρωτοπορήσουν και να φέρουν απτά αποτελέσματα. Αρκεί να δει κανείς τι έχουν πετύχει οι χώρες της Βαλτικής στον ψηφιακό μετασχηματισμό ή τι έχουν επιτύχει άλλες χώρες σε διαφορετικούς τομείς.
Γενικότερα, παραμένω αισιόδοξος. Δεν θα ήθελα να σχολιάσω την πολιτική διάσταση, γιατί μέρος της δουλειάς μου είναι να φέρνω αποτελέσματα και όχι να περιγράφω απλώς πώς αυτά ενδέχεται να επιτευχθούν. Στην ουσία, το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο μπορούμε να ευθυγραμμίσουμε τις βραχυπρόθεσμες αντιδράσεις μας στις πολλαπλές κρίσεις που αναδύονται με τις μακροπρόθεσμες στρατηγικές μας προτεραιότητες.
Για να είμαι ειλικρινής, τον τελευταίο χρόνο παρουσιάσαμε μια ανάλυση για την αποτελεσματικότητα των μέτρων που λάβαμε το 2022 στον τομέα της ενέργειας, με μεικτά συμπεράσματα. Ωστόσο, ένα από τα βασικά ευρήματα ήταν ότι ο αρνητικός αντίκτυπος της σημερινής κρίσης είναι κατά 12% μικρότερος εξαιτίας των μέτρων που έχει λάβει στο μεταξύ η Ευρωπαϊκή Ένωση: επενδύσεις στα δίκτυα, στις υποδομές και στη διαφοροποίηση από τις ρωσικές πηγές ενέργειας.
Αυτό δείχνει ότι, όταν οι βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις ευθυγραμμίζονται με τη μακροπρόθεσμη στρατηγική, τα αποτελέσματα είναι ουσιαστικά. Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ήταν ακριβώς μια τέτοια περίπτωση: μια άμεση αντίδραση σε μια κρίση, η οποία ενσωμάτωνε τις μακροπρόθεσμες ευρωπαϊκές προτεραιότητες για την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση.
Μέρος της δουλειάς μας, λοιπόν, είναι να παραδίδουμε αποτελέσματα. Και βασικό στοιχείο αυτού του μηχανισμού είναι να συμφωνούμε όλοι προς ποια κατεύθυνση δείχνει η πυξίδα, ποιος είναι ο κοινός μας βορράς.
Παράλληλα, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη όλες τις εθνικές ιδιαιτερότητες και ευαισθησίες που υπάρχουν σε πολλά ζητήματα. Αυτή τη στιγμή, ωστόσο, διαπιστώνω σαφή πολιτική βούληση από την πλευρά των Ευρωπαίων ηγετών. Είχα την ευκαιρία να παρουσιάσω τις προτεραιότητες του Eurogroup και στους 27 ηγέτες και ήταν εμφανές στη Σύνοδο Κορυφής του Ευρώ ότι υπάρχει ισχυρή ώθηση, τόσο από τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου όσο και από όλους τους ηγέτες, ώστε οι Υπουργοί Οικονομικών να παραδώσουν συγκεκριμένα αποτελέσματα σύντομα.
Το ψηφιακό ευρώ, για παράδειγμα, εκτιμάται ότι θα είναι πραγματικότητα έως το 2029, ενώ πολλά στοιχεία της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων θα αρχίσουν επίσης να υλοποιούνται σύντομα. Το ερώτημα, βεβαίως, είναι πόσο γρήγορα και σε ποιο βαθμό.
Όπως είπε ο Γιόγκι Μπέρα, και είναι ένα από τα αγαπημένα μου αποφθέγματα: «Είναι πολύ δύσκολο να κάνεις προβλέψεις, ιδιαίτερα όταν αφορούν το μέλλον».
Οι πολιτικοί, εξ ορισμού, δεν είναι οι καλύτεροι στις προβλέψεις.
Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι, όπως ανέφερε και ο Ενρίκο Λέτα, αυτή τη στιγμή τα άστρα έχουν ευθυγραμμιστεί.
Θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά μια θεωρία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τον νεολειτουργισμό, σύμφωνα με την οποία η Ευρώπη προχωρούσε σε βαθύτερη ενοποίηση μέσα από κάθε κρίση που αντιμετώπιζε.
Η συνήθης κριτική είναι ότι, κατά κανόνα, κάθε κρίση συνοδεύεται από μια απάντηση που δεν είναι η βέλτιστη.
Αυτό έχει λειτουργήσει σε ορισμένες περιπτώσεις, ενώ σε άλλες λιγότερο αποτελεσματικά. Συνολικά, όμως, μέσα από κάθε κρίση που έχουμε αντιμετωπίσει, έχουμε καταφέρει να ενισχύσουμε τους θεσμούς μας και να εμβαθύνουμε την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Σήμερα βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι.
Αντιμετωπίζουμε πολλαπλές αναδυόμενες κρίσεις και πολλά ανοιχτά ζητήματα, αλλά ταυτόχρονα έχουμε γύρω από το τραπέζι ηγέτες που επιθυμούν πραγματικά να δουν συγκεκριμένη πρόοδο.
Διότι κατανοούν ότι κάθε καθυστέρηση έχει κόστος.
Και, κυρίως, ότι το κόστος ευκαιρίας της αδράνειας έχει πλέον γίνει απολύτως απτό και ορατό.


Συζήτηση σχετικά με post