Μητσοτάκης: Η Ελλάδα κινείται προς τη σταθερότητα. Έτσι μπορούμε να μειώνουμε φόρους, να στηρίζουμε εισοδήματα

Σχόλιο

Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συμμετείχε σε συζήτηση με τη δημοσιογράφο Christiane Amanpour στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Αποτυπώνοντας το Μέλλον», που συνδιοργάνωσαν o «Economist» και το iefimerida.gr, στο ξενοδοχείο Athenaeum InterContinental. Τη συζήτηση συντόνισε η Joan Hoey, Europe consultant του Economist Intelligence Unit (EIU). Ακολουθούν οι τοποθετήσεις του Πρωθυπουργού:

Στην εισαγωγική του τοποθέτηση, αναφερόμενος στη θέση της Ελλάδας στον κόσμο και στον γεωστρατηγικό της προσανατολισμό, ο Πρωθυπουργός σημείωσε:

Καταρχάς, είναι πραγματική τιμή για μένα να μοιράζομαι τη σκηνή με την Christiane. Συνήθως βρισκόμαστε σε διαφορετικές πλευρές της οθόνης, αλλά θέλω να τονίσω πόσο σημαντικές εξακολουθούν να είναι, σε αυτή την εποχή της παραπληροφόρησης και των ψευδών ειδήσεων, οι αξιόπιστες φωνές και η αμερόληπτη δημοσιογραφία, και αυτό είναι κάτι που πιστεύω ότι πρέπει να εξυμνηθεί και να αναγνωριστεί.

Και πιστεύω, δεδομένου ότι σήμερα γιορτάζουμε επίσης τα 15 χρόνια του «iefimerida», ότι αυτός ο καταιγισμός ψευδών πληροφοριών και περιεχομένου που είναι προϊόν τεχνητής νοημοσύνης θα κάνει ακόμη πιο σημαντικό να εμπιστευόμαστε τις φωνές και τις πηγές αμερόληπτης ενημέρωσης ή ακόμη και απόψεων. Πιστεύω λοιπόν ότι τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης εξακολουθούν να καταλαμβάνουν έναν ενισχυμένο ρόλο σε αυτό το κατακερματισμένο τοπίο.

Επιτρέψτε μου να διακόψω για λίγο τη σύντομη εισαγωγή μου. Είναι ενδιαφέρον ότι αναφερθήκατε στον Βενιζέλο στις εισαγωγικές σας παρατηρήσεις. Και ως μελετητής της ιστορίας, πιστεύω ότι υπάρχουν διδάγματα που πρέπει να αντλήσουμε από τις περιόδους κατά τις οποίες η Ελλάδα τα πήγε πραγματικά αρκετά καλά σε περιόδους αναταραχών. Η ιστορία της Ελλάδας αποτελεί, κατά μία έννοια, μια ιστορία θριάμβων και καταστροφών, αλλά συνολικά η κατεύθυνση ήταν η σωστή, και όταν έφτασε η ώρα των μεγάλων και σημαντικών επιλογών, η Ελλάδα βρισκόταν στη σωστή πλευρά της ιστορίας.

Ωστόσο, εκτιμώ ότι υπάρχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά που συνδέουν εκείνες τις περιόδους κατά τις οποίες η Ελλάδα είχε πράγματι καλή πορεία ως χώρα. Πρώτον, η πεποίθηση ότι η θέση μας στον κόσμο καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την ισχύ της οικονομίας μας και από την ικανότητα να προχωρήσουμε πραγματικά σε εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες ευθυγραμμίζουν την πολιτική ηγεσία με τις δυναμικές κοινωνικές τάξεις που επιθυμούν και ωφελούνται από μια ανοιχτή οικονομία. Αυτό ακριβώς έκανε ο Βενιζέλος, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήταν επίσης ένας πολύ φιλόδοξος μεταρρυθμιστής στο εσωτερικό.

Η ανάγκη να διαβάζουμε σωστά το διεθνές τοπίο και να σχηματίζουμε τις κατάλληλες συμμαχίες -και σε αυτή την περίπτωση μιλάμε για κάτι πάρα πολύ επίκαιρο σήμερα. Και φυσικά, η πεποίθηση ότι σε μια εποχή ανανεωμένων γεωπολιτικών εντάσεων, η σκληρή ισχύς έχει σημασία, και μάλιστα μεγάλη.

Επομένως, αν ήθελα να εξάγω συμπεράσματα από αυτά τα διδάγματα για το τι κάνουμε σήμερα, η Ελλάδα είναι μια χώρα που αποτελεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, αλλά βρίσκεται επίσης στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων και επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τις ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή.

Πρέπει να είμαστε ισχυροί εντός της Ευρώπης, οπότε το γεγονός ότι δεν είμαστε πλέον το «προβληματικό παιδί» της ευρωζώνης -εννοώ, ήταν ουσιαστικά πριν από 10, 11 χρόνια, όταν παραλίγο να βγούμε από την ευρωζώνη- αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα για τη χώρα. Το γεγονός ότι έχουμε αποκαταστήσει την αξιοπιστία μας, το γεγονός ότι μπορούμε πραγματικά να καθορίζουμε όχι μόνο το δικό μας μέλλον αλλά και να διαμορφώνουμε το μέλλον της Ευρώπης, νομίζω, είναι μία σημαντική παράμετρος του ρόλου που θέλουμε να διαδραματίσουμε.

Αλλά, ταυτόχρονα, κοιτάζουμε την περιοχή μας και αποτελούμε, θα έλεγα, μια φυσική «γέφυρα» μεταξύ των εξελίξεων στην Ευρώπη ή στη Δύση, αλλά και των εξελίξεων στο δικό μας μέρος του κόσμου, το οποίο, όπως γνωρίζετε, επιδεικνύει μεγάλο δυναμισμό.

Μία από τις θεμελιώδεις προτεραιότητές μου στην εξωτερική πολιτική, για παράδειγμα, ήταν η οικοδόμηση πολύ ισχυρών δεσμών με τις χώρες του Κόλπου, και πιστεύω ότι καταφέραμε να το πετύχουμε αυτό, και πράγματι σταθήκαμε στο πλευρό τους σε περιόδους κρίσης και τους υποστηρίξαμε ουσιαστικά όταν δέχθηκαν επίθεση από το Ιράν.

Έχω θέσει ως βασική προτεραιότητα τη δημιουργία μιας στρατηγικής εταιρικής σχέσης με την Ινδία. Το λέω αυτό επειδή το όλο σκεπτικό πίσω από τον Διάδρομο IMEC τοποθετεί την Ελλάδα ακριβώς στο επίκεντρο αυτών των νέων γεωπολιτικών συσχετισμών που πιστεύω θα διαμορφώσουν τον κόσμο στο μέλλον.

Έτσι, από την οπτική γωνία της Ελλάδας, μιλάμε για την ικανότητα να κοιτάζουμε προς τη Δύση, όπως πάντα κάναμε -η Ελλάδα ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το μέλλον μας διαμορφώνεται πάντα από μια δυτική προσέγγιση-, αλλά και να μην ξεχνάμε την κληρονομιά της ιστορίας μας και της περιοχής μας σε μια εποχή που, όπως γνωρίζετε, μεγάλο μέρος της ισχύος μετακινείται προς την Ανατολή.

Μπορούμε πραγματικά να αξιοποιήσουμε αυτόν τον νέο ρόλο, να είμαστε πιο ενεργοί στη διπλωματία μας και, φυσικά, να ενισχύσουμε τα εθνικά μας συμφέροντα στην πορεία.

Ερωτηθείς για τις διμερείς σχέσεις Ελλάδας – ΗΠΑ και κατ’ επέκταση τις σχέσεις Ευρώπης – ΗΠΑ, o Κυριάκος Μητσοτάκης επισήμανε:

Σας ευχαριστώ, καταρχάς, που μοιραστήκατε τις απόψεις σας σχετικά με τις περίπλοκες πραγματικότητες της σημερινής αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Όσον αφορά μια χώρα όπως η Ελλάδα, πρέπει να είμαστε απολύτως ξεκάθαροι ότι είμαστε αφοσιωμένο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα θέτουμε πάντα τα ευρωπαϊκά μας συμφέροντα πάνω από όλα.

Ταυτόχρονα, έχουμε μια μακροχρόνια στρατηγική εταιρική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την οποία σκοπεύουμε να τιμήσουμε. Πρόκειται για μια στρατηγική σχέση που έχει αναπτυχθεί εδώ και πολλά χρόνια. Πιστεύω ότι υπάρχει διακομματική αναγνώριση στις ΗΠΑ για το βάθος αυτής της συνεργασίας και για τον ιδιαίτερο ρόλο της Ελλάδας ως σταθεροποιητικού πυλώνα στην περιοχή, και έχουμε εργαστεί συστηματικά προκειμένου να το αναπτύξουμε αυτό.

Επομένως, από αυτή την άποψη, πιστεύω ότι καταφέραμε να μην βρεθούμε σε θέση να πρέπει να επιλέξουμε μεταξύ της ευρωπαϊκής μας ταυτότητας και των ισχυρών δεσμών μας με τις ΗΠΑ. Διαβλέπω να αναδύονται σημαντικές ευκαιρίες για την Ελλάδα, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι υπάρχουν σαφώς μεταβαλλόμενες προτεραιότητες όσον αφορά την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.

Θα ήθελα να αναφερθώ σε μία: στην ενέργεια. Είναι πολύ σαφές ότι η ενέργεια -αυτό που οι ΗΠΑ αποκαλούν «ενεργειακή κυριαρχία»- αποτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό θέμα για την κυβέρνηση Trump. Είναι επίσης σαφές ότι, όταν εξετάζουμε το δικό μας ενεργειακό μείγμα, έχουμε λάβει πολύ συνειδητά την απόφαση ότι επιθυμούμε σημαντικές επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά ότι θα χρειαστούμε φυσικό αέριο στο ορατό μέλλον ως ενέργεια βασικού φορτίου.

Μπορούν λοιπόν αυτοί οι δύο στόχοι να ευθυγραμμιστούν; Σίγουρα ναι. Δύο πολύ σαφή παραδείγματα: η Ελλάδα αρχίζει εκ νέου ένα δυναμικό πρόγραμμα ερευνών για να διαπιστώσει αν μπορούμε πράγματι να εντοπίσουμε φυσικό αέριο εντός των δικών μας  υδάτων. Αυτό γίνεται σε συνεργασία με μια μεγάλη αμερικανική εταιρεία ενέργειας. Έτσι, για πρώτη φορά μετά από περισσότερα από 40 χρόνια θα πραγματοποιήσουμε ερευνητική γεώτρηση δυτικά της Κέρκυρας, μέσα στους επόμενους έξι μήνες.

Και, ταυτόχρονα, αξιοποιούμε τη γεωγραφική μας θέση, καθώς υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον από τις Ηνωμένες Πολιτείες να εξάγουν υγροποιημένο φυσικό αέριο στην Ευρώπη, κάτι που, παρεμπιπτόντως, αποτελεί και ευρωπαϊκή στρατηγική. Αν θέλουμε να αποδεσμευτούμε από τη Ρωσία -κάτι που έχουμε ήδη κάνει σε μεγάλο βαθμό-, πρέπει να προμηθευόμαστε φυσικό αέριο από αλλού. Σε ό,τι με αφορά, δεν έχω κανένα πρόβλημα να αγοράζω φυσικό αέριο από τις ΗΠΑ, υπό την προϋπόθεση ότι οι όροι θα είναι εμπορικά αποδεκτοί.

Όταν μιλάμε την Ελλάδα, διαπιστώνω ότι αποτελούμε το φυσικό σημείο εισόδου για τον εφοδιασμό όλων των βόρειων γειτόνων μας. Αυτό, ξέρετε, μας επιτρέπει να αξιοποιήσουμε  τις υποδομές φυσικού αερίου που διαθέτουμε, αλλά και να αναδειχθούμε σε έναν πιο σημαντικό γεωπολιτικό παράγοντα στο πλαίσιο των προτεραιοτήτων των ΗΠΑ. Πρόκειται απλώς για ένα μόνο παράδειγμα όπου μια αλλαγή στην αμερικανική πολιτική μας δίνει τη δυνατότητα να αξιοποιήσουμε μια ευκαιρία που ίσως δεν θα ήταν διαθέσιμη πριν από μερικά χρόνια.

Θα ήθελα επίσης να αναφερθώ στη σημασία της ναυτιλίας ως γεωπολιτικού πλεονεκτήματος για τη χώρα. Δεν νομίζω ότι έχουμε μιλήσει αρκετά για το γεγονός ότι η ναυτιλία και το γεγονός ότι Έλληνες πλοιοκτήτες ελέγχουν το 25% του παγκόσμιου στόλου για θαλάσσιες μεταφορές, αποτελεί ένα πολύ, πολύ σημαντικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα. Το υγροποιημένο φυσικό αέριο (ΥΦΑ), άλλωστε, πρέπει να μεταφερθεί με κάποιον τρόπο.  Το 25% της παγκόσμιας μεταφορικής ικανότητας ΥΦΑ ανήκει σε Έλληνες. Αυτό μας επιτρέπει τουλάχιστον να έχουμε μια θέση στο τραπέζι, επειδή εισφέρουμε κάτι στη συζήτηση.

Το δεύτερο σημείο για το οποίο πιστεύω ότι υπάρχει κοινό ενδιαφέρον των ΗΠΑ και της Ελλάδας, είναι αυτή η αναβίωση της διάθεσης πόρων για αμυντικές δαπάνες στην Ευρώπη, η οποία ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα του Προέδρου Trump, ο οποίος από την πρώτη θητεία του επεσήμανε στην Ευρώπη, με μάλλον ωμό τρόπο, ότι είμαστε «επιβάτες που δεν πληρώνουν εισιτήριο», ότι ουσιαστικά είχαμε αναθέσει την ασφάλειά μας στις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι η Ευρώπη δεν δαπανούσε αρκετά για την άμυνά της και δεν κατέβαλε επαρκείς προσπάθειες στο πλαίσιο μιας συλλογικής συμμαχίας όπως το ΝΑΤΟ, προκειμένου να συμβάλει στον κοινό στόχο.

Αυτό έχει αλλάξει, προφανώς. Η Ελλάδα, για δικούς της λόγους, πάντα δαπανούσε πάνω από 2% του ΑΕΠ για την άμυνα, αλλά το γεγονός ότι παρατηρούμε ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη μιας ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας ενδέχεται να δημιουργήσει ορισμένες ανησυχίες στις αμερικανικές αμυντικές εταιρείες, επειδή επιθυμούμε να αναπτύξουμε περισσότερες ευρωπαϊκές αμυντικές δυνατότητες.

Αν όμως εξετάσει κανείς το ευρύτερο σχέδιο ενίσχυσης της συμμαχίας του ΝΑΤΟ, η ύπαρξη ενός ισχυρού ευρωπαϊκού πυλώνα θα πρέπει να είναι στο συμφέρον του ΝΑΤΟ, και αυτό πιστεύω ότι αναγνωρίζεται από τις ΗΠΑ. Πιστεύω λοιπόν ότι για εμάς, ως μεσαίου μεγέθους ευρωπαϊκή δύναμη, είναι σημαντικό να αναπτύξουμε τομείς σύγκλισης με τις ΗΠΑ.

Και ο τρίτος τομέας σύγκλισης είναι σαφώς, όπως αναφέρατε, το σχήμα «3+1», με την  Κύπρο και το Ισραήλ. Η Ελλάδα έχει αναπτύξει μια μακροπρόθεσμη στρατηγική εταιρική σχέση με το Ισραήλ, όχι απαραίτητα με οποιαδήποτε ισραηλινή κυβέρνηση, θέλω να είμαι σαφής σε αυτό. Έχω επικρίνει την τρέχουσα ισραηλινή κυβέρνηση σε πολλά μέτωπα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα αμφισβητούσα την εγκυρότητα μιας μακροπρόθεσμης συμμαχίας που αρχίζει επίσης να έχει μια πολύ ισχυρή αμυντική συνιστώσα.

Αυτά είναι απλώς ορισμένα παραδείγματα για το πώς μπορούμε να τοποθετηθούμε στο πλαίσιο σημαντικών προτεραιοτήτων των ΗΠΑ, διατηρώντας παράλληλα τον ισχυρό μας ευρωπαϊκό ρόλο και, ουσιαστικά, παίζοντας ένα είδος διπλωματικού «παιχνιδιού» να μην κληθούμε να επιλέξουμε μεταξύ της ευρωπαϊκής μας ταυτότητας και της ισχυρής συμμαχίας μας με τις ΗΠΑ.

Σε ερώτηση αναφορικά με τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις του πολέμου στον Κόλπο, ο Πρωθυπουργός τόνισε:

Υποθέτω ότι πολλά θα εξαρτηθούν από την τελική έκβαση αυτής της σύγκρουσης. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να βρίσκεται κανείς σε μια κατάσταση αέναης αβεβαιότητας. Ο πραγματικός κίνδυνος αυτή τη στιγμή είναι, όπως γνωρίζετε, η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ να μην ομαλοποιείται με την πάροδο των εβδομάδων και των μηνών και αυτή η ανώμαλη κατάσταση, κατά μία έννοια, μετατρέπεται σε νέα κανονικότητα.

Πιστεύω ότι αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να αναμένουμε σημαντικές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία. Πιστεύω ότι σε κάποιο σημείο θα φτάσουμε σε ένα σημείο καμπής όπου τα προβλήματα στον εφοδιασμό θα επηρεάσουν σημαντικά περαιτέρω την τιμή της ενέργειας.

Και όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα περιβάλλον όπου η υπ’ αριθμόν ένα προτεραιότητα για όλες τις κυβερνήσεις -συμπεριλαμβανομένης της δικής μου- είναι το προσιτό κόστος ζωής για τους πολίτες -αυτό λένε οι πολίτες ότι τους απασχολεί. Από την εποχή του Covid αντιμετωπίζουμε μια συνεχή αύξηση των τιμών. Στην περίπτωσή μας, αυτό έχει μετριαστεί από το γεγονός ότι μειώσαμε τους φόρους και αυξήσαμε τους ονομαστικούς μισθούς, αλλά το πρόβλημα εξακολουθεί να υφίσταται.

Επομένως, οποιαδήποτε περαιτέρω αναταραχή που θα αυξήσει τον πληθωρισμό και θα μειώσει την ανάπτυξη θα ασκήσει μόνο επιπλέον πίεση σε όλες τις κυβερνήσεις. Και πιστεύω ότι αυτό είναι κάτι που αναγνωρίζεται επίσης σε μεγάλο βαθμό από τον Πρόεδρο Trump, ειδικά με δεδομένο ότι οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ πλησιάζουν.

Πιστεύω λοιπόν ότι υπάρχει κίνητρο για την επίλυση αυτού του ζητήματος. Ταυτόχρονα, όμως, δεν μου είναι σαφές αν μπορεί να βρεθεί ένας κοινός τόπος που να ικανοποιεί και τις δύο πλευρές. Ποιος είναι λοιπόν ο κίνδυνος; Ο κίνδυνος είναι να τεθεί ένα προηγούμενο όσον αφορά την ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Και αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, διότι ένα από τα κληροδοτήματα της μεταπολεμικής τάξης -για την οποία ουσιαστικά μεσολάβησαν και την οποία εγγυήθηκαν οι ΗΠΑ- ήταν μια διεθνής τάξη βασισμένη σε κανόνες, όπου το ελεύθερο εμπόριο συνδέονταν στενά με την ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Μπορεί κανείς μόνο να φανταστεί τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό για το εμπόριο στο μέλλον, εάν στα Στενά του Ορμούζ δημιουργούνταν ένα νέο προηγούμενο.

Στην δική μας περίπτωση, όπως έχω πει, έχουμε έντονο συμφέρον να αγωνιστούμε για την ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Αυτό ήταν το θέμα της προεδρίας μας στο Συμβούλιο Ασφαλείας τον Μάιο, πολύ πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Σήμερα είναι ακόμη πιο επίκαιρο. Και εμείς, ως μεσαίου μεγέθους χώρα, πράγματι μιλάμε με πράξεις και όχι μόνο λόγια, διότι στείλαμε πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα για να συμμετάσχουν στην επιχείρηση «Aspides», η οποία ήταν μια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την προστασία των ναυτιλιακών διαδρομών από τις επιθέσεις των Χούθι.

Επομένως, δεν αρκεί απλώς να μιλάμε για αυτές τις προτεραιότητες, πρέπει επίσης να διαθέσουμε χειροπιαστούς πόρους για να τις υποστηρίξουμε. Φοβάμαι, λοιπόν, ότι ο χρόνος τρέχει, δεν φαίνεται να υπάρχει αίσθηση επείγοντος όσον αφορά τις πιθανές παγκόσμιες οικονομικές επιπτώσεις, αν αυτή η κατάσταση συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Κληθείς να μιλήσει για την αντίληψή του για τον πόλεμο στην Ουκρανία και να κάνει μια πρόβλεψη για το τέλος των συγκρούσεων, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέφερε:

Πιστεύω ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία ήταν πάντα πόλεμος της Ευρώπης, διότι πρόκειται για πόλεμο στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η υποστήριξη του Διεθνούς Δικαίου, η παραβίαση της αρχής ότι τα σύνορα δεν μπορούν να αλλάξουν δια της βίας, καθώς και η αμφισβήτηση κάθε είδους νεοϊμπεριαλιστικών φιλοδοξιών μιας μεγάλης δύναμης που προσπαθεί να αναβιώσει το ένδοξο παρελθόν της στο παρόν, αποτελούν βασικές αρχές της εξωτερικής μας πολιτικής.

Και φυσικά, χαίρομαι που αναφέρατε την Οδησσό, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, όταν η Μαριούπολη ουσιαστικά καταστράφηκε, υπήρχε ακόμα ένας πολύ σημαντικός πληθυσμός ντόπιων ελληνικής καταγωγής εκεί. Υποστηρίζουμε ανεπιφύλακτα την Ουκρανία για όλους αυτούς τους λόγους.

Αλλά αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου, εκτιμώ, για πρώτη φορά ενδέχεται να υπάρχουν περισσότερα κίνητρα για τη Ρωσία να προχωρήσει πράγματι σε συμφωνία. Γιατί συμβαίνει αυτό; Πρώτα απ’ όλα, επειδή το πεδίο της μάχης έχει «παγώσει». Αυτό που έχει συμβεί όσον αφορά το μέλλον του πολέμου, το οποίο έχει γίνει το παρόν του πολέμου, είναι συγκλονιστικό. Το γεγονός ότι μπορεί να υπάρχει μια «ζώνη θανάτου» 50 χιλιομέτρων όπου τίποτα δεν κινείται, όπου όλα γίνονται εξ αποστάσεως, όπου όλα καταστρέφονται και όπου ουσιαστικά όλες οι πολεμικές ενέργειες εκτελούνται εξ αποστάσεως είναι κάτι που πρέπει να μελετήσουμε πάρα πολύ προσεκτικά.

Και πιστεύω ότι το κλειδί για να έρθει η Ρωσία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων είναι να καταλάβει ο Putin ότι δεν θα επιτύχει τους στόχους του με στρατιωτικά μέσα. Και, ασφαλώς, τελικά, το μεγάλο εμπόδιο ήταν πάντα ένα εντελώς παράλογο αίτημα της Ρωσίας προς την Ουκρανία, και αυτό ήταν να παραδώσει η Ουκρανία εδάφη που είχε υπερασπιστεί με τις θυσίες εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών. Αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει αποδεκτό, από οποιαδήποτε ηγεσία.

Επομένως, η βασική προϋπόθεση για μια δυνητική ειρηνευτική συμφωνία θα είναι πάντα ότι οι διαπραγματεύσεις θα ξεκινήσουν από τη γραμμή επαφής. Αυτό μου ήταν απολύτως σαφές από την πρώτη στιγμή του πολέμου και ελπίζω ότι θα μπορέσουμε να επιστρέψουμε σε αυτή τη λογική: ότι πρέπει να υπάρχουν απτές εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία, ότι η Ρωσία δεν μπορεί στο μέλλον να αποτελεί απειλή για την Ουκρανία. Οι Ουκρανοί προκαλούν σημαντική ζημιά στη Ρωσία και οι ευρωπαϊκές κυρώσεις αρχίζουν πράγματι να έχουν αποτέλεσμα.

Πιστεύω λοιπόν ότι είμαστε πιο κοντά τώρα στο να επικοινωνήσουμε στη Ρωσία ότι είναι άσκοπο να συνεχίσει αυτόν τον πόλεμο. Δεν μπορώ να μπω στο μυαλό του Προέδρου Putin, αλλά πιστεύω ότι οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος θα καταλάβαινε ότι έχει περισσότερα να χάσει παρά να κερδίσει συνεχίζοντας αυτόν τον πόλεμο με τον τρόπο που εξελίσσεται σήμερα το πεδίο της μάχης.

Και, ασφαλώς, ανταποκριθήκαμε. Έχουμε προσφέρει οικονομική στήριξη ύψους 90 δισεκατομμυρίων ευρώ στην Ουκρανία. Έχουμε, λοιπόν, επωμιστεί ένα μεγάλο μέρος του βάρους τους τελευταίους μήνες.

Christiane Amanpour: Χάρη στον λαό της Ουγγαρίας.

Κυριάκος Μητσοτάκης: Πιστεύω ότι θα βρίσκαμε έναν τρόπο να ξεπεράσουμε το βέτο της Ουγγαρίας, όπως έχουμε κάνει και στο παρελθόν.

Σχετικά με το πως εκτιμά ότι θα εξελιχθούν οι σχέσεις Ευρώπης – Κίνας τα επόμενα χρόνια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε:

Εξαρτάται από το αν εξετάζετε τις εμπορικές σχέσεις από τη σκοπιά του καταναλωτή ή του παραγωγού. Πάρτε για παράδειγμα τα αυτοκίνητα. Αν θέλετε τα φθηνότερα αυτοκίνητα, κανείς δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τα κινεζικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα αυτή τη στιγμή. Αλλά αν, όπως πιστεύω, πρέπει επίσης να έχουμε ως προτεραιότητα να μην αποβιομηχανοποιήσουμε βίαια την Ευρώπη, δεν μπορούμε απλώς να κλείνουμε τα μάτια στο γεγονός ότι η Κίνα έχει δημιουργήσει μια επιδοτούμενη πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα στον τομέα της μεταποίησης διεθνώς. Και δεν μιλάμε μόνο για τη βασική μεταποίηση, αλλά για πολύ εξελιγμένη μεταποίηση που αποτελεί πραγματική απειλή για τις ευρωπαϊκές θέσεις εργασίας σε όλους τους τομείς.

Αυτό, λοιπόν, είναι ένα ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί και υπάρχουν εργαλεία για να ισορροπήσουμε το εμπορικό ισοζύγιο. Πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε απολύτως σαφείς -είμαστε μια μεγάλη αγορά- ότι είμαστε διατεθειμένοι να τα χρησιμοποιήσουμε, διότι αυτή τη στιγμή, αν κοιτάξει κανείς απλώς τα στοιχεία για το εμπορικό έλλειμμα, αυτά λένε μόνο τη μισή αλήθεια. Εννοώ, η άλλη μισή αλήθεια είναι το γεγονός ότι η βιομηχανία μας απλώς δεν είναι επαρκώς ανταγωνιστική.

Φυσικά, αυτό δεν είναι απλώς θέμα σχέσεων με την Κίνα. Είναι θέμα αντιμετώπισης θεμελιωδών ζητημάτων που αφορούν την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα. Επιτρέψτε μου να επισημάνω την ενέργεια. Το κόστος της ενέργειας εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλό. Επιτρέψτε μου να επισημάνω τις κρίσιμες πρώτες ύλες. Πώς υποστηρίζουμε τις κρίσιμες πρώτες ύλες ευρωπαϊκής προέλευσης; Για παράδειγμα, μόλις στηρίξαμε μια ελληνική επένδυση στο γάλλιο, το οποίο είναι μία από τις κρίσιμες πρώτες ύλες, επειδή τυχαίνει να μπορούμε να το παράγουμε στην Ελλάδα.

Πρέπει όμως να εντείνουμε αυτές τις πρωτοβουλίες και, φυσικά, να εντείνουμε την ευρωπαϊκή στήριξη στους τομείς όπου μπορούμε ακόμα να διατηρήσουμε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε τεχνολογικό επίπεδο. Θα καταφέρουμε να παράγουμε ηλιακά πάνελ σε τιμή ανταγωνιστική προς την Κίνα; Αμφιβάλλω. Υπάρχουν όμως πολλοί άλλοι τομείς όπου μπορούμε ακόμα να είμαστε ανταγωνιστικοί, και αυτό απαιτεί μια πιο δυναμική βιομηχανική πολιτική σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Και είμαι αρκετά βέβαιος ότι η Ευρώπη κινείται, και δικαίως, προς αυτή την κατεύθυνση.

Για το εάν η Ευρώπη μπορεί να γίνει «παίκτης» σε γεωπολιτικό επίπεδο και τι απαιτείται προς αυτήν την κατεύθυνση, ο Πρωθυπουργός σημείωσε:

Να εφαρμόσουμε απλώς την Έκθεση Draghi. Δεν θα επαναλάβω τα όσα αναφέρονται σε αυτήν, είναι όλα γνωστά. Πιστεύω ότι υπάρχει σαφής αίσθηση επείγοντος στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο όσον αφορά την ελάφρυνση του ρυθμιστικού πλαισίου, την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, την έμφαση στην ενέργεια, την οικοδόμηση της στρατηγικής μας αυτονομίας και του αμυντικού μας χώρου. Επομένως, εάν αυτό δεν συμβεί τα επόμενα χρόνια, φοβάμαι ότι η απάντηση στο ερώτημά σας δεν θα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική για όλους εμάς τους Ευρωπαίους. Τώρα είναι η ώρα να προχωρήσουμε με πολύ γρήγορο ρυθμό.

Ερωτηθείς πώς η Ελλάδα μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη από τις γεωπολιτικές αναταραχές διασφαλίζοντας ασφάλεια, ειρήνη και ευημερία στους πολίτες της καθώς και το πώς «βλέπει» τα επόμενα 10-15 χρόνια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπογράμμισε:

Καταρχάς, πιστεύω ότι, κοιτώντας προς το μέλλον, τα επόμενα μεγάλα πεδία διαφωνίας δεν θα είναι απαραίτητα μεταξύ κρατών, αλλά μεταξύ κυβερνήσεων και μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας, όσον αφορά την κυριαρχία τους στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος στο οποίο ουσιαστικά όλοι λειτουργούμε. Πιστεύω ότι η τεχνητή νοημοσύνη είναι μακράν η τεχνολογία που εμπεριέχει τη μεγαλύτερη δυναμική μετασχηματισμού και έχει βρεθεί στα χέρια της ανθρωπότητας. Έως τώρα έχουμε δει μόνο την κορυφή του παγόβουνου ως προς τα απίστευτα πιθανά οφέλη της, αλλά σίγουρα και τις βαθιές επιπτώσεις της, οπωσδήποτε στον δημοκρατικό διάλογο.

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι τα θεμέλια πάνω στα οποία έχουμε χτίσει παραμένουν σταθερά και να συνεχίσουμε να χτίζουμε όροφο-όροφο, αυτό τελικά θα μας οδηγήσει σε ένα σημείο όπου θα συγκλίνουμε πλήρως με την Ευρώπη στους βασικούς οικονομικούς δείκτες. Το μοναδικό ζήτημα, το θεμέλιο, που κατά τη γνώμη μου δεν είναι διαπραγματεύσιμο, είναι η μακροοικονομική σταθερότητα, διότι τελικά αυτό είναι που μας επιτρέπει να εφαρμόζουμε τις πολιτικές μας και αυτό είναι που μας επέτρεψε να αποκαταστήσουμε την αξιοπιστία μας.

Σε μια εποχή που πολλές ευρωπαϊκές χώρες παρουσιάζουν μεγάλα ελλείμματα, η Ελλάδα είναι σε θέση να έχει πλεόνασμα. Σε μια εποχή που άλλες ευρωπαϊκές χώρες επιδιώκουν να μειώσουν τις παροχές και να αυξήσουν τους φόρους, εμείς είμαστε σε θέση να μειώσουμε τους φόρους και, στο πλαίσιο των δυνατοτήτων μας, να προσφέρουμε εισοδηματική στήριξη στις πιο ευάλωτες οικογένειες.

Πιστεύω λοιπόν ότι, τελικά, το ζητούμενο των επόμενων εκλογών θα είναι αν μπορούμε να συνεχίσουμε την πορεία μας αλλά με ανανεωμένη την αίσθηση του επείγοντος, να αλλάξουμε ό,τι προφανώς πρέπει να αλλάξει, φροντίζοντας παράλληλα να διατηρήσουμε την πρόοδο που έχουμε επιτύχει.

Παρεμπιπτόντως, καθώς φτάνουμε στο τέλος της συζήτησής μας, σας ευχαριστώ πολύ που δεν με ρωτήσατε πότε θα γίνουν οι επόμενες εκλογές. Ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους σας, αν και μπορώ να απαντήσω: θα γίνουν το 2027.

Επίσης, σας ευχαριστώ για τις αισιόδοξες προβλέψεις σας σχετικά με το μέλλον της οικονομίας, με έναν σημαντικό αστερίσκο, ότι αυτές οι προβλέψεις εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό -εγώ το λέω αυτό, όχι εσείς- από το αν θα συνεχίσουμε και θα κερδίσουμε τις επόμενες εκλογές. Εσείς δεν μπορείτε να το πείτε αυτό, αλλά εγώ μπορώ.

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post