Νίκος Ψαρράς: Η δικιά μας δουλειά είναι να προσφέρουμε στον θεατή έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα

Σχόλιο

Συνέντευξη : Γιάννης Γαβρίλης

Πριν τη συνέντευξη

«Ιφιγένεια η εν Ταύροις» του Ευριπίδη.

Διδάχτηκε το 414 π.Χ. περίπου. Η «Ιφιγένεια η εν Αυλίδι» παίχτηκε μετά το θάνατο του Ευριπίδη, είναι έργο μεταγενέστερο, παρόλο που προηγείται σαν μύθος. Η «Ιφιγένεια η εν Ταύροις» είναι ένα από τα πιο τεχνικά έργα του Ευριπίδη και κατορθώνει να μας πληροφορήσει για όλα τα βάσανα της γενιάς των Ατρειδών.

Ο Ορέστης, μετά το φόνο της μητέρας του και αφού αθωώνεται στην Αθήνα, κυνηγιέται από μια ομάδα Ερινύες που διαφώνησαν με την απόφαση. Ο Απόλλωνας, στον οποίον καταφεύγει, του δίνει εντολή να πάει στην Ταυρίδα, να αρπάξει το άγαλμα της Άρτεμης και να το φέρει στην Αττική, στην περιοχή της Βραυρώνας, κοντά στη Ραφήνα.
Ο Ορέστης με τον ξάδελφό του Πυλάδη φτάνουν στην Ταυρίδα και σχεδιάζοντας την αρπαγή του αγάλματος συλλαμβάνονται στην ακτή από αγελαδάρηδες, που τους οδηγούν στο βασιλιά της χώρας Θόα. Εκείνος δίνει εντολή να θυσιαστούν. Οι δυο νέοι οδηγούνται μπροστά στην Ιφιγένεια για σφαγή. Σ’ ένα πολύ μακρύ επεισόδιο, ο Ευριπίδης μεθοδεύει την αναγνώριση των δύο αδελφών, που ο καθένας αγνοεί πως ο άλλος ζει.
Οι δύο νέοι σχεδιάζουν και πετυχαίνουν απόδραση εξαπατώντας τον άρχοντα της χώρας. Όταν η απάτη αποκαλύπτεται, εμφανίζεται από μηχανής θεά η Αθηνά και ευλογεί την πράξη. Οι νέοι αναχωρούν με το άγαλμα της θεάς με πλώρη για την Αθήνα. Ο χορός είναι γυναίκες Ελληνίδες αιχμάλωτες στη χώρα των Ταύρων.
Στην πρώτη του σκηνοθεσία στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, ο Γιώργος Νανούρης ανεβάζει την Τραγωδία αυτή σε μετάφραση Γιώργου Ιωάννου.  Συναντάται με τους ηθοποιούς Λένα Παπαληγούρα, Μιχάλη Σαράντο, Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη, Προμηθέα Αλειφερόπουλο, Κίττυ Παιταζόγλου, με έναν εξαμελή χορό, αλλά και με την  Χάρις Αλεξίου που ερμηνεύει την Θεά Αθηνά.

Ένα καθοριστικό πρόσωπο της Τραγωδίας του Ευριπίδη, τον βασιλιά της Ταυρίδας Θόα, θα ερμηνεύσει ο Νίκος Ψαρράς. Τον συναντήσαμε και συζητήσαμε μαζί του, για την Τραγωδία αυτή του Ευριπίδη, για την σκηνοθετική ματιά του Γιώργου Νανούρη, καθώς τον ρωτήσαμε να μας περιγράψει τον Θόα και την δική του ερμηνευτική άποψη. Κατά την διάρκεια της συζήτησης μας, τον προκαλέσαμε να αναφερθεί και στην γενικότερη πορεία του στο Θέατρο, θέτοντας του και κάποιες πιο προσωπικές ερωτήσεις.

Στις 2,3,4 Ιουλίου ανεβαίνει στην Επίδαυρο, για μια φορά ακόμη, η Τραγωδία του Ευριπίδη «Ιφιγένεια η εν Ταύροις» σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη που είναι και η πρώτη του σκηνοθεσία στην Επίδαυρό. Να ρωτήσω κατ αρχήν, (για τη συμμετοχή σου θα σε ρωτήσω στη συνέχεια), τη γνώμη σου για την σκηνοθετική ματιά του Νανούρη, τι προβάλει περισσότερο, πως διαχειρίζεται τα λυρικά μέρη, εστιάζει στην δύναμη της φιλίας και της αδελφικής αγάπης όπως περιγράφεται στον ποιητικό λόγο του Ευριπίδη, κατ επέκταση και στην μετάφραση του Γιώργου Ιωάννου. Είναι εν τέλει ένα κλασσικό ανέβασμα  Αρχαίας Τραγωδίας, η εντάσσει νεωτεριστικά στοιχεία και πως, για να την φέρει πιο κοντά στη σημερινή πραγματικότητα.

Από που να αρχίσω. Καθώς εδώ έχουμε πολλές ερωτήσεις. Αυτό που ενδιαφέρει τον Νανούρη και το λέει συνέχεια, είναι ο λόγος, το ίδιο το έργο να είναι ο πρωταγωνιστής. Εδώ σύμμαχο έχει ένα εύκολο κείμενο, η ιστορία είναι γραμμένη πολύ όμορφα από  τον  Ευριπίδη. Σαν ένα ωραίο παραμύθι, με ευτυχές τέλος. Όσο για τον νεοτερισμό στην Αρχαία Τραγωδία. Δεν με βρίσκει σύμφωνο να προκύπτει από «τερτίπια». Δεν αρέσει ούτε σε εμένα, ούτε του Νανούρη γι’ αυτό και δεν κάνει τέτοιου είδους παράσταση. Δεν μας αρέσουν τα πειράματα, τύπου «ας τους κάνουμε όλους… εξωγήινους». Σε μια πειραματική σκηνή θα μπορούσε να έχει ένα κάποιο ενδιαφέρον. Αλλά όταν ετοιμάζεις μια παράσταση Αρχαίας Τραγωδίας για την Επίδαυρό, πρέπει να λάβεις σοβαρά υπ’ όψη σου τον χώρο. Δεν σηκώνει πολλά η Τραγωδία. Βεβαίως, υποχρέωση μας είναι να ψάχνουμε κάθε στιγμή, κάθε φορά και να είναι μονίμως η αγωνία μας, πως αυτό το διαχρονικό κείμενο, θα αγγίξει τον σύγχρονο θεατή. Και εκεί είναι, πολλές φορές που γίνεται η παρεξήγηση. Ο τρόπος εκφοράς του λόγου, είναι πάντα ένα στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί. Δεν μπορείς να μιλήσεις στην Αρχαία Τραγωδία, σαν να παίζεις π.χ. Ψαθά. Δεν γίνεται…

..Και όμως έχει γίνει αυτό…

Νομίζω με αποτυχία. Όταν η θεματολογία του έργου είναι, ο άνθρωπος που προσπαθεί να ξεπεράσει την ανθρώπινη Φύση και να τα βάλει με το Θείο,  προκαλεί Ύβριν… Όπως εδώ που  τιμωρείτε ο Ορέστης γιατί σκότωσε τη Μάνα του, έχει πράξει ύβριν… (σ.σ.  διαπράττω «ὕβριν». Παρουσιάζω συμπεριφορά με την οποία επιχειρώ να υπερβώ τη θνητή φύση μου και να εξομοιωθώ με τους θεούς, με συνέπεια την προσβολή και τον εξοργισμό τους)…γιατί έχει πάρει έναν χρησμό από τον Απόλλωνα, έρχεται να πάρει μια Ιέρεια που είναι της Άρτεμις, οπότε ο Άνθρωπος με τον Θεό, είναι εμπλεκόμενοι. Δεν μπορείς, λοιπόν, την ώρα που γίνονται όλα αυτά, να βγάλεις να καπνίσεις ένα τσιγάρο και να πιείς έναν καφέ! Σου λέω δυο παραδείγματα που έχουν συμβεί στην Επίδαυρο. Το μικραίνεις. Το φτηναίνεις. Φτηναίνεις τον όγκο, το μέγεθος αυτού του κειμένου. Και είναι κρίμα. Γιατί ένα τέτοιο κείμενο να το κάνεις τόσο καθημερινό; Τώρα, αν η παράσταση μας είναι κλασσική η μια φρέσκια, μοντέρνα παράσταση, αυτό θα το κρίνεται εσείς που θα την παρακολουθήσετε. Εμείς θέλουμε να έχει μια φρεσκάδα. Θέλουμε να έρθουν οι νέοι να την δούνε. Αυτοί είναι το μέλλον του Θεάτρου. Και εμείς, όλοι, βέβαια, αλλά η νέα γενιά, πρέπει να πάρει από την παράδοση. Και για να αγγίξεις την νέα γενιά, πρέπει να κάνεις κάτι που θα την ακουμπήσει. 

“Στον θεατή πρέπει να δώσεις ψυχή. Πρέπει να δώσεις ένα σύμπαν. Πρέπει να δώσεις έναν κόσμο. Γι’ αυτό έχει έρθει για να σε δει. Έχει έρθει για να μεταφερθεί κάπου αλλού. Γιατί αποζητά ψυχική τροφή. Ο θεατής δεν πρέπει να φύγει από την παράσταση, όπως ήρθε. Εάν αυτό συμβεί, και δυστυχώς συμβαίνει πολλές φορές, τότε η παράσταση έχει αποτύχει”

Το 2006, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαηλίδη και μετάφραση του Κ.Χ. Μύρη το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ανεβάσει την «Ιφιγένεια εν Ταύροις»  όπου εσύ ερμήνευσες τον Ορέστη. Ενώ τώρα θα υποδυθείς τον Θόα, τον βασιλιά της Ταυρίδας. Ο Θόας εμφανίζεται στο τρίτο επεισόδιο και συνομιλεί με την Ιφιγένεια και εδώ προβάλλεται και μια θυμηδία (σ.σ Θυμηδία: Διάθεση για γέλιο, σκωπτική και ειρωνική διάθεση). Πως τον έχεις αναλύσει αυτόν τον ρόλο και πως σου τον δίδαξε ο Νανούρης. Πράγματι ο Θόας είναι τόσο εύπιστος, η αφελής. Αναφέρεται, μη ξεχνάμε, ως βασιλιάς των βαρβάρων. Μισεί δε, τους Έλληνες.

Ο Θόας είναι ένας σύντομος ρόλος. Και χαίρομαι που το τοποθέτησες έτσι. Γιατί αυτή είναι και η αγωνία μας. Ο οποίος μέσα σε τέσσερεις σελίδες κειμένου, θα πρέπει, στη πρώτη σκηνή, να φέρει όλο αυτόν τον κόσμο των βαρβάρων, έναν άλλο κόσμο, που τον ακούμε σε χίλιους διακόσους στίχους. Ψήγματα του κόσμου αυτού έχουμε πάρει ήδη από τις εμφανίσεις  του γελαδάρη και του αγγελιοφόρου. Όλοι οι άλλοι χαρακτήρες της Τραγωδίας είναι Έλληνες. Ο κόσμος αυτός, λοιπόν, είναι ένας τραχύς, άγριος και ο ίδιος ο Θόας αποκαλεί τον εαυτό του «βάρβαρο». Από την άποψη ότι δεν είναι Έλληνας. Και το κείμενο είναι γραμμένο από Έλληνα. Ο Θόας είναι ένας αιμοσταγής, άρχοντας  μιας χώρας που στάζει αίμα. Είμαστε σε μια χώρα που το άγαλμα της Αρτέμιδος είναι το μεγαλύτερο δώρο που έχει. Βεβαίως είναι καχύποπτος. Γιατί δεν ξεχνάει πως η Ιέρεια Ιφιγένεια και οι ακόλουθές της, είναι από την Ελλάδα. Πείθεται, όμως, γιατί η Ιφιγένεια, του φέρει ένα πολύ ισχυρό επιχείρημα. Λέει ότι το άγαλμα της Θεάς έκλεισε τα μάτια και στράφηκε προς τα πίσω. Επειδή αυτοί οι δυο, με τον Ορέστη, έχουν σκοτώσει τη μάνα τους. Και η δράση είναι τόσο γρήγορη, καταιγιστική και σοκαριστική ακόμη και για τον Θόα, οπότε πείθεται. Και βεβαίως, εντέχνως, για πρώτη φορά η Ιφιγένεια, του κάνει μια φιλοφρόνηση. Και του λέει «Νοιάζομαι για τη πόλη, αλλά και για τους αγαπημένους». Αυτή, προφανώς, εννοεί τον Ορέστη και τον Πυλάδη, ο Θόας όμως το εκλαμβάνει ως αναφορά στον ίδιο. Και της λέει  «Αυτό, θαρρώ, το είπες για εμένα». Όταν έρχεται μετά ο αγγελιοφόρος και του λέει ότι η Ιφιγένεια τον κορόιδεψε και οι αιχμάλωτοι ήταν ο Ορέστης και ο Πυλάδης και παλεύουν τώρα με τα κύματα για να φύγουνε, αλλά δεν τους αφήνει ο Ποσειδώνας, εκεί βλέπουμε όλο το θηρίο που είναι ο Θόας γιατί εάν χαθεί το άγαλμα της Θεάς, χάθηκε όλος ο κόσμος του. Το τραγικό πρόσωπο του έργου είναι ο Θόας στο τέλος. Γιατί μένει μόνος.  

Εδώ όπως καταλαβαίνω έχουμε μια ερμηνευτική ισορροπία του ηθοποιού. Μεταξύ ευπιστίας και βαρβαρότητας.

Θόας σημαίνει «γρήγορος». Ταχύς. Μόνο που εδώ η Ιφιγένεια είναι πιο γρήγορη. Ναι. Πρέπει ο ηθοποιός να βρει την ερμηνευτική του ισορροπία και την απαιτούμενη υποκριτική ταχύτητα του.

Μίλησε μου και για τους δυο ηθοποιούς. την Λένα Παπαληγούρα και τον Μιχάλη Σαράντη που ερμηνεύουν τους βασικούς χαρακτήρες της Τραγωδίας. 

Θα σου πω κάτι. Σε ένα προχθεσινό πέρασμα που κάναμε παρακολουθούσα τα δυο νέα αυτά παιδιά που πρωταγωνιστούν. Ως Ιφιγένεια η Παπαληγούρα και ο Σαράντης τον Ορέστη. Και άκουγα ένα κείμενο που το ξέρω πολύ καλά και άκουγα, συγκεκριμένα τον Σαράντη, πολύ απλά και ήρεμα αλλά με κύρος να λέει αυτό το κείμενο, με έναν παλμό και έλεγα (παύση)… Ναι. Να ένας ωραίος σύγχρονος τρόπος προσέγγισης του κειμένου. Για εμένα αυτό, είναι μοντέρνο. Δεν χρειάζεται να κάνεις «δηθενιές» για να κάνεις κάτι μοντέρνο. Η ουσία να είναι φρέσκια.

“Ήμουνα ξένος σε μια ξένη χώρα και τα λεφτά τελείωναν. Και εγώ έτρεχα από οντισιόν σε οντισιόν και δεν με έπαιρναν. Και μου πέρναγαν διάφορες σκέψεις. Ο.Κ. είμαι ξένος, ακούγομαι ξένος, μέχρι πιο σοβαρές σκέψεις. Ότι κάνω το λάθος επάγγελμα, μάλλον. Ότι έχω κάνει λάθος επιλογή”

Να περάσουμε σε πιο προσωπικές ερωτήσεις. Από την πρώτη του θεατρική εμφάνιση, το 1991 στους «Δαιμονισμένου» που ανέβασε το ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία Γιάννη Ιορδανίδη, που ήσουν ακόμη μαθητής στη δραματική σχολή, μέχρι τα τελευταία χρόνια με τον Ιβάν στον «Φάρο» του Κόνορ Μακφέρσον που ανεβάσατε με τον Μαρκουλάκη το 2017-2018, από τον Ναζί διοικητή σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στο «Himmelweg» του Χουάν Μαγιόρκα, από τον Κλαύδιο στον «Άμλετ» και προσφάτως τον Σταμάτη στις «Άγριες Μέλισσες» της τηλεόρασης, νοιώθεις ολοκληρωμένος πλέον υποκριτικά, σου αρκεί που πλέον είσαι ένας πρωταγωνιστής;

Θα σου πω τι πιστεύω. Δεν νοιώθεις σε αυτή τη δουλειά, πλήρης ποτέ. Και γιατί δεν νοιώθεις; Γιατί κάθε φορά που ξεκινάς έναν καινούριο ρόλο, είναι σαν να πηγαίνεις πίσω. Σαν να είμαι ο Νίκος στους «Δαιμονισμένους» του ’91. Από το μηδέν. Σαφέστατα η πείρα λειτουργεί. Την κουβαλάμε ημέρα με την ημέρα. Και όταν έχεις ένα σώμα, μια ψυχή που εκπαιδεύεται καθημερινά σε αυτή τη δουλειά, γίνονται πιο εύκολα και πιο γρήγορα τα πράγματα. Κάποιοι ρόλοι είναι πολύ πιο δύσκολοι. Αλλά το στοίχημα δεν τελειώνει ποτέ. Οπότε, δεν νομίζω ότι υπάρχει ηθοποιός που θα πει «νοιώθω πλήρης και τελειώνω με αυτή τη δουλειά». Η… «Θα αράξω». Και εγώ τώρα. Μη νομίζεις. Με δυσκολεύει ο Θόας. Παιδεύομαι, πως να σου πω. Δεν είναι ότι θα βγω, θα σταθώ και με μια στεντόρεια φωνή θα απαγγείλω το κείμενο και τελείωσε. Αυτό αν το κάνω, θα αυτοκτονήσω σκηνικά. Ψάχνω να βρω τι είναι, ποιός είναι, πως είναι έτσι άγαρμπος, γιατί είναι άγριος, γιατί θυμώνει, γιατί πείθεται, γιατί στο τέλος είναι σαν ένας πληγωμένος ταύρος στη χώρα των Ταύρων. Σαν να του έχουν γεμίσει την σπονδυλική στήλη με ακόντια. Και θα πεθάνει. Δεν έχει λόγο να συνεχίσει να ζει. Δεν υπάρχει υποκριτική ολοκλήρωση για τον ηθοποιό, λοιπόν.

“Η πρώτη ύλη της δουλειάς μας είναι ο ψυχικός μας κόσμος. Εγώ διαφωνώ πλήρως με κάποιους συναδέλφους που λένε ότι κάνω αυτή τη δουλειά γιατί ψάχνω να βρω τον εσωτερικό μου κόσμο και την ισορροπία μου. Αυτό είναι μια τεράστια μπούρδα! κατ’ εμέ. Κανένας δεν θα βρει μέσα από  τη δουλειά του Θεάτρου, τον χαμένο ψυχικό του κόσμο”

Η σχέση μεταξύ  ταλέντου και εμπειρίας  ποιά είναι. Με το πρώτο γεννιέσαι, το δεύτερο κατακτάται με αγωνία και αγώνα. 

Το ταλέντο είναι κάτι πολύ αόριστο. Και γι’ αυτό κανείς δεν μπορεί να το προσδιορίσει…

Έχουμε όμως και τα παιδιά-θαύματα…

…Παρ’ όλα αυτά. Είναι μια βαρύγδουπη λέξη. Το ταλέντο, για εμένα, είναι συνδυασμός πολλών πραγμάτων. Από το πολύ κλασσικό που λέμε στην υποκριτική, η ευκολία σου κάτω από μια φανταστική κατάσταση, να υπάρχεις και να πείθεις, μέχρι το πως κινείσαι μέσα σ’ αυτόν τον χώρο, ποιοί σε αγαπάνε, ποιοί σου δίνουν δουλειά, πως είναι ο καθημερινός σου βίος, είναι πάρα πολλά τα οποία συνδράμουν στο να πούμε ότι, αυτό είναι ένα ταλαντούχο παιδί. Υπάρχουν κι’ άλλα ταλαντούχα παιδιά που δεν τα έχουμε μάθει ποτέ. Εγώ πιστεύω ότι πολλά παιδιά που βγαίνουν από τις δραματικές σχολές και είναι μεγάλα ταλέντα και με όρεξη και κέφι για δουλειά, δεν τα καταφέρνουν γιατί δεν έχουν ένα πακέτο πραγμάτων που χρειάζεται αυτή η δουλειά. Κατ’ αρχάς χρειάζεσαι ψυχικό σθένος, χρειάζεσαι υπομονή. Ο κόσμος νομίζει ότι είναι μια εύκολη δουλειά, σου λέει… θα βγει, θα παίξει δυο ώρες. Μα… για να παίξω δυο ώρες έχω κάνει τρεις μήνες πρόβες από έξη ώρες τη φορά.  Εσύ βλέπεις το αποτέλεσμα (και έτσι πρέπει). Αλλά πίσω από αυτό το αποτέλεσμα, υπάρχει κόπος, υπάρχει κούραση, αϋπνία, θυμός, νεύρα, αγωνία, χαρά, απογοήτευση, χιλιάδες συναισθήματα. Και δεν τελειώνει. Η εμπειρία, ναι, με το πέρας του χρόνου, πολύ πιο γρήγορα οργανώνεσαι. Ο καθένας μας από την εμπειρία του και τις σπουδές του, έχει αποκτήσει έναν συγκεκριμένο τρόπο δουλειάς. Ξέρεις, στην Ελλάδα, το βλέπω, το κάνω και εγώ πολλές φορές. Ξεκινάμε μια πρόβα και μπαίνεις σε αυτή σαν ηθοποιός, λες και είσαι στον πρώτο χρόνο της δραματικής σχολής. Και περιμένεις από τον σκηνοθέτη να έρθει να σου διδάξει τον ρόλο. Δεν είναι η δουλειά του σκηνοθέτη αυτό. Ο σκηνοθέτης θα σου δείξει σε πιο σύμπαν σκέφτεται να κινηθεί η παράσταση. Και πως είναι ο ρόλος σου. Η δικιά μας δουλειά είναι να του φέρουμε έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα. Είναι δουλειά του ηθοποιού να δείξει πως είναι ο κάθε χαρακτήρας. Να χτίσει το παρελθόν του ανθρώπου που θα υποδυθεί. Και αυτή είναι η χαρά του Θεάτρου. Πως γεννήθηκε, πως μεγάλωσε, γιατί είναι έτσι η αλλιώς. Ο συγγραφέας πιάνει τους χαρακτήρες σε μια συγκεκριμένη περίοδο της ζωής τους. Εμείς οφείλουμε να φέρουμε το «Πριν». Ο σκηνοθέτης σου δίνει ερεθίσματα.. Ο σκηνοθέτης είναι ο «Μαέστρος» της παράστασης.   Όχι να σου δείχνει και εσύ να τον μιμείσαι. Και ο δάσκαλος στη δραματική σχολή. Πρέπει να προσέχει πως και τι διδάσκει. Αλλιώς δημιουργούμε μίμους. Και θα έχουμε πολλούς Βέγγους, πολλούς Κωσταντάρες κ.λ.π. Δεν είναι εκεί το θέμα. Αυτό που  θα κάνεις εσύ, Γιάννη, στον ίδιο ρόλο, με εμένα, είναι ένας άλλος κόσμος. Οι δυο μας, είμαστε διπλή διανομή σε ένα έργο. Ερμηνεύουμε τον ίδιο ρόλο. Ε, λοιπόν. Πρέπει να είναι δυο διαφορετικές αποδόσεις.

Το γνωρίζω και το αποδέχομαι αυτό που λες. Το βίωσα εξάλλου, όταν στο ” Studio Μαυρομιχάλη” ανεβάσαμε τον ”Εχθρό του Λαού” του Ίψεν σε σκηνοθεσία Φώτη Μακρή, όπου σε διπλή διανομή ερμηνεύαμε, με τον συνάδελφο,  εντελώς διαφορετικά τον ρόλο του Μόρτεν Κιλ.

Και έτσι πρέπει να είναι. Γιατί η ίδια πληροφορία περνάει από διαφορετικά φίλτρα. Άρα γιατί να μιμηθείς.

«Να σου εξομολογηθώ κάτι. Έχω στη βιβλιοθήκη μου μεθόδους υποκριτικής και πολλές φορές ψάχνοντας να χτίσω τον ρόλο επιστρέφω και τις ξαναδιαβάζω. Και, πίστεψε με, κάθε φορά, ανακαλύπτω καινούρια πράγματα. Είναι, βλέπεις, ανεξάντλητη αυτή η Τέχνη του Θεάτρου»

Και δάσκαλός υποκριτικής. Γιατί. Για ένα επί πλέον εισόδημα η για την προσφορά σου προς τους νέους ηθοποιούς. Θέτω εδώ το καυτό θέμα των πολλών δραματικών σχολών και των 450-500 που αποφοιτούν από αυτές.

Είναι κάτι που αγαπώ και μακάρι να είχα το χρόνο να το συνεχίσω. Το να διδάσκω το αγαπώ πιο πολύ και απ’ το να παίζω. Μου αρέσει να έχω επαφή με τους νέους. Γιατί εγώ πλήρωσα παρά πολλά λεφτά για να μάθω  αυτά στην Αμερική. Και τα κουβαλάω στα βιβλία μου. Και με μεγάλη χαρά θέλω να τα μεταδώσω στα παιδιά. Γιατί έτσι νοιώθω πως γίνομαι καλύτερος ηθοποιός. Οργανώνω την υποκριτική μου τέχνη, στο κεφάλι μου, ώστε να μπορέσω να την μεταδώσω. Να σου εξομολογηθώ κάτι. Έχω στη βιβλιοθήκη μου μεθόδους υποκριτικής και πολλές φορές ψάχνοντας να χτίσω τον ρόλο επιστρέφω και τις ξαναδιαβάζω. Και, πίστεψε με, κάθε φορά, ανακαλύπτω καινούρια πράγματα. Είναι, βλέπεις, ανεξάντλητη αυτή η Τέχνη του Θεάτρου.

Έχεις πει. «Στην Αμερική ήταν η μόνη φορά στη ζωή μου, που με απέρριψαν». Σου πρότειναν όμως, να παίξεις η έναν Άραβα η έναν κακοποιό, όχι Αμερικάνο, πάντως. «Ε.. και τι έγινε» για να χρησιμοποιήσω μια προσφιλή σου έκφραση. Απαιτούσες και απαιτείς πάντα την αποδοχή;

Όχι. Τη δουλειά όμως ναι. Δουλειά δεν είχα. Ήμουν σε μια ξένη χώρα και τα λεφτά τελείωναν. Και εγώ έτρεχα από οντισιόν σε οντισιόν και δεν με έπαιρναν. Και μου πέρναγαν διάφορες σκέψεις. Ο.Κ. είμαι ξένος, ακούγομαι ξένος, μέχρι πιο σοβαρές σκέψεις. Ότι κάνω το λάθος επάγγελμα, μάλλον. Ότι έχω κάνει λάθος επιλογή.

Και για να επιβιώσεις έκανες κάποιες άλλες δουλειές, έτσι;

Όπως όλοι εκεί. Το service σε εστιατόριο εκεί, είναι σύνηθες, βγάζεις καλά λεφτά και έχεις  ευέλικτο ωράριο. Έτσι μπορούσα να πηγαίνω στις οντισιόν, να διαβάσω, να γυμνάζομαι, να είμαι σε ετοιμότητα. 

Άλλο αναπαράγω τον ρόλο και άλλο τον βιώνω. Εσύ πως λειτουργείς;

Εγώ είμαι πιο πολύ του «βιώνω». Αυτός είναι ο στόχος μου. Πιστεύω ότι έναν ρόλο δεν πρέπει να τον αναπαράγεις, Μόνο να τον βιώνεις.

Δεν είναι πάντα έτσι και το ξέρεις…

Εντάξει. Ίσως ο στόχος κάποιων συναδέλφων, αν τους ρωτήσεις, να μην είναι η αναπαραγωγή έστω κι αν ασυναίσθητα το κάνουνε.

Ψυχισμός. Αυτός του ηθοποιού και αυτός του θεατή. Ως έμπειρος  ηθοποιός μπορείς να απαντήσεις, θεωρώ, στο αν μια θεατρική παράσταση είναι ένας δρόμος οπού μπορούν να συμβαδίσουν και να συνυπάρξουν ο μεν με του δε. Λαμβάνοντας υπ όψη ότι το Θέατρο συναντάται με την ψυχοθεραπεία. Στη θεατρική σου συμμετοχή το έχεις ως ένα σημαντικό στοιχείο προσφοράς σου ενώ παράλληλα… τι παίρνεις από τον θεατή σου;

Το χειροκρότημα. Αυτό πρέπει να πάρουμε εμείς, Δεν χρειάζεται κάτι άλλο. Αλλά στον θεατή πρέπει να δώσεις ψυχή. Πρέπει να δώσεις ένα σύμπαν. Πρέπει να δώσεις έναν κόσμο. Γι’ αυτό έχει έρθει για να σε δει. Έχει έρθει για να μεταφερθεί κάπου αλλού. Γιατί αποζητά ψυχική τροφή. Ο θεατής δεν πρέπει να φύγει από την παράσταση, όπως ήρθε. Εάν αυτό συμβεί, και δυστυχώς συμβαίνει πολλές φορές, τότε η παράσταση έχει αποτύχει.

Και ο ίδιος ο ηθοποιός.

Ασφαλώς. Η πρώτη ύλη της δουλειάς μας είναι ο ψυχικός μας κόσμος. Εγώ διαφωνώ πλήρως με κάποιους συναδέλφους που λένε ότι κάνω αυτή τη δουλειά γιατί ψάχνω να βρω τον εσωτερικό μου κόσμο και την ισορροπία μου. Αυτό είναι μια τεράστια μπούρδα ! κατ’ εμέ. Κανένας δεν θα βρει μέσα από αυτή τη δουλειά τον χαμένο ψυχικό του κόσμο. Είναι τόσο ανισόρροπη η φύση της δουλειάς, τι να σου πω τώρα.. Να είναι μεσημέρι και έχεις φάει και το σώμα σου, σου λέει κοιμήσου… και εσύ πας και κάνεις και κοπανιέσαι και κλαις για τους συγγενείς σου που τους πάτησε ένα τρένο. Επειδή έτσι λέει ο ρόλος. Και νοιώθεις ότι το σώμα σου βιάζεται εκείνη τη στιγμή. Δεν έχει καμιά όρεξη, μεσημεριάτικα, για να κοπανηθεί. Το κάνεις όμως. Πρέπει να παίξεις έναν ψυχοπαθή, έναν κατά συρροή δολοφόνο, πρέπει να παίξεις έναν άλλο άνθρωπο και αρχίζεις και σκέφτεσαι και αλλάζει η μούρη σου. Γίνεσαι σαν αυτόν. Πρέπει, λοιπόν, να είσαι πολύ καλά με τον εαυτό σου για να μπορέσεις να κάνεις αυτή τη τράμπα. Αν είσαι διαταραγμένος, μέσα σε αυτή τη δουλειά που είναι σκέτη διαταραχή, και ψάχνεις να γίνεις καλά, τότε έχεις διαλέξει εντελώς λάθος επάγγελμα. 

Ο Στανισλάβσκι είχε πει. «Αγάπα το έργο Τέχνης μέσα σου, όχι τον εαυτό σου μέσα από αυτό». Εσύ πόσο πιστεύεις σε αυτό που είσαι. Έχεις αντιπαραθέσεις με τον εαυτό σου;

Κάθε μέρα. Μαλώνω με τον εαυτό μου όπως μαλώνουμε όλοι μας, φαντάζομαι. Εδώ με την ψυχή μας παλεύουμε. Την Τέχνη πρέπει να την αγαπάς και να προσπαθείς μέσα από αυτή, να πιστέψεις στον εαυτό σου. Πολλά παιδιά έρχονται από άλλες τέχνες και αποφασίζουν να γίνουν ηθοποιοί. Το τολμούν. Πιστεύουν ότι θα πετύχουν. Να κάτι σημαντικό.

Αλλά  θέλω να πω και κάτι άλλο. Τα μεγάλα σπίτια, τα ακριβά αυτοκίνητα, τις ωραίες γυναίκες, δεν σου τα προσφέρει η  ηθοποιία. Σε κάποιους συνέβη. Αλλά συνέβη,  ως απολαβή και αποτέλεσμα μιας σκληρής δουλειάς. Δεν είναι αυτό το δέλεαρ. Το δέλεαρ είναι ότι το Θέατρο είναι  μια Τέχνη που συμπεριλαμβάνει, όλες τις υπόλοιπες Τέχνες. Και όταν αυτό το καταλάβεις και μπεις σε αυτόν τον μαγικό και πανέμορφο κόσμο του Θεάτρου, ούτε αντιπαρατίθεσαι με τον εαυτό σου, ούτε μαλώνεις. Είσαι πλήρης. 

 

 

 

 

 

 

 

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post