Τάκης Τζαμαργιάς: «Με ενδιαφέρει, το θέατρο να μην ξεχνά τη ζωή, αλλά και να μην περιορίζεται από αυτήν»

Σχόλιο

Συνέντευξη: Στον Γιάννη Γαβρίλη

Πριν την συνέντευξη

Ο Τάκης Τζαμαργιάς με την ιδιότητα του σκηνοθέτη, μιας και είναι και εκπαιδευτικός, ανεβάζει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, την μεταφορά για το Θέατρο της ιστορικής τηλεοπτικής σειράς ”Το Μινόρε της Αυγής”. Αν και ιδιαίτερα πιεσμένος γιατί παράλληλα ανεβάζει το ”Αιολική Γη” του Ηλία Βενέζη στο Εθνικό Θέατρο και επαναφέρει το αγαπημένο του ”Ο Μεγάλος περίπατος του Πέτρου” στο Θέατρο ”Βασιλάκου”, βρήκε τον χρόνο να μας μιλήσει για την παράσταση του ”Μινόρε”, για τις προσδοκίες του, για την διττή επαγγελματική του πορεία, για όσα αγαπά να κάνει ως σκηνοθέτης, για την καταγωγή του και πως αυτή ταυτίζεται με το σημερινό θεατρικό ”Μινόρε”.

Είχαμε προσκαλέσει και στην συνέντευξη και τον Ιεροκλή Μιχαηλίδη που ανέλαβε στη παράσταση του ”Μινόρε” την επιλογή των τραγουδιών, την μουσική επιμέλεια και ερμηνεύει τον Θανάση.

 

Γ.Γ. Έχετε αναφέρει σε άλλη περίπτωση ότι ”Το Θέατρο είναι κομμάτι της μνήμης”. Ένας από τους λόγους που ανεβάζετε το ”Μινόρε” είναι και αυτός να υποθέσω. Οι άλλοι λόγοι, αν υπάρχουν, ποιοι είναι.

Τ.Τ. Το Θέατρο από τη φύση του είναι μια μετουσιωμένη  πραγματικότητα, η μνήμη είναι το «εργαλείο» μετουσίωσης της. Τόσο ο ηθοποιός, όσο και ο θεατής συνειδητά ή μη ενεργοποιούνται μέσω αυτής και τελικά επικοινωνούν. Στο ”Μινόρε” τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, καθότι μεγάλωσα σε περιβάλλον προσφυγικό στα Ταμπούρια και στη Δραπετσώνα   και ο απόηχος της περιόδου που εκτυλίσσεται το ”Μινόρε” ήταν υπαρκτός. Το περίεργο είναι πως αυτόν τον απόηχο την περίοδο της εφηβείας μου ήθελα να αφήσω πίσω μου. Πολύ αργότερα συνειδητοποίησα τον πλούτο του και πως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είμαι συνδεδεμένος μαζί του.

 Γ.Γ. Το ρεμπέτικο τραγούδι ακόμη και στις μέρες μας, έχει ένα συγκεκριμένο κοινό. Ποιό είναι το πρώτιστο στοιχείο που αναδεικνύεται μέσα από την παράσταση σας και μέσα, ασφαλώς, από τα τραγούδια που την επενδύουν ώστε να προκαλέσετε ”τον επαρκή” και όχι μόνο νεαρό θεατή να έρθει να την παρακολουθήσει.

Τ.Τ. Αυτό το γνώριμα οικείο και συνάμα ανοίκειο πειραιώτικο περιβάλλον που καθόρισε αυτά τα πρόσωπα και που άθελά τους γράψανε ιστορία μέσα από τη μουσική και τα τραγούδια τους θα ήθελα να είναι το στοιχείο πρόκλησης για τον επαρκή θεατή.  Μέλημά μας ο απλός καθημερινός λόγος, βαθειά δουλεμένος να αποκτά μέγεθος και να τον αγγίζει.

Γ.Γ.  Πόσο σας ενδιαφέρει οι παραστάσεις σας να προκαλούν το θυμικό των θεατών, του κοινού σας:

Τ.Τ. Με ενδιαφέρει να μην αγνοώ το θυμικό, αρκεί αυτή η πρόκληση να προκύπτει μέσα από σύνθετες διαδικασίες και όχι από εκβιαστικούς μηχανισμούς.

Με τη μεταφορά στη σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά του πρώτου κύκλου της τηλεοπτικής σειράς «Το Μινόρε της Αυγής» επιχειρείται η ανάκληση και η προβολή μιας εποχής που έχει φύγει ανεπιστρεπτί”

Γ.Γ.   H τηλεοπτική σειρά ”Το Μινόρε της Αυγής” έχει χαρακτηριστεί κλασσική. Έχει γράψει την δική της ιστορία. Στη  μεταφορά της για το  Θέατρο του Δημήτρη Χαλιώτη και μέσω της σκηνοθεσίας σας επιχειρείτε, πιστεύω να ξεφύγετε από  την  αίγλη της τηλεοπτικής σειράς. Ότι δημιουργείτε  ένα δικό σας ”Μινόρε”  που απλώς βασίστηκε στο τηλεοπτικό ”Μινόρε της Αυγής”. Πως όμως είναι η ερώτηση.

Τ.Τ. Και να θέλαμε δεν θα μπορούσαμε να αποδώσουμε την αίγλη της κλασσικής αυτής τηλεοπτικής σειράς που δικαιολογημένα κατάφερε να αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στη συνείδηση των τηλεθεατών της. Θεωρώ επιτυχία και μόνον το ότι ο Χαλιώτης κατάφερε να συμπτύξει σε δραματικό κείμενο 40 σκηνών έναν κύκλο δεκατριών επεισοδίων χωρίς να συρρικνώνει ή να αλλάζει το μυθοπλαστικό υλικό και κυρίως το πνεύμα. Πρόκειται για μεταφορά από ένα μέσο σε ένα άλλο, όπου το δεύτερο θέτει το δικό του πλαίσιο αναφοράς, αφού απευθύνεται στο θεατή σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο και όχι στον κάτοχο του τηλεοπτικού κοντρόλ.

Γ.Γ. Σχετικά με την ατμόσφαιρα της εποχής που αναδεικνυόταν από το τηλεοπτικό σενάριο όσο και την πολιτισμική  απεικόνιση, ίσως δε και την υπαινικτικά προβαλλόμενη πολιτική  κατάσταση της μακρινής αλλά όχι ξεχασμένης εκείνης εποχής  στην θεατρική σας μεταφορά με ποιόν τρόπο τα αναδεικνύεται.

Τ.Τ. Με τη μεταφορά στη σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά του πρώτου κύκλου της τηλεοπτικής σειράς «Το Μινόρε της Αυγής» επιχειρείται η ανάκληση και η προβολή μιας εποχής που έχει φύγει ανεπιστρεπτί. Πρόκειται για την εμφάνιση και εδραίωση του ρεμπέτικου και των κυνηγημένων εκφραστών του, στον Πειραιά, την ταραγμένη  δεκαετία του ΄30.

Η αναφορά στην θρυλική «Τετράδα του Πειραιά» είναι προφανής. Δεν είναι όμως ιστορικός ο μαγνήτης που μας έλκει στον πυρήνα της ιστορίας. Η παράσταση δεν αποσκοπεί σε μία μουσειακή αναπαράσταση, ούτε σε νοσταλγικές ωραιοποιήσεις. Αντίθετα, επιχειρεί μια βαθιά, τρυφερή ματιά στη σκοτεινιά των ανθρώπων του περιθωρίου, που αναζητούν να βρουν τη δική τους φωνή μέσα στη θολωμένη χασισοκατάνυξή τους, να βρουν τη θέση τους σε έναν κόσμο που δεν τους περιέχει.

Αυτή η σκοτεινιά που κατάφερε να δώσει η σειρά είναι αυτό που θα ήθελα να αποτελεί και το κοινό σημείο με την παράσταση μας, που να προκύπτει όμως από την εσωτερική ζωή των ηρώων της, μακριά από γραφικές σχηματοποιήσεις και  καρικατούρες «μαγκιάς».

Το «Μινόρε της αυγής» μας μεταφέρει σε έναν κόσμο αναπάντεχα γνώριμο, πλημμυρισμένο με τα τραγούδια που σημάδεψαν την ιστορία του ρεμπέτικου. Βαθιές φιλίες, έρωτες, διλήμματα, καθημερινή μάχη για την επιβίωση, ναρκωτικά, περιθώριο, λογοκρισία, διώξεις, εξορία, προσφυγιά, φυλακή, αδιέξοδα, επιτυχία.

Όλα γίνονται νότες, ήχοι. Η μουσική κατέχει σημαντική θέση στην παράσταση. Δεν πρόκειται ωστόσο για μουσική παράσταση, αλλά για μια παράσταση για τη μουσική, για το αναρχικό πνεύμα της και το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε τότε – και συνεχίζει να αναπτύσσεται.  

Σήμερα η τεχνολογία δεν γνωρίζει εμπόδια και αποστάσεις – η επικοινωνία όμως ίσως δεν είναι τόσο βαθιά, όσο τότε, όταν οι άνθρωποι αναγκάζονταν να καταφύγουν στην τέχνη τους για να συναντηθούν. Μήπως ο ιός, που μας στερεί σήμερα κάθε γέφυρα επικοινωνίας, μας αναγκάζει να ξανασκεφτούμε τη σχέση μας με τους άλλους;

Οι άνθρωποι της εποχής του Μεσοπολέμου, δεν ήξεραν ότι ζουν στο «Μεσοπόλεμο». Δεν ήξεραν τι τους περιμένει. Ούτε εμείς σήμερα, ξέρουμε την επόμενη σκηνή της ιστορίας μας. Όμως, δεν σταματάμε να ελπίζουμε. Ας μην σταματήσουμε λοιπόν να ελπίζουμε. «Και δεν θα αργήσει…»

Ακριβώς γι’ αυτό ανεβαίνει στη σκηνή το «Μινόρε», για να μας μιλήσει με τον τρόπο που μόνο το θέατρο μπορεί.

”Η παράσταση δεν αποσκοπεί σε μία μουσειακή αναπαράσταση. Αντίθετα, επιχειρεί μια βαθιά, τρυφερή ματιά στη σκοτεινιά των ανθρώπων του περιθωρίου, που αναζητούν να βρουν τη δική τους φωνή μέσα στη θολωμένη χασισοκατάνυξή τους, να βρουν τη θέση τους σε έναν κόσμο που δεν τους περιέχει”

Γ.Γ. Το ”Μινόρε” είχε προγραμματιστεί να ανεβεί πέρσι. Λόγω κορωνοϊού δεν είδε τα φώτα της σκηνής. Στο μεγάλο αυτό δύσκολο και άπραγο διάστημα που μεσολάβησε, να υποθέσω ότι κάνατε κάποιες αλλαγές, προσθέσατε η αφαιρέσατε, το ”ξεσκονίσατε” το έργο;

Τ.Τ. Πολύ μικρές ως ελάχιστες αλλαγές χρειάστηκε να κάνουμε στη μεταγραφή, με δεδομένο ότι οι όποιες αλλαγές είχαν ήδη γίνει λίγο προτού κλείσουμε απότομα πέρσι. Η συνεχής αβεβαιότητα και ανασφάλεια επίσης δεν άφηνε και πολλά περιθώρια για ξεσκόνισμα και επαναπροσέγγιση του έργου. Παρά τη λαχτάρα μας μέχρι τελευταία στιγμή δεν ήμασταν σίγουροι για το αν θα καταφέρουμε να το ολοκληρώσουμε.

Γ.Γ. Είναι ένα πολυπρόσωπο θεατρικό έργο. Πως και γιατί επιλέξατε , καταλήξατε στους συγκεκριμένους ηθοποιούς που τελικά συμμετέχουν.

Τ.Τ. Παρότι από την αρχική διανομή υπήρξαν αλλαγές και ήταν αναμενόμενες σε ένα διαμορφωμένο ρευστό, λόγω της πανδημίας,  περιβάλλον, η περσινή διανομή παρέμεινε σταθερή, παρά τη συνεχιζόμενη δύσκολη συγκυρία και νομίζω ότι παρότι κάποιοι από αυτούς είχαν κι άλλες προτάσεις ο Πειραιάς και το ”Μινόρε” αλλά και το κλίμα που δημιουργήθηκε μεταξύ μας τους κράτησε. Για τους άνδρες βασικό κριτήριο για την επιλογή τους αποτέλεσε να μπορούν να παίζουν όργανα, μπουζούκι κυρίως και να τραγουδούν με τη συμβολή βέβαια των αδελφών Ξηντάρη. 

(σ.σ. Οι ηθοποιοί που συμμετέχουν με αλφαβητική σειρά: Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Άρης Αντωνόπουλος, Γιάννης Εγγλέζος, Κώστας Κοράκης, Χριστίνα Μαξούρη, Ιεροκλής Μιχαηλίδης, Αντώνης Ξηντάρης, Θοδωρής Ξηντάρης, Κατερίνα Παπανδρέου, Κυριάκος Σαλής, Σταύρος Σβήγκος, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Όλγα Σκιαδαρέση, Μαρία Τσιμά).

Να δούμε εδώ τι λέει για ”Το Μινόρε” σας, ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης που έχει κάνει την επιλογή των τραγουδιών, τη μουσική επιμέλεια, παίζει κιόλας…

Γ.Γ. Αναρωτιέμαι πόσο βαθειά ”βούτηξες” στο πέλαγος των ρεμπέτικων τραγουδιών για να τα φέρεις στην επιφάνεια της παράστασης σας. Το ”Μινόρε”.

Ι.Μ.   Αυτό δεν έγινε με αφορμή την παράσταση, που ομολογώ ότι για εμένα ήταν όνειρο ζωής.  Ξεκίνησε και συνεχίστηκε σχεδόν σε όλη την ενήλικη μου ζωή. Από την ημέρα που μπήκα σε αυτή τη θάλασσα του Λαϊκού και του Ρεμπέτικου τραγουδιού, κοντά στα δεκαεννιά μου χρόνια, καθώς είχα και ακούσματα από μικρός, ήταν και είναι, ένα αέναο ταξίδι  απόλαυσης για εμένα. Και ως ερασιτέχνης ”ρεμπετολόγος” (γελάει) το λέω ειρωνικά, βέβαια.. γιατί μόνο τέτοιος δεν μπορώ να θεωρηθώ, ήταν ένα μεγάλο ταξίδι γνώσης. Ένα ταξίδι αγάπης που το είδα και σαν χόμπι. Είμαι άμουσος, δεν γνωρίζω Μουσική, αλλά για κάποιον λόγο με έχουν ταυτίσει, μου προσδίδουν  μια ιδιότητα που δεν έχω, πέραν αυτής του ηθοποιού, η σχέση μου λοιπόν με την μουσική είναι μόνο σχέση αγάπης. Έτσι, βούτηξα  πολύ βαθειά, για να απαντήσω ευθέως στην ερώτηση σου, αλλά οχι τώρα, εδώ και μερικές δεκαετίες. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι είναι ένα ”κολύμπι” απόλαυσης στο πέλαγος των λαϊκών και ρεμπέτικων τραγουδιών.

Γ.Γ. Εκτός από τα τραγούδια θα υπάρχουν και ορχηστρικά που θα επενδύουν την παράσταση;

Ι.Μ. Φυσικά. Όλο το μουσικό φόντο της παράστασης είναι υπενδεδυμένο από την μεγάλη δεξαμενή του Πειραιώτικου ρεμπέτικου, αλλά και της μετέπειτα  λαϊκής μουσικής. Είναι, θα έλεγα, μια ελεύθερη επιλογή μουσικών θεμάτων, μιας και η παράσταση δεν είναι  ούτε χρονική ούτε ιστορική και τα τραγούδια που θα ακούγονται δεν ανήκουν απαραίτητα σε κάποια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Είναι, βέβαια, χαρακτηριστικά του είδους και του ύφους της. Είναι εγχείρημα δύσκολο γιατί μέσα από δέκα χιλιάδες τραγούδια που έχουν καταγραφεί, υπάρχουν, τουλάχιστον, εφτακόσια, οκτακόσια αριστουργήματα, που μέσα από αυτά πρέπει να χρησιμοποιήσουμε δεκαπέντε, είκοσι , συμπεριλαμβανομένων και των ορχηστρικών. Τι να διαλέξεις και τι να αφήσεις έξω από αυτά τα αριστουργήματα.

Γ.Γ. Κρατάς και έναν χαρακτηριστικό ρόλο στο ”Μινόρε”.

Ι.Μ. Ναι. Είναι ο Θανάσης, από τους ιδρυτές, κατά κάποιον τρόπο και  στα πλαίσια μιας ελεύθερης απόδοσης της δημιουργίας της ”Ξακουστής Τετράδας του Πειραιά”, ο Θανάσης είναι αποτέλεσμα της μυθοπλασίας. Είναι πιο κοντά στον Γιώργο Μπάτη τον έναν από τους τέσσερεις που έφτιαξαν αυτή την ”Τετράδα”, όμως να έχει σχέση με το πραγματικό πρόσωπο. Είναι ο μυθοπλαστικός Θανάσης.

Γ.Γ. Και η συνεργασία σου με τον Τάκη Τζαμαργιά;

Ι.Μ. Είναι η πρώτη φορά που συνεργάζομαι μαζί του και είναι θαυμάσια, είναι κοινή η πορεία, είμαστε και κοντά ηλικιακά. Εγώ θέλω να είμαι μαθητής, αν και κάνω τον έξυπνο, πολλές φορές, παρεμβαίνω (ξανά γελάει) παρ’ όλα αυτά η επαφή μου με τον Τζαμαργιά, είναι αρμονική και ενδιαφέρουσα, γιατί το.. καράβι είναι πολύ γερό για αυτό το ταξίδι. Και είναι ταξίδι, γιατί ο Τζαμαργιάς είναι και Πειραιώτης και μόνο οι μνήμες του από αυτή την περιοχή που για εμένα είναι άγνωστη έως μυθική, είναι μεγάλη εμπειρία.

Γ.Γ. Επανέρχομαι σε εσάς κ. Τζαμαργιά. Πόσο πλησιάζει το ”Μινόρε” ως θεατρική πρόταση, σε αυτό που επίσης έχετε πει. Ότι ”Το Θέατρο είναι πολύ κοντά στη Ζωή. Μεταφέρει περισσότερα απ’ όσα φαντάζομαι”. Με ποιόν σκηνικό μέσον ή τρόπο επιχειρήσατε, σκηνοθετικά πάντα, να το προβάλλετε αυτό.

Τ.Τ. Με ενδιαφέρει, το θέατρο να μην ξεχνά τη ζωή, αλλά και να μην περιορίζεται από αυτήν. Είναι ωραίο να συναντιέται η φαντασία με την πραγματικότητα. Δεν ξέρω ποιος είναι ο τρόπος. Κάθε φορά με οδηγούν και διαφορετικά πράγματα, κυρίως η δυναμική των ηθοποιών που συνεργάζομαι όπως και το να είμαι ανοιχτός στις προκλήσεις που προκύπτουν.

”Το Θέατρο από τη φύση του είναι μια μετουσιωμένη  πραγματικότητα, η μνήμη είναι το «εργαλείο» μετουσίωσης της. Τόσο ο ηθοποιός, όσο και ο θεατής συνειδητά ή μη ενεργοποιούνται μέσω αυτής και τελικά επικοινωνούν”

Γ.Γ. Γνωρίζω ότι σας ενδιαφέρει σημαντικά η Ιστορία. Ένας ακόμη λόγος για να ασχοληθείτε με το ”Μινόρε”; 

Τ.Τ. Με ενδιαφέρει τόσο, όσο αποτελεί το υπέδαφος στην εκάστοτε δραματουργία. Ούτε εμείς σήμερα, ξέρουμε την επόμενη σκηνή της ιστορίας μας. Όμως, δεν σταματάμε να ελπίζουμε. Ας μην σταματήσουμε λοιπόν να ελπίζουμε. «Και δεν θα αργήσει…»

Ακριβώς γι’ αυτό ανεβαίνει στη σκηνή το «Μινόρε», για να μας μιλήσει με τον τρόπο που μόνο το θέατρο μπορεί.

Γ.Γ. Σας ενδιαφέρει περισσότερο το κλασσικό θεατρικό ρεπερτόριο και αν ναι, τώρα με αυτή τη παράσταση επιχειρείτε ένα άλμα, μια διαφυγή από όσα έχετε κάνει μέχρι τώρα στο Θέατρο;

Τ.Τ. Βεβαίως και με ενδιαφέρει, αν και δεν είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ μαζί του όσο θα ήθελα. Τις περισσότερες φορές υπηρέτησα  έργα, που μου προτάθηκαν. Προφανώς αφήνομαι καλύτερα σε κείμενα που μου εμπιστεύονται οι άλλοι. Τώρα, λίγο αργά βέβαια, διεκδικώ περισσότερο έργα που θέλω να κάνω. Μια τέτοια περίπτωση είναι η ”Αιολική Γη” του Ηλία Βενέζη που σκηνοθετώ για το Εθνικό Θέατρο.  

Γ.Γ. Ως εκπαιδευτικός, γιατί είστε και αυτό, σας έχει βοηθήσει η σκηνοθεσία στη διδασκαλία σας,  ή μήπως το εκπαιδευτικό σας έργο έχει βοηθηθεί από την σκηνοθεσία.

Τ.Τ. Κατά κάποιον τρόπο λειτουργούν, όχι συνειδητά βέβαια, ως συγκοινωνούντα δοχεία. Το καθένα από αυτά όμως θέτει τους δικούς του σκοπούς και στόχους.

Γ.Γ. Αναρωτιέμαι συχνά πως μπορεί ένας σκηνοθέτης να ασχολείστε συγχρόνως με δυο η και τρεις παραστάσεις. Πως μπορεί να είναι επαρκώς αποδοτικός όταν αναλώνεται τόσο και μάλιστα σε διαφορετικά θεατρικά είδη. Εσείς, αμέσως, αμέσως, εκτός από το ”Μινόρε” ανεβάζεται στο Εθνικό το σημαντικό και αυτοβιογραφικό διήγημα του Ηλία Βενέζη σε μεταγραφή του Σάββα Κυριακίδη ”Αιολική Γη” και τον αγαπημένο σας ”Μεγάλο περίπατο του Πέτρου” της Άλκης Ζέη στο Θέατρο ”Βασιλάκου”. Πως τα καταφέρνετε; 

Τ.Τ. Είναι η πρώτη φορά που το κάνω. Κι’ αυτό προέκυψε εξαιτίας της πανδημίας και του κλεισίματος των θεάτρων. Δεν θα το ξανακάνω, γιατί στερούμαι τη δυνατότητα της αποκλειστικότητας και ανατροφοδότησης για το καθένα με ότι αυτά σημαίνουν.

Γ.Γ. Διατελέσατε  και Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά στη  δύσκολη περίοδο της επαναλειτουργίας του. Ποιά είναι η αίσθηση σας τώρα, που επανέρχεστε σε αυτό με την ιδιότητα του σκηνοθέτη.

Τ.Τ. Ακόμη κι αν δεν εμπλέκομαι πάντα θα με ενδιαφέρει, αφού, όπως και όλοι οι Πειραιώτες, αποτελεί σημείο αναφοράς μας και θέλουμε να συμβαίνουν γεγονότα που το καταξιώνουν όχι μόνον ως κτίριο αλλά ως χώρο καλλιτεχνικής δημιουργίας. Φυσικά δεν είμαι αγνώμων που στην παρούσα φάση ο Λευτέρης Γιοβανίδης μου εμπιστεύθηκε να σκηνοθετήσω την πρώτη χειμερινή παραγωγή του ΔΘΠ, μόλις ανέλαβε τη θητεία του ως καλλιτεχνικός διευθυντής.

 ”Ούτε εμείς σήμερα, ξέρουμε την επόμενη σκηνή της ιστορίας μας. Όμως, δεν σταματάμε να ελπίζουμε. Ας μην σταματήσουμε λοιπόν να ελπίζουμε. «Και δεν θα αργήσει…». Ακριβώς γι’ αυτό ανεβαίνει στη σκηνή το «Μινόρε», για να μας μιλήσει με τον τρόπο που μόνο το θέατρο μπορεί”

Γ.Γ. Πριν κλείσουμε αυτή την συνέντευξη μας, τι θα απαντούσατε στο ερώτημα , αν καλούσασταν να επιλέξετε…”Εκπαιδευτικός ή σκηνοθέτης” ποια ιδιότητα θα ακολουθούσατε.

Τ.Τ. Δεν είναι δύσκολο να απαντήσω.  Εξαρτάται από τις εκάστοτε συνθήκες!!!

”Όλα γίνονται νότες, ήχοι στο ”Μινόρε”. Δεν πρόκειται ωστόσο για μουσική παράσταση, αλλά για μια παράσταση για τη μουσική, για το αναρχικό πνεύμα της και το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε τότε – και συνεχίζει να αναπτύσσεται”  

                                                                                               

 

 

 

 

Στη συνέχεια

Σχετικά Άρθρα

Συζήτηση σχετικά με post