Του Μάρκου Μπόλαρη*
Θεέ μου, τι σκηνικό!
Τι τόπος!
Τι ωραιότητα!
Τι απαράμιλλες περιγραφές, λιτές κι ακριβολόγες, ο Σολωμός, ο Παπαδιαμάντης, ο Μυριβήλης, ο Βενέζης, ο Καζαντζάκης, ο Ρίτσος, ο Σεφέρης, ο Ελύτης!
Τι πινελιές αθάνατες, ο Πανσέληνος κι ο κρητικός Θεοφάνης, ο φουστανελάς αλαφροίσκιωτος Θεόφιλος, ο κυρ Φώτης ο Κόντογλου ο Αϊβαλιώτης, ο Γιάννης ο Τσαρούχης κι ο Φασιανός , ο Μώραλης, ο Βασιλείου, κατά πόδας της παράδοσης του Ζεύξιδος και του Πολύγνωτου και των αλεξανδρινών πορτέτων φαγιούμ.
Τι μουσικές χορευτικές κυματιστές με τις φιγούρες του μπάλου, με τα πηδήματα της σούστας, με τους κύκλους του συρτού, με τις λεβέντικες φιγούρες του τσάμικου, με την πολεμική ετοιμότητα της σέρας,
Τι φώς ,
Καθαρώτατον ήλιον επρομηνούσε της αυγής,
Εσημειώθη εφ’ ημάς,
Τι ήλιος και τι ουρανός!
Πόσο γαλάζιο ξοδεύεις Θεέ μου, στην Ελλάδα, για να κάνεις αισθητή την παρουσία σου!
Τι ποίηση και τι μουσικές, τί έκφραση ζωής,
τί ακούσματα φρύγια και λύδια στις ακρογιαλιές του Ομήρου, η Σαπφώ κι ο Αλκαίος, η παρέα των Ορφικών από τη Θράκη και των Σατύρων οι ορχηστρούμενοι, λύρες κι ασκομαντούρες, οι λυρικοί της Πάρου και της Ιωνίας, ρωμέικα και χριστιανικά, αινείτε τον Κύριον ιεροσολυμίτικα και μικρασιατικά με τον Δαμασκηνό κσι τον Κοσμά, εν τυμπάνω και χορώ αγιονορειτικά, πάσα πνοή στην Αγιά Σοφιά και στους μετεωρίτικους βράχους με τον Ρωμανό και τον Κουκουζέλη , με τους ακρίτες του Μικροκωνσταντή, την φλογέρα του Μάρκου Μπότσαρη, την εκπληκτική περιγραφή της Δέσπως που κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια, με εκκλησιαστικά πα βου γα δή στους ρεμπέτες από την Σμύρνη και την Πόλη στους προσφυγικούς μαχαλάδες της Αθήνας και του Πειραιά, μια συννεφιασμένη Κυριακή παρέα με τον Τσιτσάνη, πίνοντας μια ρακή με την Φραγκοσυριανή του Μάρκου κάτω στα λεμονάδικα την ώρα που ο καπετάν Ανδρέας Ζέπος καλάρει για καλαμάρια, κι ο Μίκης στην εξορία στα βουνά της Αρκαδίας γράφει τραγούδια για τον Αγώνα κι αρχίζει την μελοποίηση του Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη, που ο Σικελιανός σκαρφαλώνει ξανά στο Μαντείο των Δελφών, ο Μάνος Χατζηνάσιος αναζητά στα πλήκτρα του πιάνου του την Αθανασία, ο Γιάννης Μαρκόπουλος με τον Νίκο Ξυλούρη σκαρφαλώνουν στη Στράτα των Μουσούρω, κι ο Σταύρος Ξαρχάκος ξανακαλεί τους Έλληνες σε όμορφο περήφανο ζεϊμπέκικο, …
Τι χρώματα, τι μουσικές λάμπουν στο πρόσωπό σου, σχολιάζει με θεϊκή χάρισμα η Χαρούλα Αλεξίου!
Τα αμπέλια, τα πεύκα κι οι χρυσές αρχαίες ελιές, κι ο γέρο πλάτανος του Ιπποκράτη στη Κώ, κι οι καστανιές των Κενταύρων στο Πήλιο, η Κυρά των αμπελιών εποπτεύουσα το αγιοργείτικο και το ξινόμαυρο, τη μαυροδάφνη και το σαμιώτικο, τη ρομπόλα και το σαντορινιό, αφού οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου κι ο Μακρυγιάννης από τούτο το αθάνατο νάμα κερνούσε τους λιγοστούς ψυχωμένους πριν να ριχτούν στη μάχη των Μύλων, ο Άη Νικόλας στις ψαρόβαρκες και τα καΐκια, που βράζει η κακαβιά, στα αλιευτικά και τα ποντοπόρα στην απλοχωριά των ωκεανών, ο Άη Νικόλας στο Ground Zero στη Νέα Υόρκη, που ξαναστήνεται κι αγιογραφείται, και στη Μελβούρνη, ο Παντελής Βούλγαρης επιβλέπει την αποβίβαση από υπερωκεάνειο των Νυφών και ιστορεί τα πάθια των ναυτικών της Μικράς Αγγλίας, ο Άη Νικόλας των Μύρων της Λυκίας παραστέκων στην μεγάλη πορεία του Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ με τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ιάκωβο τον Ίμβριο στο πλάι του, πορεία διεκδίκησης της ευαγγελικής υιοθεσίας “ουκ ένι Ιουδαίος ή Έλλην, ουκ ένι δούλος ή ελεύθερος”,
Τι πορεία στους αιώνες!
Τι σκηνικό, Θεέ μου, τι ευλογία στους αιώνες!
Και συντρέχουσες ο φθόνος κι μικρότητα,
Η Δόξα δεξιά συντροφεύει τον άντρα που τρέχει με κόπους στης φήμης τους δύσβατους τόπους
Κι ο φθόνος του στέκει ζερβά με μάτια με χείλη πικρά, ανεπανάληπτα, σκάλισε στο επίγραμμά του για τον Μάρκο Μπότσαρη ο Ζακύνθιος βάρδος, ο μέγιστος Διονύσιος.
Και συνοδεύουσες η αθλιότητα, η μικροψυχία, η των γελοίων φιλοδοξία, η αδερφοφαγία, ο εμφύλιος!
Αδερφοφάδες, ήταν η καταγγελία της οξυγράφου πένας του Νίκου Καζαντζάκη, ευθύβολη, αδέκαστη ! Αδερφοφάδες σταματήστε, ουραμήκης κραυγή! Υπέρ του Λαού και της Πατρίδας ! Πού να τον αφήσουν, μετά από αυτά να πάρει Βραβείο Νόμπελ, κίνησε γη και ουρανό το ουτιδανό μικροσύστημα των ξενοκίνητων της Αθήνας. Του αρκεί που ο χορός του Ζορμπά, από την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη με τον Άντωνη Κουήν και την ελληνίδα ιέρεια Ειρήνη Παπά, στα πέρατα της Οικουμένης ταυτίστηκε με την νέα Ελλάδα, την αιμάσουσα, την λεύτερη!
Τι διαχρονία στο Φώς, τι πορεία, τι πλούς, αλλά και τι κυματισμός τι ανοησία, τι ελαφρότητα να ανοίξουμε οι σύντροφοι του Οδυσσέα τους ασκούς του Αιόλου καθώς αρμενίζαμε με πρίμο αγέρα προς την Ιθάκη!
“Να εύχεσαι να ναι μακρύς ο δρόμος Πολλά τα καλοκαιρινά πρωία να είναι που με τι ευχαρίστηση με τι χαράθα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους,” η αλεξανδρινή εύστοχη πένα προτρέπει …
“Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις αν δεν τους κουβαλείς μες στην ψυχή σου”!
Ανυπέρβλητος!
Κ.Π. Καβάφης, της μεγάλης Πόλεως Αλεξανδρείας φάρος!
Συνεχίζουμε!
Κι ας ανεβάζουν κάποιοι, τρωγλοδύτες, κακόγουστες παραστάσεις!
Εφήμερες είναι!
Θα κατέβουν!
Με τις χειρότερες κριτικές ! Έασον αυτοίς …
Χαρείτε το θείον δώρον!
Απολαύστε το αγλάισμα του σκηνικού , την ωραιότητα του Ακαθίστου, καλή είν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι, σηκώσαμε το πανί στο πλωριό κατάρτι, κι ο Στέλιος Καζαντζίδης με τον Χρύσανθο τραγωδούν ρωμέικα “η μάννα έν κρύον νερόν”,
Καλοτάξιδοι.
Ξαστέρωτοι.
Όπως στον Ομαλό, στις Μαδάρες, στη Στράτα των Μουσούρων.
Χαίρετε!
*Μάρκος Μπόλαρης. Νομικός – Πρώην Υπουργός
Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο reformer.gr είναι προσωπικές και εκφράζουν τον συγγραφέα.


Συζήτηση σχετικά με post